Υπό Νικολάου Σκαρλάτου
Τα Ιόνια νησιά, που βρίσκονταν κάτω υπό την Αγγλική επιρροή, αποτέλεσαν το ορμητήριο για την Ελληνική Επανάσταση, η οποία έθεσε ενώπιον και των άλλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, σε όλη του την οξύτητα το Ανατολικό ζήτημα. Η διεθνής επίσης πειρατεία, συνετέλεσε ώστε τα εμπορικά μας πλοία να εξοπλισθούν και τα πληρώματά τους να γίνουν αήττητοι ναυμάχοι.
Ο αποκλεισμός του Ναπολέοντα από τους Άγγλους και η διάσπασή του αποκλεισμού αυτού από Ελληνικά πλοία, έδωσε τη δυνατότητα στις ναυτικές οικογένειες της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών να συγκεντρώσουν αμύθητα πλούτη, να συγκροτήσουν ισχυρούς στόλους και να τα διαθέσουν όλα στον αγώνα.Στο μακρόχρονο όμως βίο των κρατών και των λαών υπάρχουν
δύο τραγωδίες. Η μια είναι το ναυάγιο των ονείρων τους και η άλλη η
πραγματοποίηση τους. Μετά την απελευθέρωση αυτό που κτίστηκε άρχισε να
υποσκάπτεται από την πρώτη στιγμή. Η διαμάχη γύρω από αρμοδιότητες και θέσεις
σε ιεραρχίες, που είχε αρχίσει αρκετά πρώιμα άφηνε να διαφανεί τη δυσοίωνη
προοπτική για τα επακόλουθα. Δεν υπήρχαν όμως μέτρα, για ανθρώπους που οι
διαστάσεις τους είχαν μεγαλώσει τόσο πολύ. Όταν ήλθε η ώρα της ελευθερίας όλοι
διεκδικούσαν αξιώματα. Είναι δύσκολο να πεις στον επαναστάτη ή τον αντάρτη ότι
δεν είναι ακόμη καιρός για δάφνες, να τον αφοπλίσεις και να τον βάλεις κάτω από
έναν άλλο ζυγό, το ζυγό του μόχθου ή να τον κάνεις να επιστρέψει στις
καθημερινές του ασχολίες και στο χωράφι του. Αντιφατικά επίσης συναισθήματα
καχυποψίας δεν επέτρεπαν τη συνεννόηση των αρχηγών και τα βλέμματα στράφηκαν
πάλι έξω από τα σύνορα. Κάλεσαν τον Καποδίστρια για να τους κάνει κράτος και
τον δολοφόνησαν. Μοιρασμένοι σε ξενόφιλα κόμματα παραδέχονταν πλέον ανοιχτά ότι
μόνοι τους ήταν αδύνατο να φθάσουν στο σημείο ενός συμβιβασμού.
Ο ξένος παράγοντας έκανε ότι αδιαφορούσε. Έδειχνε ότι τις
υπηρεσίες που προσέφερε κατά την επανάσταση δεν τις χρησιμοποιούσε ως βάση για
ιδιαίτερες αξιώσεις. Ζητούσε όμως να εξασφαλίσει την επιρροή και να έχει τον
πρώτο λόγο στη μορφή του πολιτεύματος, όπως σε όλα τα προτεκτοράτα ή τις
αποικίες. Έτσι, η συμμαχία μετατράπηκε σε προστασία και η παιδικότητα του
νεοσύστατου κράτους συντηρούνταν τεχνητά. Οι Βαυαροί το οργάνωσαν χωρίς τους
Έλληνες. Αυτοί το κηδεμόνευαν και το έδωσαν γραφή και όνομα.
Στο πολιτικό επίπεδο η ιδέα των «ανηλίκων» ότι
κηδεμονεύονταν όξυνε απότομα κατά καιρούς τις αντιδράσεις, που επέφεραν
αλλαγές, οι οποίες ικανοποιούσαν πρόσκαιρα το συλλογικό τους εγώ, που ήταν
γαλουχημένο με έντονες ιστορικές μνήμες. Το Σύνταγμα του 1844 και η έξωση του
Όθωνα μετά από δεκαοχτώ χρόνια, ήταν οι δύο ριζικές μεταβολές.
