Η ΕΥΠ στα βήματα της ΚΥΠ: Μαρτυρίες παρακολουθήσεων προδικτατορικής και δικτατορικής περιόδου


Δημήτρης Μπαμπούλης

 

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις ότι η ΕΥΠ παρακολουθεί πολίτες, δημοσιογράφους και δικηγόρους για λόγους «εθνικής ασφάλειας» και «ομαλού κοινωνικού βίου», όπως ισχυρίστηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου, έφεραν στο νου τις πρακτικές της ΚΥΠ, προδικτατορικά αλλά και κατά την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών. Εξάλλου η παρακρατική δράση της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφορίων συνέβαλε σημαντικά στην εγκαθίδρυση του απριλιανού καθεστώτος, ενώ και πολλοί εκ των ηγετών της Χούντας αναδείχθηκαν μέσω αυτής.

 

Το Τvxs.gr μέσα από το βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση» συνέλεξε και αναδημοσιεύει μερικές μαρτυρίες ντοκουμέντα για το κλίμα φόβου και παρακολούθησης που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια...

 

    Η παρακολούθηση στα πανεπιστήμια

 

«Σε κάθε συγκέντρωση για φοιτητικά προβλήματα ήταν μέσα και από ένας Ασφαλίτης»

 

Ο Γιώργος Γαβρηίλ φοιτητής Φαρμακευτικής την περίοδο της δικτατορίας στην μαρτυρία του περιγράφει ολόκληρο το κλίμα της εποχής, τον φόβο, την παρακολούθηση και τους τρόπους επικοινωνίας των φοιτητών για να καταλαβαίνουν αν κάποιος ήταν μαζί τους ή της Ασφάλειας.

 

Συγκεκριμένα, αναφέρει για το «κλίμα» της δικτατορίας: «Δεν υπήρχε καμία έκφραση της προσωπικής ή κοινωνικής ζωής, που να μην ένιωθες το βάρος της Δικτατορίας. Ήταν μια ταφόπλακα που μας πλάκωνε. Έπρεπε να λειτουργείς πάντα με τον τρόπο που εκείνη απαιτούσε. Καθετί που έκανες, είτε πήγαινες σινεμά, σε μια βιβλιοθήκη ή σε ταβέρνα, είχες πάντα το άγχος ότι δεν ήταν αποδεκτό από τη δικτατορία και οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσες να το πληρώσεις».

 

Μέχρι και οι στενές προσωπικές σχέσεις επηρεάζονταν από τον φόβο που προκαλούσε το καθεστώς: «Ακόμη και ο έρωτας, ήταν υπό επιτήρηση και συνεπώς μίζερος. Γιατί δεν υπήρχε η ελευθερία που απαιτείται για να μπορέσει να εκδηλωθεί. Ήταν έρωτας ανάμεικτος με φόβους. Θυμάμαι ότι ως φοιτητές είχαμε πάει μία εκδρομή, και όλο αυτό το παιχνίδι του έρωτα και της διάθεσης για αντίσταση, τα οποία περιπλέκονταν μεταξύ τους, επηρεαζόταν από το φόβο. Οι σχέσεις μας δεν ήταν ελεύθερες. Εγώ ας πούμε, είχα πάει με τη μετέπειτα γυναίκα μου μια εκδρομή στην Καστοριά και συνεχώς σκεφτόμουν, εάν έκανα κάτι που δεν έπρεπε να έχω κάνει. Ακόμα και στο δωμάτιο μέσα σκεφτόμουν ότι κάποιος με παρακολουθούσε».

 

«Η δικτατορία δεν έδινε καμία ελπίδα διαφυγής. Δεν ήταν ότι θα τελείωνε σε ένα μήνα, πίστευες ότι θα συνεχίζεται για πάντα. Και έπρεπε να κάνεις τους προγραμματισμούς της ζωής σου, να παντρευτείς, να πιάσεις δουλειά, να κάνεις παιδιά, να διαβάσεις, πάντα υπό τον φόβο ότι η ζωή σου θα είναι γεμάτη συμβιβασμούς. Και γι΄ αυτό, η μεγαλύτερη ανακούφιση που ένοιωσα μετά την πτώση της δικτατορίας ήταν αυτός ο φρέσκος "αέρας που μπήκε μέσα στα πνευμόνια μας", η αίσθηση ότι πλέον μπορούμε να αναπνέουμε.

