Την έντονη αντίδραση του νομικού και δικαστικού κόσμου προκάλεσε η απόφαση της κυβέρνησης να επιτραπεί η απόσπαση εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών στο γραφείο του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Παναγιώτη Πικραμμένου.
Χαρακτηριστικά,
σε ανακοίνωσή της η Ένωση Δικαστικών και Εισαγγελέων τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι
η κίνηση αυτή από την κυβέρνηση είναι «καινοφανής και αδιανόητη». Αναφέρει
ειδικότερα, ότι «μέχρι σήμερα επιτρέπονταν αποσπάσεις στο Υπουργείο Δικαιοσύνης
για υποβοήθηση του νομοθετικού έργου και δεν υπάρχει καμιά δικαιολογητική βάση
για απόσπαση στον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης ο οποίος δεν έχει τέτοια
καθήκοντα».
Το
ζήτημα δεν είναι τυπικό, αλλά αγγίζει τον πυρήνα θεμελιωδών αξιών του
πολιτεύματος, όπως αναφέρει στο Tvxs.gr, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, καθηγήτρια
Συνταγματικού Δικαίου.
«Μία
από τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος είναι η αρχή της διάκρισης των
εξουσιών. Με βάση την οποία, κάθε μία εξουσία, ασκείται από ξεχωριστό όργανο.
Άλλο όργανο νομοθετεί, άλλο είναι επιφορτισμένο με το κυβερνητικό έργο και άλλο
δικαιοδοτεί. Η δε διάκριση των εξουσιών έχει ιδιαίτερη σημασία, σε ό,τι αφορά
την μη ανάμιξη των δύο πρώτων εξουσιών, δηλαδή της νομοθετικής και της
εκτελεστικής, στο έργο της δικαστικής εξουσίας» σημειώνει η καθηγήτρια και
προσθέτει:
«Η
ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας είναι εξαιρετικά σημαντική για την
προστασία του κράτους δικαίου και για τον έλεγχο των κυβερνώντων, αυτών που
ασκούν την εξουσία, μέσα από δικαστικές διαδικασίες. Για τον λόγο αυτό, επειδή
η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, ως μία από τις πτυχές της διάκρισης των
εξουσιών, είναι πολύ σημαντική, το Σύνταγμά μας την προστατεύει, τόσο στο Άρθρο
26, όσο και στα κεφάλαια που αφορούν στην οργάνωση της δικαστικής εξουσίας.
»Μάλιστα,
το Σύνταγμα απαγορεύει ρητά στους δικαστές να ασκούν έργο άλλο εκτός από αυτό
που τους αναθέτει το ίδιο το Σύνταγμα. Δηλαδή, από το να επιλύουν διαφορές ή να
επιρρίπτουν ποινές σε περίπτωση παραβίασης ποινικής διάταξης. Σε αυτό το
πλαίσιο λοιπόν, εκτός από την συνταγματική απαγόρευση στους δικαστές να
αναλαμβάνουν οποιοδήποτε άλλο έργο - με ελάχιστες εξαιρέσεις, π.χ. τη
διδασκαλία στην Εθνική Σχολή Δικαστών ή το να είναι ο πρόεδρος ενός ανωτάτου
δικαστηρίου πρωθυπουργός στην περίοδο που δεν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση -
και ο Οργανισμός Δικαστηρίων περιλμαβάνει ρυθμίσεις με βάση τις οποίες κανένας
δικαστής δεν μπορεί να ασκήσει άλλο έργο, εκτός από το δικαιοδοτικό.».
Η
προβλεπόμενη εξαίρεση
«Υπήρχε
μόνο μία εξαίρεση» σημειώνει η κυρία Καμτσίδου. «Η δυνατότητα δηλαδή να
αποσπώνται δικαστικοί στο υπουργείο Δικαιοσύνης, μόνο για να συνδράμουν στο
νομοθετικό έργο. Ειδικά το υπουργείο Δικαιοσύνης είναι το υπουργείο το οποίο
εισηγείται τα πιο κρίσιμα νομοθετήματα για την οργάνωση της δικαιοσύνης, για
την απονομή της, τους Κώδικες, και γι΄ αυτόν τον λόγο προβλεπόταν η εξαίρεση
της απόσπασης δικαστικών λειτουργών στο υπουργείο Δικαιοσύνης, όχι για άλλον
λόγο, παρά μόνο για να ασκούν έναν γνωμοδοτικό - συμβουλευτικό ρόλο, στην
προετοιμασία του νομοθετικού έργου. Μόνο γι' αυτό. Πουθενά αλλού δεν θα
μπορούσαν και δεν θα πρέπει να μπορούν να αποσπώνται οι δικασττές, για να
αποφεύγεται τυχόν όσμωσή τους με την κυβερνητική εξουσία, με την πολιτική
εξουσία.».
Τι
κάνει η τροπολογία
Σύμφωνα
με την καθηγήτρια, με την τροπολογία της κυβέρνησης, «ξαφνικά, ανατρέπεται αυτή
η δομή οργάνωσης που είναι συνέπεια της αρχής διάκρισης των εξουσιών και
προσταγή σύμφωνα με τις διατάξεις που εγγυώνται την ανεξαρτησία της
δικαιοσύνης» αποσπώντας δικαστικούς λειτουργούς
σε κυβερνητικά γραφεία «που δεν ασκούν κανένα νομοπαραγωγικό έργο και με
κανέναν τρόπο δεν συνδέονται με την οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης».
Πρόκειται,
όπως σχολιάζει η κυρία Καμτσίδου για την μια «ρωγμή που εισάγεται στην οργάνωση
της δικαιοσύνης» δημιουργώνας «σοβαρότατα ερωτήματα σε σχέση με τον σεβασμό της
αρχής της διάκρισης των εξουσιών και εγκυμονώντας κινδύνους για την ανεξαρτηρία
των δικαστικώμν λειτουργών στην χώρα».
Η
καθηγήτρια σημειώνει επίσης, ότι στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, ο
έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων είναι κατασταλτικός και όχι
προληπτικός. «Δηλαδή, μόνον αφού
υιοθετηθεί και τεθεί σε ισχύ ο νόμος μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά η
αντισυνταγμάτικοτητά του. Προληπτικά η συνταγματικότητα ελέγχεται μόνο από την
Βουλή. Και οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες έχουν την τάση να συντάσσονται με
τις προτάσεις της κυβέρνησης που υποστηρίζουν.».
Και
η συνομιλήτριά μας καταλήγει: «Έργο της Βουλής είναι να νομοθετεί νόμους που
δεν παραβιάζουν το Σύνταγμα. 'Οταν το παραβιάζουν, αυτό έχει να κάνει με τον
σεβασμό των θεμελιωδών αρχών από το αντιπροσωπευτικό σώμα. Ηψήφιση ενός
αντισυνταγματικού νόμου δεν είναι ζήτημα διάκρισης εξουσιών. Είναι ζήτημα μη
σεβασμού του Συντάγματος από την ίδια την εθνική αντιπροσωπεία».