ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ ΚΑΤΙΑΠΟΤΑΠΑΛΙΑ "ΓΥΦΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ".
Του Γιώργου Τσαταλτσινού
«Τα παλιά τα χρόνια» (Μιάφορά κι ένανκαιρό,
«γεκβακούτιγεκζαμάνι») ογάμοςδενγινόταν όπωςσήμερα στοΔημαρχείο,
«ψεκάστεσκουπίστετελειώσατε». Ήτανμια ιεροτελεστία που κρατούσεημέρεςπολλέςκαι
εξαρτιόταν από τα έθιμα τηςκάθεφυλής. ΣτοΣιδηρόκαστροηπληθυσμιακή αλλαγή
ξεκίνησεμετηνεγκατάστασητωνΜελενίκιωντο 1913 και συνέχισεκατά την ανταλλαγή
πληθυσμώντο 1922 μετουςΜικρασιάτες. Ηκοινωνία λοιπόντου Σιδηροκάστρου
απαρτιζόταν από γηγενείςΣιδηροκαστρινούς, από Γύφτους , Μελενίκιους, Θράκες,
Πόντιους, Βλάχους, Πάφραλήδες, Καυκάσιουςκλπ. Περιγραφή για τις
ιδιαιτερότητεςτωνεθίμωντου γάμου κάνει πολύ εύστοχα και περιγραφικά η
αείμνηστηΚανελλίτσαΠασχαλέρηστοΒιβλίοτης «ΤοΣιδηρόκαστροΧθεςκαι Σήμερα (σελ
30-32)» Ιδιαίτερα για τονΓύφτικοΓάμο, ηπεριγραφή της, μεγυρίζει στα παιδικά μου
χρόνια, όπου είχα παρακολουθήσει την ιεροτελεστία κατά τηνεπιστροφή
τηςνύφηςστοσπίτι του γαμπρού. ΟΓάμοςκρατούσετρειςημέρεςκαι σ’ όλο αυτό
τοδιάστημα οι «ζουρνάδεςκελαιδούσαν» ενώ τονταούλι δονούσετην ατμόσφαιρα
τηςπεριοχής. Η αμφιθεατρική διάταξητηςπεριοχής, δημιουργούσε ένα φυσικό
ηχείοπου διέδιδετον ήχο από το ένα άκροτου Μαχαλά έωςτο άλλο.
ΓΥΦΤΙΚΟΣΓΑΜΟΣ
Γινότανκι αυτόςπάντα Κυριακή.
Άρχιζε από τηνΠέμπτη, που ο "παραγαμπρός" με
ένα μικρό σταμνάκι κι ένα "κατοσταράκιούζο" και μ’ ένα πιάτοστραγάλια
και σταφίδες, καλούσεμ’ αυτά, όλουςτουςσυγγενείςκαι φίλους. Έδινεστονκαθένα να
πιει μια γουλιά ούζοκαι του έδινεκαι δυοτρία στραγάλια και σταφίδες.
ΕπίσηςτηνΠέμπτηπήγαινεκαι ηπροίκα τηςνύφηςστοσπίτι του
γαμπρού. Όμωςδεντηνπήγαιναν, όπωςγίνεται στονκοινό γάμο, οι εξαδέλφεςκαι
φίλεςτηςνύφης, μα ερχότανοι συγγενείςτου γαμπρού και την
έπαιρνανεπάνωσεαλογόκαρα. Στοδρόμονεαροί έκλειναντοδρόμομεσχοινί και
ζητούσανφιλοδώρημα για να επιτρέψουντα κάρα να περάσουν. ΤηνΚυριακή τοπρωί
έναςνεαρόςπήγαινετα δώρα του γαμπρού, που τα κρατούσεεπάνωστοκεφάλι του μέσα σ’
ένα μεγάλοσινί (ταψί) κι ήταν αυτά: Πουκάμισα, παντόφλες, παπούτσια κ.λ.π.
Τονσυνόδευαντα νταούλια και πολλοί καλεσμένοι που κρατούσαν όλοι τους ένα
κατοσταράκιούζοκαι κερνούσαν αυτούςπου συναντούσαν. Άφηναντα δώρα του γαμπρού
και γύριζανμετονυφικό και τα δώρα τηςνύφης: Φόρεμα, παντόφλεςκαλλυντικά κ.λ.π.
Και στηνεπιστροφή χόρευανκαι κερνούσαν. ΤηνΚυριακή το απόγευμα
πήγαινεογαμπρόςμετουςγονείςτου και τουςκαλεσμένουςτου μετα νταούλια και κλαρίνα
και έπαιρνετονκουμπάροκαι στησυνέχεια πήγαιναννα πάρουντηνύφη. Τα παπούτσια τηςνύφης,
τηςτα φορούσε ένα αγόρι μεπατέρα και μητέρα. Όπωςκαι στονκοινό γάμο, έκλεινανοι
φίλεςτηςνύφηςτηνπόρτα και ζητούσανμεγάλοφιλοδώρημα απ’ τονκουμπάρο. Όταντελικά
άνοιγαν, έπαιρνεοκουμπάροςκι ογαμπρόςτηνύφη, αφού πρώτα αυτή φιλούσετοχέρι
τωνγονιώντης. Στηνεκκλησία την ώρα που γινόταντομυστήριο, υπήρχανμέσα μόνοοι
ηλικιωμένοι, ενώ ηνεολαία έξω από τηνεκκλησία χόρευεμετα νταούλια στηδιαπασών.
