Κωνσταντίνος Λάππας
Η συνέντευξη του πρωθυπουργού στο Mega το βράδυ της Τετάρτης μπορεί να θεωρηθεί ως ορόσημο της στροφής της κυβέρνησης προς την τρίτη δόση του εμβολίου κατά της covid-19. Αφήνοντας πίσω τη λογική της χαλαρής σύστασης που είχε υιοθετήσει το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «απαραίτητη» τρίτη δόση, παρόλο που κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με τη διακηρυγμένη θέση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Τίθενται
λοιπόν τα ερωτήματα: Υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα της
τρίτης δόσης; Άλλαξε στάση η κυβέρνηση σε σχέση με την τρίτη δόση του εμβολίου;
Κι έπειτα, είναι αναγκαίο λοιπόν να κάνουμε την τρίτη δόση; Πάμε προς ένα
σενάριο επαναλαμβανόμενων εμβολίων; Είναι η τρίτη δόση η απάντηση στην έξαρση
της πανδημίας; Δεν μπορεί η χορήγηση της τρίτης δόσης σε μεγάλο κομμάτι του
πληθυσμού να καλύψει σε ένα βαθμό το χαμένο έδαφος από τον μη εμβολιασμό του
τμήματος που ακόμα αρνείται να εμβολιαστεί; Στα ερωτήματα αυτά επιχειρούμε να
δώσουμε απαντήσεις με τη βοήθεια της καθηγήτριας Φαρμακολογίας στο Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων, Κατερίνας Αντωνίου. Και τέλος, τί γίνεται με την τρίτη δόση στον
υπόλοιπο κόσμο, την ώρα που σε πολλά αναπτυσσόμενα κράτη δεν έχει φτάσει καν η
πρώτη δόση;
Υπάρχει
επιστημονική τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα της τρίτης δόσης;
Μέχρι
πρόσφατα η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού περιοριζόταν σε μια χαλαρή σύσταση για
χορήγηση της τρίτης δόσης του εμβολίου στις ευπαθείς ομάδες και όσους ήταν άνω
των 50. Η στάση αυτή άλλαξε την τελευταία εβδομάδα, με την επικεφαλής της
Επιτροπής Μαρία Θεοδωρίδου να παρουσιάζει την Τρίτη τα αποτελέσματα έρευνας από
την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ σε συνεργασία με το Ερευνητικό Ινστιτούτο στο
Ισραήλ, σύμφωνα με την οποία σε ποσοστό 93% τα άτομα που είχαν λάβει την τρίτη
δόση είχαν μικρότερη πιθανότητα εισαγωγής στο νοσοκομείο, 92% είχε μικρότερο
κίνδυνο σοβαρής νόσου και 81% είχε μικρότερο κίνδυνο για θάνατο.
Ανάλογη
αλλαγή στάσης είχαμε και από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA), που πλέον
θεωρεί ότι μια επιπλέον δόση από τα εμβόλια των BioNTech/Pfizer και Moderna
μπορούν να δοθούν σε άτομα με σοβαρά αποδυναμωμένα ανοσοποιητικό σύστημα.
Άλλαξε
στάση η κυβέρνηση σε σχέση με την τρίτη δόση του εμβολίου;
Η
απάντηση είναι «εν μέρει ναι». Κι αυτό διότι τη χαλαρή σύσταση διαδέχθηκε το
άνοιγμα της συζήτησης περί θέσπισης ημερομηνίας λήξης στα πιστοποιητικά
εμβολιασμού και φυσικά η συνέντευξη Μητσοτάκη, το βράδυ της Τετάρτης.
«Γιατί
αποδίδω μεγάλη σημασία στην τρίτη δόση, κυρία Τζίμα και κ. Πρετεντέρη; Για τον
απλούστατο λόγο ότι πρώτον ξέρουμε ότι είναι απαραίτητη μετά τους 6 μήνες. Το
τείχος ανοσίας παρουσιάζει ρωγμές, ειδικά στους ηλικιωμένους. Και δεύτερον,
διότι άνθρωποι οι οποίοι ήδη έχουν εμβολιαστεί με δυο δόσεις δεν έχουν κάποια
φυσική δυσκολία να πειστούν να κάνουν την τρίτη», είπε ο πρωθυπουργός στους
δημοσιογράφους του Mega. «Και ζητώ, κάνω έκκληση στους πολίτες, να πάνε να
εμβολιαστούν με την τρίτη δόση», συμπλήρωσε λίγο αργότερα ο Κυριάκος
Μητσοτάκης.