Με τη συνθήκη των Παρισίων στις 30 Μαρτίου του 1856
μεταξύ Ρωσίας- Τουρκίας και όλων των άλλων Μ. Δυνάμεων, η Μαύρη θάλασσα έγινε
ουδέτερη. Ούτε πολεμικά πλοία ούτε ναύσταθμοι. Τα Δαρδανέλια έκλεισαν για όλα
τα πολεμικά πλοία και καταργήθηκε το δικαίωμα προστασίας των Χριστιανών της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που εξασφάλισε το 1774 η Ρωσία με τη συνθήκη του
Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Την υποχρέωση αυτή την ανέλαβαν οι Μ. Δυνάμεις. Η Συνθήκη
όμως αυτή δημιούργησε τις προϋποθέσεις μιας νέας εμπόλεμης κατάστασης, η οποία
τα προσεχή χρόνια έφερε τη Ρωσία σε αδύνατη θέση στην κεντρική και άπω Ανατολή
και την Τουρκία σε εσωτερική αποσύνθεση. Αξίζει δε ν’ αναφερθεί τι δήλωσε ο
Ρώσος Αυτοκράτορας Αλέξανδρος Β΄ στον Άγγλο αντιπρόσωπο Σέϋμουρ, ερωτηθείς από
αυτόν για τις διαθέσεις του: «Είναι πολλά τα πράγματα, τα οποία δεν θα ήθελα να
υποφέρω ποτέ. Και αρχίζω από εμάς. Δεν θέλω να συγχωρήσω διαρκή κατοχή της Κων/πολης
από τους Ρώσους, αλλά και δεν θέλω ανεχθεί αυτήν ή υπό των Άγγλων ή υπό των
Γάλλων, ή υπό άλλου τινός μεγάλου έθνους καταλαμβανόμενη. Δεν θέλω επιτρέψει
ποτέ, ούτε απόπειρα αποκαταστάσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ούτε τέτοια
έκταση της Ελλάδος, η οποία να καταστήσει αυτή ισχυρό κράτος. Ακόμη λιγότερο
δεν θα συγχωρήσω διαμελισμό της Τουρκίας σε μικρές Δημοκρατίες… Αυτές είναι οι
δικές μου ιδέες, δώστε μου κι’ εσείς μερικές δικές σας».
Η συνθήκη αυτή αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες
διεθνείς πράξεις, που αφορούν το Ανατολικό ζήτημα.
Καθώς πλησίαζε η δεκαετία του 1870 και άρχιζε η
ενηλικίωση, οι μικροί Έλληνες άρχισαν να αισθάνονται μεγάλοι ή να
συμπεριφέρονται τουλάχιστον ως μεγάλοι χωρίς να είναι ακόμη. Η συνθήκη του
Λονδίνου, που υπογράφτηκε στις 13 Ιουλίου του 1863 μεταξύ της Αγγλίας
ουσιαστικά και της Δανίας, τερμάτισε την εκκρεμότητα για την εκλογή βασιλέως,
μετά την αποδοχή του θρόνου από τον Γεώργιο τον Α΄. Με τη συνθήκη αυτή, που
ήταν θεμελιωμένη πάνω σε τρία σημεία, προβλέπονταν η παραχώρηση της Επτανήσου
από τη Μ. Βρετανία στην Ελλάδα, το ποσό της Βασιλικής χορηγίας και το
Θρησκευτικό δόγμα των διαδόχων. Σε ιδιαίτερο όμως πρωτόκολλο αναφέρεται η
ακριβής απόδοση στη Γαλλική του τίτλου του νέου Βασιλιά, ο οποίος αποφασίστηκε
να φέρει τον τίτλο «Βασιλεύς των Ελλήνων» (Roi des Hellenes), αντί του τίτλου
«Βασιλεύς της Ελλάδος» που είχε ο Όθων. Ο τίτλος αυτός έγινε αποδεκτός από το
Γεώργιο, αφού αντέδρασε η Τουρκία και αποκλείστηκε η επωνυμία «Roi des Grecs»,
όπως επιθυμούσε η Ελληνική αντιπροσωπεία μετά και την επέκταση των συνόρων με
την προσάρτηση των Ιονίων νήσων. Η Πύλη φοβούνταν ότι ο τίτλος αυτός,
μεταφραζόμενος ως «Βασιλεύς των Γραικών» εξέφραζε αλυτρωτικές τάσεις και θα
συμπεριελάμβανε όλους τους Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με τον Όθωνα
