Ποιοι πολεμούν τελικά στην Ουκρανία;


Το πιο διάσημο ανέκδοτο στην Ρωσία από την εισβολή στην Ουκρανία σχεδόν έναν χρόνο πριν, είναι ότι «το ΝΑΤΟ θα πολεμήσει την Ρωσία μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό».

 

Το ανέκδοτο αυτό απηχεί τον κύριο προπαγανδιστικό ισχυρισμό της Μόσχας, ότι, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για εισβολή, αλλά για «άμυνα» απέναντι στην επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη και την προθυμία των φιλοδυτικών κυβερνήσεων του Κιέβου, που προέκυψαν από τα γεγονότα του Μαϊντάν το 2014 και μετά, να συμβάλλουν σε αυτήν την επέκταση.

 

Η δήλωση, την Τρίτη, του γραμματέα του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας Νικολάι Πάτρουσεφ, ότι η Μόσχα στην Ουκρανία πολεμά το ΝΑΤΟ και όχι το Κίεβο, θα μπορούσε να ήταν μόνο μια άνευ σημασίας επίσημη εκδοχή του παραπάνω ανεκδότου.

 

Αλλά δεν φαίνεται να είναι. 

 

«Τα γεγονότα στην Ουκρανία δεν είναι μια σύγκρουση μεταξύ της Μόσχας και του Κιέβου – πρόκειται για μια στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ, και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας», δήλωσε ο Πάτρουσεφ σε συνέντευξή του στην ρωσική εφημερίδα «Argumenti i Fakti».

 

«Τα σχέδια των Δυτικών είναι να συνεχίσουν να αποσυνδέουν τη Ρωσία και τελικά απλά να τη σβήσουν από τον πολιτικό χάρτη του κόσμου», πρόσθεσε.

 

Ερωτηθείς σχετικά με τα σχόλια του Πάτρουσεφ, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, αν και με πιο διπλωματική γλώσσα, κατέληξε στην ίδια διαπίστωση, δηλώνοντας ότι το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μέρος της σύγκρουσης στην Ουκρανία.

 

«Έχουν ήδη γίνει έμμεσο μέρος αυτής της σύγκρουσης, αντλώντας από την Ουκρανία όπλα, τεχνολογίες, πληροφορίες πληροφοριών και ούτω καθεξής», δήλωσε ο Πεσκόφ σε τακτική ενημέρωση των δημοσιογράφων.

 

Μια ενδιαφέρουσα παραδοχή

 

Το θέμα είναι, ότι οι παραπάνω δηλώσεις έγιναν μερικά 24ωρα μετά την μεγάλης έκτασης συνέντευξη του Ουκρανού υπουργού Άμυνας, Ολέκσιι Ρέζνικοφ, στο lb.ua, όπου, μεταξύ άλλων, δήλωσε, ότι «παρά την αρχική δυσπιστία στην αντίσταση της Ουκρανίας, οι χώρες του ΝΑΤΟ αναγνωρίζουν τις σημαντικές απώλειες που προκαλεί η Ουκρανία στη Ρωσία».

 

Σύμφωνα με τον Ρέζνικοφ, οι δυτικοί εταίροι ενδιαφέρονται να μειώσουν τη δυνατότητα της Ρωσίας ως επιτιθέμενου, ως κύριας απειλής. Υπενθύμισε επίσης ότι στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη, η Ρωσική Ομοσπονδία αναγνωρίστηκε ως η κύρια απειλή.

 

Και προχώρησε στο «ζουμί»:

 

«Ως εκ τούτου, σήμερα η Ουκρανία εκτελεί τη λειτουργία της κύριας χώρας του ΝΑΤΟ, καταστρέφοντας τον ρωσικό στρατό».

 

Ο Ουκρανός υπουργός Άμυνας διαφήμισε την απόδοση του στρατού του στο πεδίο της μάχης για να ζητήσει ακόμη περισσότερα και μεγαλύτερα δυτικά όπλα.

 

«Τα τακτικά στρατεύματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας μπορούν να ανακάμψουν σε τουλάχιστον πέντε ή και δέκα χρόνια. Το δυναμικό των πυραύλων είναι το ίδιο. Γιατί πρόκειται για πόλεμο πόρων. Και αυτές [οι χώρες του ΝΑΤΟ] ξέρουν πώς να μετρούν τους πόρους», είπε ο Ρέζνικοφ.