Όμως
ο πρωθυπουργός απέκλεισε κάθε σενάριο επέκτασης της υποχρεωτικότητας στον
εμβολιασμό, άρα ζήτημα περιορισμών σε όσους και όσες δεν κάνουν την τρίτη δόση,
προς το παρόν τουλάχιστον, δεν τίθεται.
Είναι
αναγκαίο να κάνουμε την τρίτη δόση;
Θέσαμε
το ερώτημα στην Κατερίνα Αντωνίου, καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.«Στην επιστήμη μιλάμε για πληροφορία, δεδομένα και
γνώση. Για την τρίτη δόση του εμβολίου έχουμε έως τώρα στη διάθεσή μας κάποια
δεδομένα, κυρίως από το μεγάλο δείγμα του Ισραήλ, αλλά όχι γνώση. Από τα
δεδομένα αυτά βλέπουμε ότι η τρίτη δόση θα μπορούσε να είναι μια προσέγγιση για
να ενισχύσουμε την υπάρχουσα κατάσταση και γι’ αυτό έχει συστήνεται όχι μόνο
στους ευπαθείς πληθυσμούς αλλά σε όλους τους ενήλικες. Θεσμικά αρμόδιοι να το
κρίνει αυτό είναι η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού και εγώ επιμένω ότι οι ειδικοί
πρέπει να έχουν τον τελευταίο λόγο σε τέτοια θέματα, σε τόσο κρίσιμες στιγμές»,
είναι η απάντηση της. «Εξ΄όσων γνωρίζω δεν υπάρχει άλλη προσέγγιση σχετικά με
την τρίτη δόση», συμπληρώνει.
Πάμε
προς ένα σενάριο επαναλαμβανόμενων εμβολίων;
«Απ’
ότι αντιλαμβάνομαι από τη βιβλιογραφία, είναι πιθανό να έχουμε ένα τέτοιο
σενάριο μπροστά μας. Φαίνεται πιθανό να βγει αληθινή η φράση ‘ο ιός ήρθε για να
μείνει’. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το πούμε ακόμα με σιγουριά, δεν έχουμε όλα
τα δεδομένα στη διάθεσή μας για το πούμε με ασφάλεια», απαντά η καθηγήτρια.
Είναι
η τρίτη δόση η απάντηση στην έξαρση της πανδημίας;
«Είναι
ένα ακόμα όπλο αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η τρίτη δόση πρέπει να μονοπωλήσει το
ενδιαφέρον μας, αποδυναμώνοντας την ενίσχυση που οφείλουν να έχουν κι άλλοι
άξονες. Χρειαζόμαστε να πείσουμε τον κόσμο να εμβολιαστεί και όχι να σταθούμε
ενάντιά του. Να διεκδικήσουμε μια αναδιοργάνωση στο ΕΣΥ ώστε αυτό να μπορεί να
αντιμετωπίσει με όρους ποιότητας και αξιοπρέπειας την κρίση, ειδικά αν
αποδειχθεί ότι ‘ο ιός ήρθε για να μείνει’», υποστηρίζει η κα. Αντωνίου. «Επίσης
είναι απαραίτητο η γνώση που έχουμε αναπτύξει πάνω στην covid-19 να διαχέεται
από τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία μέχρι τους γενικούς γιατρούς που ίσως
χρειαστεί να περιθάλψουν έναν ασθενή με covid σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή.
Και φυσικά να ενισχύσουμε την πρόληψη, την προνοσοκομειακή περίθαλψη, εν γένει
αυτό που λέμε δημόσια υγεία», συμπληρώνει.
Δεν
μπορεί η χορήγηση της τρίτης δόσης σε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού να καλύψει
σε ένα βαθμό το χαμένο έδαφος από τον μη εμβολιασμό του τμήματος που ακόμα αρνείται
να εμβολιαστεί;
«Η
τρίτη δόση σε ένα τμήμα του πληθυσμού δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να είναι
υποκατάστατο του μη εμβολιασμού ενός άλλου τμήματος του πληθυσμού. Η προσέγγιση
αυτή μου φαίνεται περισσότερο επικοινωνιακού χαρακτήρα και όχι μέρος μιας
στρατηγικής προς αντιμετώπιση μιας κρίσης», σημειώνει η καθηγήτρια.
Μπορεί
όλος ο πλανήτης να κάνει την τρίτη δόση;
Σύμφωνα
λοιπόν με τους επιστήμονες, είναι από καλό έως και απαραίτητο όλοι και όλες να
εμβολιαστούμε και με την τρίτη δόση. Μια σειρά από χώρες του Δυτικού κόσμου, με
πρώτες το Ισραήλ και τις ΗΠΑ προχωρούν στη χορήγηση της τρίτης δόσης για να
θωρακίσουν το τείχος ανοσίας των πολιτών τους.
Κι
αν στον Δυτικό κόσμο υπάρχει αυτή η επιλογή, δεν ισχύει το ίδιο για άλλα μέρη
του πλανήτη, όπου δεν έχουν φτάσει καν εμβόλια για την πρώτη δόση ή όχι αρκετά
για όλο τον πληθυσμό. Υπενθυμίζεται ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί
αναγκαία τη χορήγηση τρίτης δόσης μόνο σε άτομα τα οποία έχουν αναπτύξει μη
επαρκή αντισώματα με το βασικό εμβολιασμό. Αντιθέτως τονίζει πως η προσοχή της
παγκόσμιας κοινότητας πρέπει να δοθεί στον εμβολιασμό των ατόμων, ειδικά των
ευάλωτων, που διαμένουν στις αναπτυσσόμενες χώρες και έχουν μείνει
ανεμβολίαστα, χωρίς επαρκή πρόσβαση σε πρώτη και δεύτερη δόση.
Ενώ
ο ΠΟΥ είχε θέσει στόχο όλα τα κράτη να έχουν εμβολιάσει πλήρως τουλάχιστον το
10% των πληθυσμών τους στο τέλος Σεπτεμβρίου, πάνω από 50 χώρες δεν έπιασαν τον
στόχο αυτό. Οι περισσότερες είναι στην Αφρική, όπου μόνο 15 κράτη τα κατάφεραν,
μερικά από τα οποία μάλιστα έχουν πολύ μικρό πληθυσμό. Το μέσο ποσοστό
εμβολιασμού στην Αφρική στο τέλος Σεπτεμβρίου ήταν μόλις 4,4%.
«Τα
τελευταία δεδομένα δείχνουν κάποια πρόοδο αλλά υπάρχει ακόμα μακρύς δρόμος να
διανυθεί προκειμένου να πιάσουμε στον στόχο του ΠΟΥ για πλήρη εμβολιασμό του
40% του πληθυσμού μέχρι το τέλος του χρόνου. Οι παραδόσεις αυξάνονται αλλά η
αδιαφάνεια στις παραδόσεις είναι ακόμα ο νούμερο ένα παράγοντας που κρατά πίσω
την Αφρική», δήλωσε ο Δρ. Ρίτσαρντ Μιχίγκο, Συντονιστής του ΠΟΥ στην Αφρική για
τα προγράμματα εμβολιασμού.
Αλλά
και εκτός Αφρικής, υπάρχουν χώρες με πολύ χαμηλή πρόσβαση σε εμβόλια κατά της
covid-19, κυρίως εξαιτίας πολεμικών συγκρούσεων ή πολιτικών συνθηκών που
συμβαίνουν στο έδαφός τους. Η Υεμένη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και η Μιανμάρ
είναι ορισμένες από αυτές.
Σύμφωνα
με ρεπορτάζ του BBC, χώρες που για τον εφοδιασμό τους στηρίζονταν σε μεγάλο
βαθμό στην παγκόσμια πρωτοβουλία COVAX παρέλαβαν μικρότερες από τις
προγραμματισμένες ποσότητες μετά την αλλαγή πολιτικής του Ινστιτούτου Serum της
Ινδίας, του μεγαλύτερου κέντρου παραγωγής εμβολίων στον κόσμο. Τον περασμένο
Απρίλιο η Ινδία τότε πάγωσε τις εξαγωγές εξαιτίας της μεγάλης έξαρσης της
πανδημίας στο εσωτερικό της.
Όμως
οι περισσότεροι παραγωγοί είχαν ήδη συνάψει συμφωνίες πώλησης εμβολίων ήδη από
τον Ιούνιο του 2020, όταν ακόμα τα εμβόλια βρίσκονταν σε φάσεις δοκιμών. Αυτό
είχε ως αποτέλεσμα τη μειωμένη πρόσβαση σε εμβόλια της πρωτοβουλίας COVAX, και
κατά συνέπεια τον μη επαρκή εφοδιασμό πολλών αναπτυσσόμενων κρατών.