δεν υπήρξε πρόβλημα, διότι ο τίτλος του ως «Βασιλεύς της Ελλάδος» εμπεριείχε
γεωγραφικό και πολιτικό προσδιορισμό. Το όνομα όμως Greece και Grec επικράτησε
μέχρι σήμερα στο εξωτερικό, διότι αυτό χρησιμοποιούσαν στα διπλωματικά σαλόνια
οι Έλληνες Ρωμιοί λόγιοι και διπλωμάτες της Πύλης. Ήταν δε υποδηλωτικό ανώτερου
πνευματικού πολιτισμού, όπως περήφανα αναφωνούσε και ο Αθανάσιος Διάκος,
βαδίζοντας προς το θάνατο. Γραικοί αποκαλούνται μέχρι σήμερα οι αυτόχθονες
Έλληνες της Κάτω Ιταλίας, ενώ Ρουμ (Ρωμιούς) αποκαλούν οι Τούρκοι τους εκτός
της Ελληνικής επικράτειας Έλληνες. Εμάς βέβαια μας αποκαλούν Γιουνάν, που
σημαίνει Ίωνες. Οι οικούντες συνεπώς στην Πελοπόννησο και την Ελλάδα είναι
Ίωνες, ενώ οι Κύπριοι αδελφοί μας Ρουμ Κύπριοι.
Το Ιόνιο και οι περιοχές της νότιας Βαλκανικής, η
Πελοπόννησος απ’ όπου ξεκίνησε η Επανάσταση, τα Δαρδανέλλια με τα νησιά του
Αιγαίου και η Κύπρος, οι χώρες της Μ. Ανατολής και η Αίγυπτος, αποτέλεσαν τα
επόμενα χρόνια, για τη θαλασσοκράτειρα Μ. Βρετανία, στρατηγικές βάσεις, που της
εξασφάλιζαν τον έλεγχο του εμπορίου και των μεταφορών από την Ευρώπη προς τον
Ινδικό Ωκεανό, δια μέσου του νέου σημαντικού θαλάσσιου διαύλου.
Από το 1869, που άρχισε η λειτουργία της διώρυγας του
Σουέζ, η Βρετανική Κυβέρνηση έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον έλεγχο της.
Επωφελούμενη των οικονομικών δυσχερειών του Χεδίβη Ισμαήλ, εξαγόρασε την
πλειοψηφία των μετοχών της Εταιρίας Διώρυγας και εννιά χρόνια αργότερα, το
1878, με την υπογραφή Συνθήκης Αμυντικής Συμμαχίας με την Τουρκία, έπαιρνε ως
αντάλλαγμα την Κύπρο, η οποία ελέγχει τη βόρεια έξοδο της διώρυγας, έναντι της
εγγύησης που προσέφερε στη χρεωκοπημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, για την
εξασφάλιση της ακεραιότητας της.
Πριν όμως από κάθε αλλαγή συνόρων παρατηρείται ότι
προηγείται ένα κίνημα κατά της νόμιμης εξουσίας. Το κίνημα των νεοτούρκων, που
εκδηλώθηκε τη (Ν 9/10 Ιουλίου του 1908) και οι μεταρρυθμίσεις, που έγιναν στην
Τουρκία περιόρισαν την απόλυτη εξουσία του σουλτάνου και τη μετέθεσαν στα χέρια
της κρατικής γραφειοκρατίας. Το κίνημα αυτό δημιούργησε τις προϋποθέσεις, για
τις εξελίξεις που ακολούθησαν στη Βαλκανική και την ευρύτερη περιοχή το
1912-13. Μετά τη Συμμαχία των Βαλκανικών κρατών, που επιτεύχθηκε με τη
μεσολάβηση της Ρωσίας ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, που έφεραν την
Βαλκανική στην επιρροή της Ρωσίας και των Κεντρικών Δυνάμεων. Οι άλλες όμως
Δυτικές Δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία, συστήνοντας την «Εγκάρδια
Συμμαχία», γνωστή ως ΕΝΤΕΝΤΕ επενέβησαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη
περιοχή, τα Δαρδανέλια και τη Μέση Ανατολή, για να εξασφαλίσουν εκτός από την
επιρροή και την αυτάρκεια τους σε πρώτες ύλες, που ήταν τώρα το πετρέλαιο η
βασική και πιο σημαντική κινητήρια δύναμη.