 

Σύμφωνα με τον υπουργό, η κατάσταση και η στάση των συμμάχων έχουν αλλάξει πολύ από την αρχή της εισβολής: η δυσπιστία στην Ουκρανία και η εκτίμηση ότι η χώρα δεν θα μπορέσει να αντέξει ούτε 72 ώρες, έχουν αντικατασταθεί σήμερα από την επιθυμία να να είναι εταίροι στη νίκη της Ουκρανίας.

 

Διεθνοποίηση του πολέμου

 

Ο Ουκρανός υπουργός δεν αερολογεί. Διότι την εμπλοκή της Δύσης στον πόλεμο την θεωρούν δεδομένη ήδη οι δυτικοί αναλυτές και σχεδόν «μοιραία» εμφανίζουν την κλιμάκωσή της.

 

Το Foreign Affairs, για παράδειγμα, γράφει, ότι «μέχρι στιγμής, η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της έχουν επικεντρωθεί στα άμεσα καθήκοντα να βοηθήσουν την Ουκρανία και να αποφύγουν την κλιμάκωση».

 

«Ωστόσο, υπάρχει επιτακτική ανάγκη να εξεταστεί το μακροπρόθεσμο και να αναπτυχθούν πολιτικές τόσο προς τη Ρωσία όσο και προς την Ουκρανία με βάση την αναδυόμενη πραγματικότητα ότι αυτός ο πόλεμος είναι πιθανό να συνεχιστεί για αρκετό καιρό.

 

»Αντί να υποθέσει ότι ο πόλεμος μπορεί να τερματιστεί μέσω θριάμβου ή συνομιλιών, η Δύση χρειάζεται να συλλογιστεί έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση συνεχίζεται χωρίς νίκη ούτε ειρήνη στον ορίζοντα. Σε έναν τέτοιο κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να συνεχίσουν να παρέχουν στην Ουκρανία στρατιωτική υποστήριξη για να αμυνθούν από περαιτέρω ρωσική επιθετικότητα.

 

»Θα χρειαστεί να περιορίσουν τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες της Ρωσίας διατηρώντας τις οικονομικές κυρώσεις και απομονώνοντας τη Μόσχα διπλωματικά. Και θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η σύγκρουση δεν θα κλιμακωθεί.

 

»Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δημιουργήσουν μια μακροπρόθεσμη βάση για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ευρώπη. Αυτό θα απαιτήσει την πλήρη ενσωμάτωση της Ουκρανίας στη Δύση, ενώ παράλληλα θα σφυρηλατήσει μια πολιτική περιορισμού που δίνει έμφαση τόσο στην αποτροπή της ρωσικής επιθετικότητας όσο και στις προσπάθειες εμπλοκής της Μόσχας για να αποφευχθεί η κλιμάκωση του πολέμου σε μια ευρύτερη στρατιωτική αντιπαράθεση που κανείς δεν θέλει.

 

»Η εξισορρόπηση της πολιτικής της Ουκρανίας με την πολιτική της Ρωσίας θα είναι μακροπρόθεσμη πρόκληση, αλλά και οι δύο προσπάθειες θα είναι ουσιαστικές για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.».

 

Το πώς η «πλήρης ενσωμάτωση της Ουκρανίας στη Δύση» θα οδηγήσει σε αποφυγή της κλιμάκωσης του πολέμου, όταν ακριβώς αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα της Μόσχας για να τον ξεκινήσει, είναι κάτι που μόνο ο συντάκτης της παραπάνω ανάλυσης μπορεί να απαντήσει.

 

Το σίγουρο είναι, όμως, η κοινή παραδοχή για την διεθνοποίηση του πολέμου, κάτι που εκφράζεται ήδη και στο επίπεδο των σχέσεων της ΕΕ με το ΝΑΤΟ.

 

Έτσι, στην τρίτη κοινή δήλωση ΝΑΤΟ - ΕΕ που υπέγραψαν την Τρίτη στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, ο Γ.Γ. της Συμμαχίας, Γενς Στόλτενμπεργκ, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της ΕΕ, Σαρλ Μισέλ και η Πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τονίζεται, ότι το ΝΑΤΟ και η EE δεσμεύονται να ενισχύσουν τη συνεργασία τους, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία «που απειλεί την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ασφάλεια και σταθερότητα».

