Μαρίνα Αλεξανδρή
Θεωρητικά η τελευταία συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, το γνωστό γεύμα στην Κωνσταντινούπολη, είχε αποφέρει άτυπο μορατόριουμ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και δεσμεύσεις για ένα ήρεμο καλοκαίρι στο Αιγαίο. Επίσης θεωρητικά, η προωθημένα ατλαντική θέση της Ελλάδας στον πόλεμο της Ουκρανίας και η εμπλοκή της στον σκληρό πυρήνα του νατοϊκού μετώπου κατά της Ρωσίας, θα απέφερε στην χώρα μας καθεστώς ευνοούμενου συμμάχου των ΗΠΑ.
Καμία
από αυτές τις δύο θεωρίες όμως δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται μετά το ρεκόρ των
νέων τουρκικών παραβιάσεων και υπερπτήσεων της Τουρκίας την τελευταία εβδομάδα
και την απολύτως ουδέτερη – εάν όχι και προσαρμοσμένη στις τουρκικές θέσεις –
αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Με
περισσότερες από 160 παραβιάσεις μέσα σε ένα 24ωρο και με τον πρωτοφανή αριθμό
των 41 υπερπτήσεων, η Αγκυρα έδειξε εμπράκτως ότι κανένα μορατόριουμ δεν
υφίσταται σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο. Και καμία εύνοια προς την Αθήνα δεν
προκύπτει από την θέση της αμερικανικής διπλωματίας απέναντι στο νέο κύμα των
τουρκικών υπερπτήσεων, καθώς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ όχι μόνον υιοθέτησε στάση
Πόντιου Πιλάτου αλλά κάλεσε «Αθήνα και Άγκυρα να λύσουν τις διαφορές τους» για
τα όρια του εναέριου χώρου.
«Η
κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα όλων των χωρών πρέπει να γίνονται σεβαστές
και να προστατεύονται. Ενθαρρύνουμε όλες τις χώρες να σέβονται τον κυρίαρχο
εναέριο χώρο άλλων χωρών και να χρησιμοποιούν κρατικά αεροσκάφη, λαμβάνοντας
δεόντως υπόψη την ασφάλεια της αεροπλοΐας των πολιτικών αεροσκαφών. Όπου
υπάρχουν διαφωνίες σχετικά με τα όρια του χωρικού εναέριου χώρου μιας χώρας,
καλούμε σε συντονισμό και σε συζήτηση, και όχι σε ενέργειες που θα μπορούσαν να
οδηγήσουν σε θανατηφόρα ατυχήματα» ανέφερε η ανακοίνωση του αμερικανικού
υπουργείου Εξωτερικών.
Η
ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προκαλεί ισχυρή ανησυχία σε ελληνικούς
διπλωματικούς κύκλους καθώς, για πρώτη φορά, η Ουάσιγκτον κάνει λόγο για
ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια του εναερίου χώρου.
Η
αμερικανική πλευρά όχι μόνον αγνοεί την πάγια ελληνική θέση ότι η μοναδική προς
συζήτηση διαφορά με την Αγκυρα είναι η υφαλοκρηπίδα, αλλά με μια επίσημη
τοποθέτηση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών ανοίγει παράθυρο
νομιμοποίησης του πλέον παραβατικού στοιχείου της τουρκικής πρακτικής – των
συνεχών παραβιάσεων και παραβασεων στο Αιγαίο. Οι ίδιες διπλωματικές πηγές,
μάλιστα, δεν θεωρούν τυχαίο το γεγονός ότι μετά την ανακοίνωση του Στέιτ
Ντιπάρτμεντ η Τουρκία προχώρησε και σε υπερπτήση μη επανδρωμένου αεροσκάφους
πάνω από την Παναγιά, το απόγευμα του Σαββάτου.
Το
ερώτημα που τίθεται τώρα, με δεδομένη και την συνολική υψηλή γεωπολιτική
θερμότητα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, είναι τι υπηρετεί και που στοχεύει η
κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας και πως προτίθεται να την διαχειριστεί
η ελληνική πλευρά.
Σύμφωνα
με την «Καθημερινή» η ελληνική κυβέρνηση δίνει συγκεκριμένη ερμηνεία στις
τελευταίες αυξημένες προκλήσεις της Τουρκίας και της αποδίδει στο ότι η Αγκυρα
θέλει να δείξει την δυσαρέσκειά της προς τις ΗΠΑ αφενός για την καθυστέρηση
στην έγκριση της αγοράς 40 νέων F-16 και αφετέρου για το γεγονός ότι δεν
κλείστηκε ακόμη ραντεβού του Ταγίπ Ερντογάν και του Τζο Μπάιντεν. Επιπλέον,
όπως γράφει η εφημερίδα, η αμηχανία που προκαλεί στον κ. Ερντογάν η συνέχιση
του πολέμου στην Ουκρανία, που μειώνει τον διαμεσολαβητικό ρόλο της Τουρκίας
μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, έδωσε την ευκαιρία στην Αγκυρα να επανέλθει στην πάγια
προκλητικότητά της στο Αιγαίο.
Εάν
όντως αυτή η ερμηνεία έχει μερική έστω βάση, διπλωματικές πηγές επισημαίνουν
ότι η θέση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ πρέπει να προβληματίσει σοβαρά την ελληνική
πλευρά. Παράλληλα, δε, τονίζουν ότι η ανάγνωση που θέλει τον Ταγίπ Ερντογάν
πολιτικά πιεσμένο από τις ΗΠΑ και διπλωματικό απομονωμένο έχει καταπέσει προ
πολλού – και ειδικά, μετά την ντε φάκτο αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στο
ΝΑΤΟ που έφερε η διαχείριση της ουκρανικής κρίσης από την Αγκυρα.
Οπότε
έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εάν το ζήτημα όχι μόνον της τουρκικής
προκλητικότητας, αλλά και της τοποθέτησης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, θα τεθεί από
τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στην συνάντησή του με τον Τζο Μπάιντεν στις
16 Απριλίου, όπως και το εάν και ποια απάντηση θα υπάρξει από τον Λευκό Οίκο.