Οι Φαναριώτες, παρά τη δολοφονία πολυάριθμων οικογενειών
στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και των
γεγονότων που ακολούθησαν, παρέμειναν μέχρι το 1922 στην Τουρκία
υπερασπιζόμενοι το Ελληνοτουρκικό ιδεώδες. Πρώτος μάλιστα πρέσβης της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Αθήνα ήταν ο Φαναριώτης Μουσούρης.
Η πατριωτική όμως πλειοδοσία και ο μεγαλοϊδεατισμός τα
επόμενα χρόνια με την Μικρασιατική εκστρατεία το 1922 και το πραξικόπημα στην
Κύπρο το 1974, οδήγησαν τον Ελληνισμό σε δύο καταστροφές μεγαλύτερες και από
αυτήν της άλωσης. Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, που επιβλήθηκε από τις Μεγάλες
Δυνάμεις στη Συνδιάσκεψη της Λοζάνης ξερίζωσε τον Ελληνισμό από τις προαιώνιες
του εστίες και διέλυσε τις προσδοκίες των Φαναριωτών, για τη σύσταση μιας
ομόσπονδης Ελληνοτουρκικής Αυτοκρατορίας, διότι δεν το ήθελαν, δεν το
επιθυμούσαν και δεν το επιθυμούν οι Δυτικές Δυνάμεις.
Οι συγκυρίες συνεπώς, οι λαοί και οι ηγέτες είναι οι
τρεις παράγοντες που διαμορφώνουν την ιστορία ενός έθνους. Ο πρώτος είναι
άψυχος, ο δεύτερος ασυνείδητος και ο τρίτος συνειδητός. Οι ηγέτες είναι οι
μοναδικοί συνειδητοί παράγοντες της ιστορίας. Είναι αυτοί που εμπνέουν στους
λαούς την αυτοεκτίμηση, την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και αυτοί που τους
οδηγούν στην αναμέτρηση τους με το θάνατο, για τα ιδανικά της πατρίδας και της
ελευθερίας. Είναι αυτοί που κάνουν τους ανθρώπους να ζουν για έναν έπαινο και
να πεθαίνουν για ένα τραγούδι. Είναι αυτοί που πρέπει να βλέπουν όχι μόνο το
βουνό αλλά πίσω απ’ αυτό.
Ο οικονομικός ιμπεριαλισμός, από τα τέλη του 18ου αιώνα,
όπως επισημαίνουν διάσημοι κοινωνιολόγοι, με τον υπερδανεισμό, τον εκφοβισμό
και τη βία, επιχειρεί να εγκλωβίσει και να κλειδώσει αυτόματα, με τη μέθοδο του
potlatch, σύμφωνα με τον Αγγλικό όρο, τα ασθενή οικονομικά κράτη, επιβάλλοντας
στους λαούς τη στυγνότερη μορφή αποικιοκρατικού καταναγκασμού, για να
εξασφαλίσει προνομιούχες διεξόδους, για τα κεφάλαιά και τις εξαγωγές των
προϊόντων του.