 

»Εγώ τότε ζούσα στον Ωρωπό και είχαμε, με τον αδελφό μου και τη μάνα μου, ένα μικρό ουζερί, το οποίο είχε πάρα πολύ δουλειά. Αναγκαστήκαμε, όμως, να το κλείσουμε "σε μία βραδιά", διότι η αστυνομία απαιτούσε να βάλουμε μία ταμπέλα που θα έλεγε "Ναι στον Παπαδόπουλο". Και από το να γίνουμε περίγελος σε όλο το χωριό, και μάλιστα εγώ που ήμουν φοιτητής στο πανεπιστήμιο με δημοκρατικές απόψεις, συμφωνήσαμε και το κλείσαμε. Να μείνεις ξαφνικά χωρίς δουλειά, εξαιτίας της πράξης ενός χωροφύλακα!».

 

Ο Γιώργος Γαβριήλ περιέγραφε ενδεικτικά στη μαρτυρία του και τον τρόπο που δρούσε η Ασφάλεια μέσα στα Πανεπιστήμια για να μάθει την δράση και τις ιδέες των φοιτητών: «Aπό την πρώτη στιγμή που ήμασταν στο πανεπιστήμιο, ψάχναμε να βρούμε κωδικούς επικοινωνίας για να καταλάβουμε τελικά εάν κάποιος συμφοιτητής μας ήταν δημοκρατικός ή, ακόμα - ακόμα, εάν θα μπορούσε να κάνει και κάποια αντιδικτατορική πράξη. Υπήρχε ο φόβος του χαφιέ, η χούντα είχε ερείσματα και μέσα στους φοιτητές και μέσα στην κοινωνία» [...] «Ακόμα κι ένα στραβοκοίταγμα στους διάφορους Ασφαλίτες που κυκλοφορούσαν ελεύθεροι μέσα στο πανεπιστήμιο, ήταν αρκετό για να σου πούνε, "Για έλα μέσα, μικρέ". Εμένα, μια φορά, με συνέλαβαν και με πήγαν στην Ασφάλεια, επειδή κρατούσα έναν πάκο τυλιγμένο με μια εφημερίδα, όπου μέσα είχα κάτι άσχετα πράγματα τα οποία πέρασαν για προκηρύξεις. Σε κάθε συγκέντρωση για φοιτητικά προβλήματα ήταν μέσα και από ένας Ασφαλίτης -είτε τον λέγανε Κανούση, είτε τον λέγανε Μαρκονίκο- ο οποίος μάλιστα προσπαθούσε να αποκτήσει και φιλικές σχέσεις με τους φοιτητές. Είχε γίνει ένα κομμάτι της ζωής μας».

 

Η παράξενη ψυχολογική σχέση διώκτη-διωκόμενου με την Ασφάλεια

 

Ο Διονύσης Μαυρογένης, επίσης, φοιτητής Φαρμακευτικής την περιόδο της δικτατορίας μίλησε και εκείνος για την παρακολούθηση μέσα στον χώρο των Πανεπιστημίων και την ψυχολογική σχέση διώκτη και διωκόμενου. Με τους διώκτες να είναι από υπάλληλοι του Πανεπιστημίου, μέχρι και φοιτητές έμμισθοι της Αφάλειας.

 

«Είχαμε μια παράξενη σχέση με τους Ασφαλίτες. Σε παρόμοιες περιπτώσεις οικοδομείται πάντα μια παράξενη ψυχολογική σχέση διώκτη-διωκόμενου. Ηταν κάτι ψιλοχαφιέδες μέσα στις σχολές, υπάλληλοι αλλά και φοιτητες έμμισθοι της Ασφάλειας, έπαιρναν ένα πεντακοσάρικο την εβδομάδα και ήταν διορισμένοι στις διοικήσεις των Συλλόγων, ως "Άλκημοι Νέοι", χουντική φοιτητική παράταξη. Ολους τους άλλους τους γνωρίζαμε, κυρίως το σπουδαστικό της Ασφαλείας, δηλαδή τον Κανούση, τον Μπάμπαλη, τον Μαρκονίκο, τον Καραπαναγιώτη  γιατί έρχονταν στη σχολή. Σε κάποιο εργαστήριο, στην αρχή που δεν ήξερα πρόσωπα και πράγματα, δίπλα μου ήταν ένας με άσπρη ποδιά και του λέω "βρε συνάδελφε, ρίξε μια ματιά αν μπορείς να με βοηθήσεις, να τελειώσω". "Τί συνάδελφε, ρε" μου λέει. Ήταν ο Μαρκονίκος της Ασφάλειας και φορούσε την άσπρη ποδιά που βάζαμε στα εργαστήρια».