Όμωςτα τελευταία χρόνια ηεκκλησία το απαγόρευσε αυτό και τώρα σιωπούντα
νταούλια και μέσα στηνεκκλησία βρίσκεται όλοςοκόσμος. Οκουμπάροςβάζει κι εδώ
τοκαθιερωμένοδώρο, τοφόρεμα τηςνύφηςκαι τουςσκεπάζει και τουςδύο. Οι γονείςτου
γαμπρού και τηςνύφηςστοχαιρέτισμα τουςκαρφίτσωνανλίρες. Ότανερχότανμετά
τηστέψηηνύφηστοσπίτι του γαμπρού, ηπεθερά την έβαζεμια ποδιά και την έδινε ένα
πλαστό ψωμί από τημια πλευρά κι από την άλλη ένα αγοράκι κι έτσι έμπαινεμέσα.
Οι συγγενείς όμωςτηςνύφηςδενερχότανμετά τηστέψηστοσπίτι του γαμπρού.
Μόλιςτελείωνε αυτή, τουςπηγαίνανεμετα νταούλια στοσπίτι τηςνύφηςκαι τους
αφήνανεκαι μετά πηγαίνανεστοσπίτι του γαμπρού και διασκέδαζανχωριστά. Ηνύφημετά
από το έθιμοτηςπεθεράς έβγαινε αμέσωςντυμένη όπως ήτανκαι τηνχόρευαν όλοι οι
στενοί συγγενείςρίχνονταςπολλά χρήματα στα νταούλια. Τογλέντι συνεχιζότανωςτα
ξημερώματα. ΤηΔευτέρα τοπρωί πήγαινανμετα νταούλια κι
έπαιρναντουςγονείςτηςνύφηςκαι τουςσυγγενείςτηςκαι τους έφερνανστοσπίτι του
γαμπρού και γινότανμεγάλογλέντι. ΤηνΤρίτητοπρωί γινότανκάτι το ανεπανάληπτο:
Ηνύφηντυνότανπάλι μετα νυφικά τηςκι έπαιρνε από το ένα τηςχέρι ένα σταμνάκι κι
από το άλλοτης ένα αγοράκι μέχρι δέκα χρονώνκαι πήγαινεπαραπάνω από τομαχαλά
στοποτάμι και στοσημείο ακριβώςπου υπήρχεμια βρύση. Πηγαίνονταςστοποτάμι,
όσεςηλικιωμένεςσυναντούσε, τιςφιλούσετοχέρι κι αυτέςτηνδίνανεφιλοδωρήματα.
Οκόσμος ήξερεκι έβγαινενα απολαύσει τοευχάριστοθέαμα. Όταν έφτανεστοποτάμι,
γέμιζετοσταμνάκι από τηβρύσηκι έριχνεμέσα στοποτάμι κέρματα πολλά κι έμπαιναντα
παιδιά και τα μάζευαν. Στοσπίτι της (τοκαινούριο)ογαμπρόςκαθότανστην αυλή σεμια
καρέκλα και κρατούσε ένα σινί και στημέση αυτό είχεμια μεγάληπέτρα. Επίσης
ήτανοι γονείςτου, οι συγγενείςτου και κόσμοςπολύςκαι περιμένανετηνύφη.
Μόλιςπλησίαζε αυτή στα πέντεμέτρα τογαμπρό, άρχιζεκι έκαμνε υποκλίσεις.
Σεκάθεβήμα μία και σιγά — σιγά. Έκαμνε άλλοβήμα και πάλι υπόκλιση.
Όμωςογαμπρόςμόλιςτονπλησίαζε, έφευγεπροςτα πίσωκαι τηνπαίδευε. Ότανπια
σταματούσεκαι τονπλησίαζε, τον έχυνενερό απ’ τοσταμνάκι να πλυθεί και τον
έδινεπετσέτα να σκουπιστεί. Αμέσωςμετά έπαιρνεογαμπρόςτοσταμνάκι και το
έσπαζεστηνπέτρα που είχεμέσα στοσινί. Συγχρόνως αρκετοί φίλοι του έριχνανστάχτηστοσινί,
που κρατούσανσεσακουλάκια και γινότανπανζουρλισμός! Ηνύφηπροσπαθούσενα
προφυλάξει τονυφικό τηςνα μητολερώσει. Αμέσωςσηκωνότανογαμπρός από τηνκαρέκλα
και καθότανοπατέραςτου γαμπρού και ηνύφη έκαμνεπάλι υποκλίσειςκαι του
έδινετοδώροτου, που ήταν υφαντό πουκάμισο. Σηκωνότανοπατέραςκαι καθότανημητέρα
του και ηνύφησυνέχιζετις υποκλίσειςκαι τηνπροσφορά τωνδώρωνσ’
όλουςτουςστενούςσυγγενείς (παππού, γιαγιά κ.λ.π.). Όταντελείωνεηπροσφορά
τωνδώρων, άρχιζετογλέντι που είχεμεγάλοκέφι, όπωςκαι κάθεβράδυ επί δέκα ημέρες,
που έπαιζαντα νταούλια ασταμάτητα. Τα νταούλια και τα κλαρίνα
παίζονταςκάθεβράδυ και έντονα, έδιναντηχροιά του γύφτικου γάμου, που όποιοςτον
έζησε, ποτέ δεντονξεχνά. (Γι αυτούςπου ενδιαφέρονται να τελέσουνγάμοτοκαλοκαίρι
ίσωςείναι μοναδική ευκαιρία να ακολουθήσουντηνπαραδοσιακή ιεροτελεστία και να
καταγραφεί ώστενα μείνει στην ιστορία. Μια σκέψηλέω)