Μετά την επανάσταση του 1821 δημιουργήθηκε από τους
Βαυαρούς και τους Άγγλους ένα Ελληνικό κράτος για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα
τους. Ένα κράτος, το οποίο αν και έζησε τρείς χρεοκοπίες μέχρι σήμερα,
συνεχίζει να πορεύεται χωρίς τους Έλληνες. Η Ελληνική διανόηση διακατεχόμενη
από μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή είναι αποκομμένη από τον
Ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, που έδωσε αυτοκρατορική διάσταση στον Ελληνισμό. Η
Ελλάδα συνεχίζει μετά από διακόσια περίπου χρόνια ελεύθερου βίου να είναι ένα
κράτος που δεν το σέβονται οι πολίτες του, γιατί δεν το αισθάνονται ολότελα
δικό τους, γι’ αυτό συνεχίζουν να το κλέβουν. Η ωρίμανση της συλλογικής
συνείδησης δεν ήλθε ποτέ, γι’ αυτό και ζει μια νέα χρεοκοπία
Ο πατριωτισμός όμως, όπως και ο πολιτισμός, είναι τρόπος
συμπεριφοράς. Έχω πατρίδα σημαίνει ότι κουβαλάω μέσα μου αυτά που στοιχειώνουν
το τοπίο ολόγυρα και αυτά που με κάνουν ικανό ν’ αγαπώ εξ ίσου με τον εαυτό μου
και τους γύρω μου. Ο γνήσιος και ρεαλιστικός πατριωτισμός προϋποθέτει,
ωριμότητα, ευαισθησία και καλλιέργεια, που καθιστούν τους λαούς ικανούς ν’
αντιλαμβάνονται τους καιρούς που έρχονται. Γιατί, τίποτα δεν γίνεται χωρίς
αιτία, ούτε υπάρχει πρόγνωση χωρίς λογική.
Από την εποχή του «Κρίτωνα» ο Σωκράτης, παρά την καταδίκη
του, επιμένει και υποστηρίζει ότι η πατρίδα είναι τροφός των κατοίκων της.
Αποτελεί τον απαράβατο όρο της ανθρώπινης ύπαρξης και αξιοπρέπειας, τόσο από
βιολογική, όσο και από ηθική έννοια.
Η κοινότητα, η πόλη και η πατρίδα, όπως συναντούμε τις
έννοιες αυτές στον Επιτάφιο του Περικλή, υπάρχουν για να ικανοποιούν στο άτομο
την ακόρεστη δίψα του, για τιμές και ικανοποίηση του εγώ. Η δόξα όμως ανήκει σ’
εκείνους, που με τις πράξεις τους δείχνουν ότι ανήκουν σε πλατιά ανθρώπινα
σύνολα. Η πόλη και η πολιτική παράγουν πολιτισμό, όταν εξυπηρετούν τα κοινωνικά
και όχι τ’ ατομικά συμφέροντα.
Όσο συνεπώς, το ιδεατό υποτάσσεται στην πραγματικότητα
της συναινετικής απάτης θα είναι δύσκολο να φανταστούμε μια ηθική, που θα
πυροδοτήσει μια πολιτική κινητοποίηση, ικανή ν’ αναστήσει την πατρίδα μας,
σήμερα, η οποία έχει χάσει την Εθνική της αξιοπρέπεια. Η αρρώστια της
διαφθοράς, που μας διαολίζει τη σκέψη, έχει φωλιάσει μέσα μας και μας προτρέπει
ν’ αρπάξουμε ή να κρύψουμε ότι απέμεινε από την κουρελιασμένη μάνα μας, για να
μη γίνουμε επαίτες. Οι συνέπειες όμως της σταδιακής μας υποδούλωσης σε δυνάμεις
και οικονομικά κέντρα εξουσίας δεν είναι ακόμη ορατές. Το πιο δυναμικό κομμάτι
της Ελληνικής κοινωνίας αναγκάζεται πάλι να ξενιτευτεί, όπως το 1453, το 1922
και μετά τον εμφύλιο.
Βιώνοντας ως έθνος την κοινωνική παρακμή, καλούμαστε να
γιορτάσουμε μια παλιγγενεσία, η οποία στη σημερινή συγκυρία καθιστά επίκαιρη
μια εθνική κινητοποίηση. Μια κινητοποίηση όμως εθελοντών κληρονόμων του αρχαίου
ελληνικού πνεύματος και των αρετών του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, όπως οι
ήρωες του 1821 και των Βαλκανικών πολέμων.

Εξαιρετική ανάλυση.
ΑπάντησηΔιαγραφή