 

Στη μαρτυρία του περιγράφει και μία ιστορία για το πώς έμαθε για έναν συμφοιτητή τους ότι είναι της Ασφάλειας, ενώ σημειώνει ότι η Ασφάλεια ήξερε οτιδήποτε συνέβαινε στο φοιτητικό κίνημα. «Μια φορά μπήκαμε στο ασανσέρ του χημείου μαζί με τον Γαβριήλ για να ανεβούμε στο εργαστήριο, στον τέταρτο όροφο. Και μπήκε μέσα μαζί μας και ένας κύριος. Εγώ δεν ήξερα ποιος είναι αυτός ο κύριος. Τελικά, ήταν ο Κανούσης της Ασφαλείας. Ο Γαβριήλ τον ήξερε αλλά για να βρει τρόπο να μου δώσει να καταλάβω ποιος είναι, λέει, κάνοντας δήθεν χιούμορ: "Καλά το όπλο ποιος το έχει τώρα;". Και γυρίζει ο άλλος και του λέει "Το έχω εγώ, τώρα". Τότε, κατάλαβα ότι ανέβαινα επάνω μαζί με τον ασφαλίτη. Η Ασφάλεια τα ήξερε όλα, δεν υπήρχε σχεδόν τίποτε στο φοιτητικό κίνημα που να μην είναι γνωστό. Αυτό όμως ήταν και η μεγάλη δύναμη του».

 

«Υπήρχαν μέσα χαφιέδες, ο καθένας μας είχε έναν φάκελο»

 

Ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Θεοδόσης Τάσιος μιλάει για την κατάσταση που επικρατούσε στα πανεπιστήμια από την πλευρά του καθηγητή αυτή την φορά τονίζοντας: «Βέβαια, υπήρχαν μέσα χαφιέδες, ο καθένας μας είχε έναν φάκελο. Το δικό μου το φάκελο τον βρήκαν τα παιδιά τις μέρες της εξέγερσης μέσα στο γραφείο. Βρήκανε ανώνυμη επιστολή που προερχόταν από τους διορισμένους φοιτητές, τους δήθεν συνδικαλιστές που είχε διορίσει η χούντα στα ΔΣ των φοιτητικών συλλόγων, μέσα στο φάκελό μου. Ίσως όμως να προερχόταν από τέως ή εν ενεργεία στρατιωτικούς που κάνανε τις σπουδές τους».

 

 «Όπου υπήρχε σημείο να σταθεί όρθιος άνθρωπος, ήταν γεμάτο χαφιέδες»

 

Ο ηθοποίος, σκηνοθέτης και συγγραφέας Γιώργος Κοτανίδης στην μαρτυρία του ανέφερε τον τρόπο που  παρακολουθούνταν από άτομα της Ασφάλειας, ακόμη και οι παραστάσεις θεάτρου που ανέβαζαν ως Φοιτητικός Όμιλος Θεάτρου Κινηματογράφου στην Θεσσαλονίκη.

 

Δίνοντας το κλίμα της εποχής ανέφερε στη μαρτυρία του: «Ήμασταν μια εξαιρετική συντροφιά πάνω στην Θεσσαλονίκη.Μια μεγάλη φοιτητική παρέα όπου είχαμε κάνει και τον Φ.Ο.Θ.Κ., Φοιτητικό Όμιλο Θεάτρου Κινηματογράφου. Κάναμε θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφική λέσχη. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για το φοιτητικό κίνημα, που με την χούντα δέθηκε χειροπόδαρα. Πάρα πολλοί φοιτητές πιάστηκαν και στάλθηκαν κατευθείαν στην εξορία. Με το παρά μικρό γίνονται συλλήψεις, βασανιστήρια κλπ. Στη Θεσσαλονίκη, υπήρχε μια "πολύ καλή" ομάδα βασανιστών: ο Δίπλας, ο Τετραδάκος, κάτι τέρατα. Επίσης, υπήρχαν πολλοί χαφιέδες οι οποίοι μας παρακολουθούσαν συνέχεια».

 

Ενδεικτικά περιγράφει την 21η Απριλίου του 1972 που ήταν η πέμπτη επέτειος της Χούντας και ο Φοιτητικός Όμιλος Θεάτρου Κινηματογράφου ανέβασε στην διάρκεια αυτής της ημέρας την θεατρική παράσταση «Αλή Ρετζό»: «Ξεκινάει, λοιπόν, η παράσταση, εγώ έκανα τον ένα από τους δυο αφηγητές, τον ρεπόρτερ που στην ουσία ήταν από την πλευρά του Ρέτζο –ήταν ένας τεχνοκράτης. Κάνοντας λοιπόν την πρώτη μου εμφάνιση, κατέβαινα στην πλατεία. Και βρίσκω αφορμή να βγω προς τα έξω, να δω τι γίνεται. Εκεί τι να δω; Όπου υπήρχε σημείο να σταθεί όρθιος άνθρωπος, ήταν γεμάτο χαφιέδες, φάτσες γνωστές, φιδίσιες, έτοιμες να δαγκώσουν και να χύσουν δηλητήριο. Οι ίδιοι που μας κυνηγούσαν το μεσημέρι στη διαδήλωση. Μετά ανεβαίνω στον εξώστη να κοιτάξω από πάνω και ξαφνικά εκεί που στεκόμουν, βλέπω αριστερά μου έναν ψηλό τύπο. Δεν του δίνω σημασία, είχε και πολύ κόσμο. Γυρνάω και ποιος ήταν; Ο Καραπαναγιώτης, του σπουδαστικού της Ασφάλειας, από τους πιο κυνικούς ασφαλίτες. Σιγά-σιγά, την κοπάνησα, πήγα στα παρασκήνια που ήταν και η θέση μου άλλωστε. Ευτυχώς, η παράσταση εξελίχτηκε χωρίς συλλήψεις μέσα στο θέατρο».

 

«Στο τέλος έπεσαν χειροκροτήματα, έγινε της τρελής, ήταν μια επιτυχημένη παράσταση. Βγαίνοντας το κοινό φώναξε κανά δύο συνθήματα, αλλά δεν έγινε κάποια διαδήλωση, γιατί ήταν τόσοι πολλοί οι ασφαλίτες με τις κλούβες, που ήταν αδύνατον. Βέβαια μας περίμεναν έξω από το θέατρο και μας φωτογράφιζαν όλους μαζί και έναν-έναν».

 

«Ο χαφιεδισμός ήτανε αφόρητος»

 

Ο συγγραφέας Κώστας Γεωργουσόπουλος έδωσε την δική του μαρτυρία για τον «χαφιεδισμό» στα Πανεπιστήμια και τη σύνδεσή του με το στρατιωτικό. «Ήταν πάρα πολύ δύσκολες οι περιστάσεις γενικότερα, άθλιες οι αίθουσες, δεν είχαμε τότε πανεπιστημιουπόλεις, συρροή μαθητών μέσα στα αμφιθέατρα. Και μέσα σε αυτό το κλίμα υπήρχε, λοιπόν, και ο χαφιεδισμός που ήτανε αφόρητος. Πολύ συχνά καλούσανε τους φοιτητές στην Ασφάλεια και τους κάνανε υποδείξεις. Φυσικά , αυτό πληρώνονταν αργότερα στο στρατό. Ο στρατός ήτανε, κατά κάποιο τρόπο, μια τιμωρία για το πώς είχες συμπεριφερθεί ως φοιτητής».