 

Άλλωστε, το πρώτο ηχηρό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, ήταν το σπάσιμο της στρατιωτικής ουδετερότητας της Φινλανδίας και της Σουηδίας και η αίτηση ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, με πρόσχημα τον πόλεμο στην Ουκρανία.

 

Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ «επανεκτιμούν συνεχώς τις ανάγκες της Ουκρανίας και τι μπορούν να κάνουν για να τις καλύψουν», συνεχίζει η ανάλυση του Foreign Affairs

 

Έτσι, οπλικά συστήματα που αρχικά αποκλείστηκαν, συμπεριλαμβανομένων πυροβολικού μεγαλύτερης εμβέλειας και προηγμένης αεράμυνας όπως το Patriot, στάλθηκαν τελικά στην Ουκρανία.

 

Η τελευταία τέτοια αλλαγή αφορά τα τεθωρακισμένα οχήματα, με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία να συμφωνούν να προμηθεύσουν το Κίεβο με θωρακισμένα οχήματα μάχης και ελαφρά άρματα μάχης. Όμως, ενώ αυτά τα όπλα και ο εξοπλισμός θα βοηθήσουν την Ουκρανία, είναι απίθανο να γείρουν την ισορροπία δυνάμεων στο πεδίο της μάχης αρκετά ώστε να τερματιστεί ο πόλεμος.

 

«Μοντέλο» Ισραήλ;

 

Σε κάθε περίπτωση, η ανάλυση εκτιμά, ότι για να αναπτύξει μια αποτελεσματική προσέγγιση για την αντιμετώπιση ενός παρατεταμένου πολέμου, η Δύση πρέπει να συνεχίσει να παρέχει επαρκή υποστήριξη στην Ουκρανία για να υπερασπιστεί το έδαφος που ελέγχει τώρα και να απελευθερώσει περισσότερο όπου είναι δυνατόν.

 

«Καθώς η Ουκρανία επιδιώκει με την πάροδο του χρόνου το οικονομικό της μέλλον στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι χώρες του ΝΑΤΟ πρέπει να προσφέρουν μια δέσμευση για με την οποία να διασφαλίσουν ότι η Ουκρανία έχει τα όπλα που χρειάζεται για να αμυνθεί ενάντια στη Ρωσία μακροπρόθεσμα, όπως κάνουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες για το Ισραήλ εδώ και δεκαετίες. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει επίσης να διερευνήσει με τους συμμάχους της τη δυνατότητα να αυξήσει την υποσχεθείσα ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ με την ενδεχόμενη ένταξη στο ίδιο το ΝΑΤΟ».

 

Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη

 

Ωστόσο, η ανάλυση μοιάζει να αντανακλά και μια αμηχανία της Δύσης έναντι της Ρωσίας. Από την μια καλεί σε ένταση της απομόνωσης της Ρωσίας - στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά - ωστόσο, «η Δύση θα χρειαστεί επίσης να διατηρήσει κανάλια επικοινωνίας με το Κρεμλίνο για να αποφύγει έναν άμεσο πόλεμο ΝΑΤΟ - Ρωσίας και να διατηρήσει τη στρατηγική σταθερότητα».

 

«Δεν μπορούν να υπάρξουν ευρύτερες διαπραγματεύσεις μεταξύ Δύσης και Ρωσίας όσο συνεχίζονται οι σφοδρές μάχες, αλλά όπως στον Ψυχρό Πόλεμο, μπορεί να υπάρχουν ευκαιρίες και για τις δύο πλευρές να επιδιώξουν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που μπορούν να βοηθήσουν στην αποφυγή μιας αντιπαράθεσης που καμία δεν θέλει. Ένα σημαντικό βήμα θα ήταν να ξεκινήσουν συνομιλίες για την παράταση της νέας συνθήκης START, η οποία λήγει το 2026, και προβλέπει παρεμβατικές επιθεωρήσεις και ανταλλαγές πληροφοριών σχετικά με τα πυρηνικά όπλα τόσο στη Ρωσία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες.».

 

Στο μεταξύ, το αθώο αίμα ρέει και στις δύο πλευρές του μετώπου.

 

 

 

 

           

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη