Μαρίνα Αλεξανδρή
Σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις της Citigroup η Ευρώπη –και, προφανώς, και η Ελλάδα– θα βρεθεί αυτόν τον χειμώνα αντιμέτωπη με το φάσμα της «ενεργειακής φτώχειας». Σύμφωνα με τα στοιχεία του Bloomberg οι τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων του φυσικού αερίου έχουν εκτοξευτεί αυτόν τον Σεπτέμβριο κατά 370% σε σχέση με πέρσι και αυτή την εβδομάδα κατέγραψαν νέο ιστορικό ρεκόρ.
Σε
ιστορικό ρεκόρ, κατά τα ίδια στοιχεία, έχει φθάσει και το κόστος της ηλεκτρικής
ενέργειας στην Γερμανία, με τις τιμές χονδρικής να έχουν ήδη ανέβει κατά 120%
μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο. Η αντίστοιχη αύξηση στην Βρετανία φθάνει στο
130%, το φυσικό αέριο έχει φθάσει πλέον αναλογικά να είναι ακριβότερο από το
πετρέλαιο, και συμπαρασύρει τις τιμές
του άνθρακα, και μια ευρεία γκάμα βασικών αγαθών. Ολα αυτά – και πάλι σύμφωνα
με την Citigroup – σημαίνουν ότι, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, οδεύουμε σε μέσες
ανατιμήσεις της τάξης τουλάχιστον 20% στους λογαριασμούς λιανικής του ρεύματος
για τους ευρωπαίους καταναλωτές.
Σύμφωνα
με τον υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα ωστόσο το παγκόσμιο φαινόμενο των
ανατιμήσεων θα είναι παροδικό, έχει να κάνει με την ισχυρή ανάκαμψη μετά τα
lockdown και η αγορά θα εξομαλυνθεί μόλις εξισορροπήσει η προσφορά με την
ζήτηση.
Σύμφωνα
επίσης με τον υπουργό Ανάπτυξης Αδωνι Γεωργιάδη «θα υπάρξουν υπό τις παρούσες
διεθνείς συγκυρίες ανατιμήσεις σε πολλά προϊόντα. Δεν θα έρθουν δυνάμει της
κυβέρνησης. Δεν είναι στη δυνατότητά μας να ελέγξουμε την παγκόσμια οικονομία».
Η
αλήθεια είναι πως, όντως, το τσουνάμι των ανατιμήσεων αποτελεί παγκόσμιο
φαινόμενο, απότοκο της κρίσης στην εφοδιαστική αλυσίδα και της εκτίναξης του
κόστους της ενέργειας και των πρώτων υλών μετά την άρση των lockdown και το
άνοιγμα των οικονομιών.
Είναι
όμως επίσης αλήθεια πως η ελληνική κοινωνία και οικονομία έχει μειωμένες
αντοχές απέναντι σ’ αυτό το κύμα ακρίβειας μετά την δεκαετία των Μνημονίων και
της εισοδηματικής συμπίεσης.
Όπως
είναι αλήθεια και ότι η κυβέρνηση δείχνει – προσώρας – τουλάχιστον να υποτιμά
τις εν Ελλάδι συνέπειες του πανευρωπαϊκού ενεργειακού σοκ για το οποίο
προειδοποιούν διεθνείς τράπεζες, οργανισμοί και αναλυτές.
Σύμφωνα
με τις έως τώρα πληροφορίες, τα αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία εξετάζει η
κυβέρνηση και θα ανακοινώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης το Σαββατοκύριακο στην ΔΕΘ
θα έχουν περιορισμένη εμβέλεια και στόχευση στις πιο αδύναμες κοινωνικές
ομάδες.
Οι
δύο βασικές παρεμβάσεις που προωθούνται είναι η διεύρυνση του κοινωνικού
τιμολογίου ρεύματος στο οποίο θα ενταχθούν περισσότεροι δικαιούχοι, με αυστηρά
όμως εισοδηματικά κριτήρια καθώς και μια μορφή στήριξης των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων που θα αντιμετωπίσουν επίσης φουσκωμένος λογαριασμούς ρεύματος.
Σε
δεύτερο επίπεδο εξετάζεται και η επιδοματική στήριξη, απ’ ευθείας των
λογαριασμών ρεύματος, για τα πολύ φτωχά όμως νοικοκυριά. Και από εκεί και πέρα,
το ζητούμενο είναι να υπάρξει κάποια μείωση του ΦΠΑ ή των φόρων κατανάλωσης,
αντισταθμιστικά στο ευρύτερο κύμα ανατιμήσεων σε βασικά είδη διατροφής και άλλα
προϊόντα.
Από
το μίγμα αυτό, είναι σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει όχι
πλήρης, αλλά ούτε καν γενναία απορρόφηση των ανατιμήσεων. Το μήνυμα αυτό
μάλιστα εκπέμπεται και από αρκετά ακόμη κυβερνητικά στελέχη, πέραν του Αδωνι
Γεωργιάδη, που στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους επισημαίνουν πως οι επιβαρύνσεις
είναι πολύ δύσκολο να απορροφηθούν στο σύνολό τους αφού στις περισσότερες
περιπτώσεις μιλάμε για διψήφια ποσοστά αυξήσεων.
Οικονομικά,
αυτό σημαίνει ότι η μεσαία τάξη στην Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν πολύ
σκληρό και δύσκολο χειμώνα. Πολιτικά, οδηγεί την κυβέρνηση σε νέο μέτωπο
δοκιμασίας την ώρα που καταγράφει την πιο έντονη φθορά της διετούς θητείας τους
λόγω της διαχείρισης της πανδημίας και της κατάρρευσης του επιτελικού κράτους
στις πυρκαγιές.