 

Από την πλευρά του ο Νίκος Μανιός στη μαρτυρία του αναφέρει: «Το "Πολυτεχνείο" το παρακολουθώ συνοδεία τριών μονίμων συνοδών της Ασφαλείας που είναι όλες τις ημέρες της εβδομάδας και όλες τις ώρες του εικοσιτετραώρου πίσω μου. Όπου και αν πήγαινα, ακόμη και επίσκεψη σε ένα σπίτι, αυτοί ερχόντουσαν μέχρι έξω από την πόρτα του διαμερίσματος. Είχα πάει μία επίσκεψη σε ένα διαμέρισμα , ήθελα να δώσω ένα γράμμα κι ένα σκουλαρίκι σε κάποιον που θα πήγαινε στην Αμερική. Αυτοί το είχαν ακούσει στο τηλέφωνο και θεώρησαν ότι είναι κάτι πολύ σημαντικό. Έτσι, εγώ ρώτησα αυτόν που με παρακολουθούσε, "θα μπεις μέσα ή θα κάτσεις έξω; Να ειδοποιήσουμε και τους ανθρώπους ότι θα είναι και άλλος μαζί μου…". Τελικά, με περίμενε έξω από την πόρτα του διαμερίσματος, στον τρίτο όροφο».

 

    Οι παρακολουθήσεις των πολιτικών κομμάτων και προσώπων

 

Μέσα στο «κλιμα» αυτό των παρακολούθησεων δεν μπορούσε να λείπει η παρακολούθηση των κομμάτων της Αριστεράς και των πολιτικών της προσώπων, αλλά και όχι μόνο αυτών.  Ο Τζών Φατσέας, πρώην πράκτορας της CIA, αναφέρει χαρακτηριστικά για την περίοδο της προδικτατορικής δράσης της ΚΥΠ ότι «εμείς δεν παρακολουθούσαμε τους Αμερικανούς, παρακολουθούσαμε τους Έλληνες, τους Γιουγκοσλάβους και τους Ρώσους, περισσότερο τους Ρώσους και λίγο τους Βουλγάρους. Δουλειά τους στην ΚΥΠ ήταν να διεισδύσουν στο Κ.Κ.Ε., να μπουν και να μάθουν ποιος είναι τι, εκεί μέσα. Ήταν πολύ δύσκολη δουλειά να διεισδύσουν. Μέχρι κάποιο βαθμό το πέτυχαν».

 

Για ακριβώς την ίδια περίοδο υπάρχει και η μαρτυρία του Γιώργου Βελδεμίρη, ο οποίος εκτός από το κλίμα παρακολούθησης περιγράφει πως σκότωσε ένας χωροφύλακας τον αδερφό του Στέφανο που ήταν στέλεχος της νεολαίας της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς.

 

Ο Γιώργος Βελδεμίρης αρχικά για την παρακολούθηση των Αριστερών αναφέρει ότι «είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τις εκλογές σχεδόν σε όλους τους Αριστερούς. Δηλαδή , στέλνανε σε όλους ένα σημειωματάκι με έναν χωροφύλακα, τους καλούσαν στην Αστυνομία και τους έλεγαν, "να μην ανακατεύεσαι, γιατί το παιδί σου δεν θα μπορεί αύριο -μεθαύριο να βρει δουλειά και σένα μπορεί να σε σχολάσουμε από τη δική σου". Από τη στιγμή που προκηρύχθηκαν οι εκλογές, άρχισε βέβαια η στενή παρακολούθηση. Και όχι μονάχα στον Στέφανο, σε όλα τα στελέχη της ΕΔΑ και κατά προέκταση του ΠΑΜΕ που αντιπροσώπευε τότε όλες τις αριστερές δυνάμεις. Τα στελέχη φυσικά δεν πτοηθήκανε, αλλά ο απλός ο κόσμος σίγουρα ήτανε κουμπωμένος. Μόλις ξεκίνησαν οι συγκεντρώσεις, άρχισαν να δρούνε οι παρακρατικές οργανώσεις. Μαζευότανε μια ομάδα παρακρατικών και μας πετούσαν πέτρες, χαλούσαν τα μεγάφωνα κλπ. Δημιουργούσαν ένα κλίμα που έκανε τον κοσμάκη να μην πολυέρχεται στις συγκεντρώσεις».

 

Όσον αφορά την δολοφονία του αδερφού του που προήλθε μετά από παρακολούθηση ανέφερε: «στις 26 Οκτωβρίου του 1961 ο Στέφανος πηγαίνει με ένα σύντροφο για να μοιράσει προεκλογικό υλικό. Νοικιάσανε ένα ταξί σε απογευματινές ώρες φυσικά, όχι πολύ αργά, καθίσανε στα πίσω καθίσματα οι δυο τους και είχαν ανοικτά τα παράθυρα. Αλλά, φυσικά, τους παρακολουθούσαν συνέχεια από πίσω. Κάπου, σε ένα σημείο στην Ξεροκρίνη, μόλις έφθασαν σε ένα δρομάκι , τους κάνανε μπλόκο. Και ο πιο καλός στο σημάδι, ο Σπυρίδων Φιλίππου πυροβόλησε στο πίσω τζάμι όπου φαινότανε δυο κεφάλια και πέτυχε με δύο σφαίρες το κεφάλι του Στέφανου».

