Κώστας Μπορδόκας
Πενήντα ένα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τις 18 Σεπτεμβρίου 1970, όπου ο τότε φοιτητής της σχολής Μηχανικών στην αρχή και της Γεωλογίας αργότερα, Κώστας Γεωργάκης αυτοπυρπολείται σε πλατεία της Γένοβας, φωνάζοντας αντιδικτατορικά συνθήματα.
O
Κώστας Γεωργάκης γεννιέται στην Κέρκυρα το 1948 και η πρώτη ημέρα της
δικτατορίας τον βρίσκει να πετά αυτοσχέδιες προκηρύξεις εναντίον της στο νησί.
Ο ίδιος μη αντέχοντας τη νέα ασφυκτική πραγματικότητα γράφει προς ένα φίλο του
:«Θυμάμαι μια φορά, εδώ και τρία χρόνια, προτού φύγω από Κέρκυρα με φώναξε ο
τότε διοικητής να μου κάνει συστάσεις…Προσποιήθηκα ότι υπάκουα κι ήταν η πρώτη
φορά που ένοιωσα αηδία για τον εαυτό μου».
Λύση
και λύτρωση για όσους νέους της εποχής αισθάνονται έτσι είναι οι σπουδές στο
εξωτερικό που συνδυάζονται με αποφυγή στράτευσης στο δικτατορικό στράτευμα. Οι
γνώσεις ιταλικών και η κοντινή απόσταση τον οδηγούν στην γειτονική χώρα όπου
γράφεται στην σχολή Μηχανικών. Φεύγοντας, τον ακολουθεί η κλασική πατρική
συμβουλή να μην ανακατευτεί με την πολιτική :«Κάτσε φρόνιμα γιατί έχεις αδέλφια
και θα πληρώσουμε και εμείς. Εγώ σε στέλνω να σπουδάσεις, δε σε στέλνω να
γίνεις εκεί ηγέτης, αντάρτης. Θα σε πιάσουν, θα σε σκοτώσουν και θα σκοτώσουν
και τους άλλους. Με τις δικτατορίες δε παίζουν, δε δίνουν λογαριασμό σε
κανέναν».
Πράγματι
τον πρώτο χρόνο ο Γεωργάκης δείχνει απόμακρος από τις οργανώσεις των ελλήνων
φοιτητών, αλλά από το καλοκαίρι του 1968 εντάσσεται στη νεολαία της Ένωσης
Κέντρου ως αρμόδιος για τον Τύπο και τις δημόσιες σχέσεις. Τα πράγματα αλλάζουν
δραματικά το καλοκαίρι του 1970. Η δικτατορία γνωρίζοντας την αντιχουντική
προπαγάνδα των φοιτητών τους εκβιάζει με πολλούς τρόπους : πιέσεις μέσω των ελληνικών
προξενείων, πάγωμα των εμβασμάτων, διακοπές των αναβολών στράτευσης και πιέσεις
προς τους ανθρώπους που έχουν αφήσει πίσω.
Τον
Ιούνιο του 1970 ο Γεωργάκης δίνει ανώνυμη συνέντευξή του στο ιταλικό περιοδικό
Sigla a, στην οποία καταγγέλλει το ρόλο των χαφιέδων της χούντας κατά των
φοιτητών, δίνοντας τα αρχικά των ονομάτων τους καθώς και τα χρήματα που
λαμβάνουν από το ελληνικό προξενείο στην Ιταλία.
Πριν
ακόμα δημοσιευτεί η συνέντευξη οι άνθρωποι της χούντας μαθαίνουν την ύπαρξή της
και το όνομά του :«Για λόγους που δεν κατάφερα ακόμη να ανακαλύψω, η
μαγνητοταινία της συνεντεύξεώς μου βρέθηκε στην κατοχή του προξενείου της
Γένοβας, το οποίο κάλεσε κατεπειγόντως τον εν λόγω «κύριο», και σε μια σύσκεψη
η οποία διεξήχθη αρχικά στο προξενείο και στη συνέχεια –σύμφωνα με τους
πληροφοριοδότες μου- στην έδρα της «Λέγκα» στην οδό Καϊρόλι αποφασίστηκε «να
μου σιάξουν τη γραβάτα»… χρησιμοποιώντας επακριβώς την έκφραση ενός μέλους. Και
πράγματι την επομένη δέχθηκα την επίθεση του «κυρίου» Σκουλά από τη οποία γλίτωσα
χάρη στην επέμβαση ενός φίλου, που έτυχε να είναι παρών».
Ο
Γεωργάκης φοβάται πλέον ότι θέλουν να του «σιάξουν την γραβάτα» και κοιμάται
βάζοντας μπουκάλια πίσω από την πόρτα. Οι άνθρωποι του περιοδικού όταν τον
ξανασυναντιούνται τον βλέπουν αναστατωμένο. Στις 18 Σεπτεμβρίου δέχεται γράμμα
από την Ελλάδα που τον αναστατώνει περισσότερο. Η επιστολή δεν βρίσκεται ποτέ,
αλλά από τις αφηγήσεις κοντινών του ανθρώπων, ο πατέρας του γράφει πως πρέπει
να σταματήσει τις ενέργειες του γιατί έχουν προβλήματα οι δικοί του άνθρωποι
στην Κέρκυρα, και ότι πρέπει να επιστρέψει για να στρατευθεί.
Ο
Γεωργάκης παίρνει την ίδια ημέρα την τραγική του απόφαση. Γεμίζει ένα μπιτόνι
βενζίνη, γράφει το γράμμα – αποχαιρετισμό προς τον πατέρα του, δίνει το μπουφάν
του στην αρραβωνιαστικιά του λέγοντάς της :«Κράτησέ το εσύ, εγώ δεν το
χρειάζομαι… κράτησέ το, εμένα δε θα μου χρειαστεί ξανά…» και φεύγει κατά της
μία το βράδυ από το σπίτι με το πεντακοσαράκι του ΦΙΑΤ. Η επόμενη πράξη της
τραγωδίας εξελίσσεται στην πλατεία Ματεότι, και είναι καλύτερο να περιγραφτεί
από έναν οδοκαθαριστές του δήμου που βρίσκεται εκεί :
«
Ήταν 3 παρά 10 το πρωί και μαζί με άλλους τρεις συναδέλφούς κάναμε την υπηρεσία
μας στην πλατεία Ματεότι. Η πλατεία ήταν έρημη, εγώ πήγαινα προς τη σκάλα του
Παλάτσο Ντουκάλε, όταν είδα μια λάμψη πίσω μου. Ανησυχήσαμε μήπως ξέσπασε καμία
πυρκαγιά. Φυσικά δεν φανταζόμασταν ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο που καιγόταν.
Πήγαμε να δούμε τι συμβαίνει και αντικρίσαμε τη φιγούρα ενός ανθρώπου
τυλιγμένου στις φλόγες που τρέχοντας φώναζε «Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα», «Το έκανα
για την Ελλάδα μου». Τρέξαμε προς το μέρος του με τα σακάκια μας και άλλα ρούχα
προσπαθώντας να σβήσουμε τη φωτιά. Η ανθρώπινη δάδα μας ξέφυγε, αποφασισμένη να
καεί μέχρι τέλους. Μετά σβήσαμε τη φωτιά…Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό και
φοβερό, τρομερή η μυρωδιά που προερχόταν από καμένες σάρκες. Το σοκ ήταν
απερίγραπτο. Δεν μπορώ ακόμη και τώρα να συνέλθω και δεν ξέρω αν ποτέ τα
καταφέρω να το ξεπεράσω. Δεν είμαι σε θέση να περιγράψω οτιδήποτε άλλο. Μου
είναι αδύνατο να συνεχίσω να μιλώ. Άτομα σαν κι αυτόν υπάρχουν ένα στο
εκατομμύριο».
Το
απίστευτο γεγονός συγκλονίζει όλο τον κόσμο, αιφνιδιάζει την χούντα και παγώνει
τους δικούς του που το μαθαίνουν τελευταίοι. Ο πατέρας που φτάνει άμεσα στην
Ιταλία περιγράφει την τελευταία εικόνα που έχει από τον γιο του :«Ήταν γυμνός με ένα μικρό σωβρακάκι.
Ήταν από την μέση και κάτω καμένος… σε τρία εκατοστά βάθος θα είναι λίγο. Κάθε
δέκα πόντους είχε και γραμμές. Δηλαδή κάρβουνο, δεν μπορούσε να γλιτώσει». Εκεί
διαβάζει και το αποχαιρετιστήριο γράμμα που είχε γράψει γι αυτόν ο γιος του :
«Αγαπημένε
μου πατέρα. Συγχώρεσέ μου αυτή την πράξη, χωρίς να κλάψεις. Ο γιος σου δεν
είναι ένας ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος, όπως οι άλλοι, ίσως με λίγο φόβο
παραπάνω. Φίλησε τη γη μας για μένα. Μετά από τρία χρόνια βίας δεν αντέχω άλλο.
Δε
θέλω εσείς να διατρέξετε κανέναν κίνδυνο, εξαιτίας των δικών μου πράξεων. Αλλά
εγώ δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά παρά να σκέπτομαι και να ενεργώ σαν ελεύθερο
άτομο. Σου γράφω στα ιταλικά για να προκαλέσω αμέσως το ενδιαφέρον όλων για το
πρόβλημά μας. Ζήτω η Δημοκρατία. Κάτω οι τύραννοι. Η γη μας που γέννησε την
ελευθερία θα εκμηδενίσει την τυραννία! Εάν μπορείτε συγχωρέστε με.
Ο
Κώστας σου».
Η
χούντα αποκρύπτει το γεγονός, οι λογοκριμένες ελληνικές εφημερίδες δεν γράφουν
ούτε γραμμή, αλλά στην Ιταλία όλες οι κομματικές παρατάξεις, οργανώσεις και
φορείς τιμούν τον νέο που θυσίασε την ζωή του για την ελευθερία. Όλοι, εκτός
του Ελληνικού προξενείου στην Ιταλία που υποβαθμίζει τη θυσία μιλώντας
ουσιαστικά για «ψυχολογικά προβλήματα» του Γεωργάκη :
«
Εξ’ όσων αντελήφθην και εκ των λεχθέντων υπό των συμφοιτητών του ούτος είχεν
επανειλημένως κρίσεις μελαγχολίας κυρίως διότι επεβάρυνε τον πατέρα του
οικονομικώς ενώ ο ίδιος επίστευεν ότι δεν θα επετύγχανε τελικώς να περατώση τας
σπουδάς του. Επίσης ότι κατητρύχετο από αδικαιολόγητον άγχος ότι εάν επανέλθη
εις Κέρκυραν δεν θα τω επιτραπή να αναχωρήση εκ νέου εις Ιταλίαν».
Η
κηδεία γίνεται στην Γένοβα στις 23 Σεπτεμβρίου με το φέρετρο να φτάνει στους
ώμους συμφοιτητών του σκεπασμένο με την Ελληνική σημαία και να φυλάσσετε από
αυτούς για τον κίνδυνο αρπαγής του. Η δικτατορία δεν επιτρέπει την επιστροφή
της σορού στην Ελλάδα για τον φόβο αντικαθεστωτικών εκδηλώσεων και η σορός
παραμένει στο νεκροτομείο της Γένοβας για σχεδόν τέσσερις μήνες, ως τις 18
Ιανουαρίου 1971 που φτάνει με μυστική επιχείρηση στη Κέρκυρα. Στον δρόμο για το
νεκροταφείο τον συνοδεύουν μόνο ένα περιπολικό και οι δικοί του σε ταξί…