 

Επίσης, η Καίτη Τσαρουχά αναφέρει για την ίδια περίοδο την παρακολούθηση στα γραφεία της ΕΔΑ, αλλά και στην ίδια που όπως λέει ήταν υπό παρακολούθηση σε 24ωρη βάση. «Μετά τις εκλογές τα πράγματα πήραν εφιαλτικές διαστάσεις. Υπήρχε συνεχής 24ωρη παρακολούθηση των γραφείων της ΕΔΑ από κλιμάκια της Εθνικής Ασφάλειας εγκατεστημένα στην είσοδο, που σημείωναν με λεπτομέρεια ποιοι πήγαιναν εκεί και, αν ήταν καινούρια πρόσωπα, έπαιρναν τα στοιχεία τους. Ταυτόχρονα υπήρχε εμφανής παρακολούθηση, καθημερινή, των στελεχών της ΕΔΑ από αστυνομικούς της εθνικής ασφάλειας με πολιτικά.

 

»Οι "σεσημασμένοι" (έτσι έλεγαν τους γνωστούς αριστερούς), μέσα σε αυτούς και η αφεντιά μου, ήμασταν γι’ αυτούς επικίνδυνοι εχθροί της πατρίδας και έπρεπε η ζωή μας να είναι συνεχής κόλαση. Πού να στεριώσει αριστερός σε δουλειά! Όταν μιλούσαμε με κάποιον που δεν τον γνώριζαν, τον χτυπούσαν ελαφρά με το δάχτυλο στην πλάτη λέγοντας «ασφάλεια», έβαζαν το χέρι στην αριστερή εσωτερική τσέπη του σακακιού τους (χειμώνα-καλοκαίρι σκούρο σακάκι), βγάζαν κάτι σαν ταυτότητα, χωρίς να του επιτρέπουν να δει τι έγραφε, του έπαιρναν τα στοιχεία. Στη συνέχεια γινόταν «φάκελος», τον καλούσαν στα αστυνομικά τμήματα, με όλες τις συνέπειες».

 

Όσον αφορά τους ασφαλίτες που παρακολουθούσαν την ίδια αναφέρει στη μαρτυρία της: «Υπήρξε μεγάλη περίοδος της φοιτητικής μου ζωής, που οι συμφοιτητές μου μού μιλούσαν μόνο στα εργαστήρια, γιατί και στα αμφιθέατρα και στον πανεπιστημιακό χώρο είχα παρακολούθηση από δύο ασφαλίτες σε 24ωρη βάση και καθόλου διακριτική. Μερικές φορές με ακολουθούσαν από τόσο κοντά, ώστε εάν για κάποιο λόγο επιβραδύνονταν ο βηματισμός μου, να πατάνε το παπούτσι μου. Άλλοτε πάλι με έσπρωχναν, με έβριζαν και με πήγαιναν κατηγορούμενη στα δικαστήρια για "εξύβριση αστυνομικού οργάνου"».

 

Ωστόσο, και άλλοι πολιτικοί και βουλευτές παρακολουθούνταν, όπως ο Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος που ως μέλος της συλλογικής ηγεσίας της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΔΑ, εξορίστηκε στην Σύρο το 1967 και εκεί, όπως αναφέρει στην μαρτυρία του, τους πέρναγαν μπροστά από τους χαφιέδες για να θυμούνται την φάτσα τους. «Στη Σύρο, ως εξόριστοι είχαμε τη δυνατότητα ή να μείνουμε στο ξενοδοχείο, πληρώνοντας βέβαια, ή να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο. Εγώ είχα νοικιάσει ένα δωμάτιο και έμενα μαζί με τον Δημοσθένη Θεοχαρίδη που τότε ήταν βουλευτής Φλωρίνης της Ένωσης Κέντρου, της ομάδας Παπαπολίτη. Είχαν στείλει κι ένα ειδικό τμήμα της χωροφυλακής που μας παρακολουθούσε, και όταν φτάσαμε εκεί, για να μας αναγνωρίζουν οι χαφιέδες, τους είχαν φέρει στο τμήμα κι εμείς περνάγαμε ένας-ένας και μας έβλεπαν αυτοί για να ξέρουν ποιοι είμαστε. Μπορούσαμε και κυκλοφορούσαμε στην πόλη μέχρι ενός σημείου αλλά χωρίς να έχουμε καθόλου επαφές, δεν έπρεπε να μιλάμε με κόσμο».

 

Όμως και πολιτικοί του Δεξιού χώρου το 1967 αναφέρουν ότι τους παρακολοθούσε το δικατορικό καθεστώς, συγκεκριμένα ο Γιώργος Ράλλης αναφέρει στην μαρτυρία του ότι «[...] Πρίν το αντι-κίνημα του Βασιλέως, το Δεκέμβριο του 1967, τον είχα δει μαζί με τον Παπαληγούρα στο σπίτι του Γερουλάνου. Μάλιστα, για να πάω ως εκεί, επειδή με παρακολουθούσαν, μπήκα σε κτήρια με διπλή έξοδο, έβγαινα από την άλλη μεριά και εν τέλει, κατόρθωσα να φτάσω. Και είχα πει να μην είναι ο Βασιλέας εκεί προτού έρθω εγώ, γιατί εγώ θα έφτανα έχοντας ξεφύγει από την παρακολούθηση, όπως και το έκανα. Ενώ αυτός θα είχε "ακολουθία", κι έτσι θα έβλεπαν μετά ότι μπήκα εγώ με τον Παπαληγούρα και θα επροδίδετο το πράγμα. Και του έδωσα κι ένα σημείωμα με το τι πρέπει να γίνει. Τίποτα από αυτά δεν έγινε».

 

    Παρακολούθηση μέχρι και στο εξωτερικό 

 

Ο Κώστας Κωτσάκης αρχιτέκτονας και μέλος του αντιδικτατορικού αγώνα στην μαρτυρία του αποκαλύπτει ότι η ασφάλεια τους παρακολουθούσε μέχρι και στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στο Παρίσι που βρισκόταν εκείνος. Όπως λέει «Πήγα στο Παρίσι όπου δούλεψα και σπούδασα, έχοντας πάντα το μυαλό μου στην Ελλάδα και στα γεγονότα που συνέβαιναν εδώ τότε. Είσαι πιο ελεύθερος όντας στο εξωτερικό, αλλά μας παρακολουθούσαν και εκεί. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω περιστατικό. Οι Έλληνες μαζευόντουσαν σε ένα από τα μεγάλα καφενεία του Παρισιού για να ανταλλάξουν πληροφορίες και ιδέες. Ήταν άλλωστε μία εποχή πολύ γόνιμη, η Ευρώπη έβραζε εκείνη την εποχή, σχεδόν ξαναφτιαχνόταν ο κόσμος ολόκληρος, ο Μάης του ΄68 ήταν πολύ σημαντικό γεγονός.

 

»Στο καφενείο λοιπόν που μαζευόντουσαν οι Έλληνες σύχναζε κάποιος για τον οποίο είχανε υποψίες ότι ήταν χαφιές αλλά δεν είχανε στοιχεία. Αυτός πήγαινε στο καφενείο, άνοιγε μία γαλλική εφημερίδα και παρακολουθούσε ποιος ήταν με ποιον, τι λέγανε και τα λοιπά. Και μια μέρα εμφανίζεται κάποιος που είχε αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια σε πολύ καλή τιμή -για όλους τους ανθρώπους του Παρισιού όπως και άλλων περιοχών το οικονομικό ήτανε ένα πολύ σοβαρό θέμα. Μπαίνοντας αυτός μέσα στο καφενείο ήτανε τόσο μεγάλη η χαρά του για την ευκαιρία που φώναξε δυνατά την τιμή των παπουτσιών και ο χαφιές μετατόπισε λίγο την εφημερίδα για να δει. Έτσι, αποκαλύφθηκε ότι ο άνθρωπος ήξερε ελληνικά και δεν ήτανε αυτό που μέχρι τότε έδειχνε. Και ακολούθησαν τα δέοντα».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη