Νικόλ Λειβαδάρη
Τα νέα από το Βερολίνο δεν είναι καλά για την επόμενη ελληνική κυβέρνηση – όποια κι εάν είναι αυτή – και μπορεί να γίνουν ακόμη χειρότερα εάν συνεχιστεί η δημοσκοπική κατάρρευση των σοσιαλδημοκρατών του Ολαφ Σολτς.
Τα
κακά νέα αποκαλύφθηκαν από τους Financial Times με την δημοσιοποίηση ενός
εγγράφου που, ούτε λίγο ούτε πολύ, επιβεβαιώνει ότι το Βερολίνο επιστρέφει στο
δόγμα Σόιμπλε: Επιχειρεί να μπλοκάρει την μεταρρύθμιση προς πιο ευέλικτη
κατεύθυνση του Συμφώνου Σταθερότητας, του γνωστού δημοσιονομικού «γύψου» του
Μάαστριχτ, και αξιώνει καθεστώς δύο ταχυτήτων στην ευρωζώνη με αυστηρούς
κανόνες, δεσμεύσεις και εποπτεία για τις υπερχρεωμένες χώρες – ήτοι για Ελλάδα,
Ιταλία και λοιπή ευρωπεριφέρεια.
Πρακτικά
το γερμανικό μοντέλο οδηγεί ξανά σε ένα καθεστώς άτυπων Μνημονίων με τις
υπερχρεωμένες χώρες να υπόκεινται σε αυστηρότερους και πολύ πιο δεσμευτικούς
κανόνες από τις υπόλοιπες. Συγκεκριμένα, για τις χώρες με υψηλό χρέος το
Βερολίνο ζητά μείωση της αναλογίας χρέους/ΑΕΠ κατά 1% ετησίως, ενώ για τα κράτη
με χαμηλότερα χρέη ορίζει την ελάχιστη απαίτηση μείωσης στο 0,5%. Με βάση τους
ισχύοντες κανόνες – οι οποίοι, κατά πανευρωπαϊκή ομολογία, είναι πλέον μη
ρεαλιστικοί – το χρέος πρέπει να μειώνεται σε αναλογία 1:20 ετησίως με πάγιο
στόχο να μην ξεπερνά το 60% του ΑΕΠ.
Η
Γερμανία επιδιώκει επίσης να περιορίσει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις
διμερείς διαπραγματεύσεις με κάθε κράτος-μέλος και την κατάρτιση των ειδικών «customized» δημοσιονομικών προγραμμάτων μείωσης του
χρέους κάθε χώρας. Αντί αυτών εισηγείται να εισαχθούν «κοινά ποσοτικά κριτήρια αναφοράς και
διασφαλίσεις, τα οποία και είναι απαραίτητα σε ένα αξιόπιστο δημοσιονομικό
πλαίσιο» - κοινώς, ζητά επιστροφή σε δεσμευτικούς δημοσιονομικούς στόχους και
εγγυήσεις που παραπέμπουν στις εποχές των Μνημονίων και της τρόικας.
Το
γερμανικό σχέδιο, το οποίο προεξοφλείται ότι θα διχάσει ξανά την ευρωζώνη και
θα συναντήσει σκληρή αντίδραση από τον Νότο, φέρει την σφραγίδα του υπουργού
Οικονομικών και επικεφαλής των Φιλελευθέρων Κρίστιαν Λίντνερ. Το πρώτο πρόβλημα
όμως είναι πως πολλά είναι εκείνα που χωρίζουν Σοσιαλδημοκράτες και
Φιλελεύθερους στον κυβερνητικό συνασπισμό, στα ζητήματα όμως της δημοσιονομικής
πειθαρχίας βρίσκονται πολύ κοντά. Ο καγκελάριος Ολαφ Σολτς, παρ’ ότι
σοσιαλδημοκράτης, κινείται σχεδόν σε γραμμή Μέρκελ στα δημοσιονομικά και ήταν
εξ αρχής ιδιαίτερα επιφυλακτικός στο σχέδιο της Κομισιόν για ένα νέο, πιο
ευέλικτο και πιο φιλικό προς την ανάπτυξη ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Το
δεύτερο πρόβλημα είναι πως η εξουσία και του Σολτς και συνολικά του
κυβερνητικού συνασπισμού τρίζει επικίνδυνα εσχάτως και οι δείκτες αμφισβήτησής
του ανεβαίνουν, παράλληλα με την άνοδο της ακροδεξιάς και των συντηρητικών.
Στην
χθεσινή δημοσκόπηση της YouGov η Ενωση Χριστιανοδημοκρατών και
Χριστιανοκοινωνιστών ανακάμπτει θεαματικά στο 30%, το SPD του Σολτς βαλτώνει
στο 20% και η ακροδεξιά AfD είναι καθαρά Τρίτη δύναμη με 17%. Οι Πράσινοι (και
επίσης μετέχοντες στον κυβερνητικό συνασπισμό) δείχνουν επίσης καθηλωμένοι (15%),
οι δε Φιλελεύθεροι του Λίντνερ δίνουν μάχη να κρατηθούν πάνω από το 5% και το
όριο εισόδου στην Βουλή.
Κοινώς
η πολιτική εικόνα στην Γερμανία δείχνει ραγδαία συντηρητικοποίηση με
ισχυροποίηση της ακροδεξιάς και αποδυνάμωση Σοσιαλιστών και Πρασινων, γεγονός
που κάνει ακόμη πιο δύσκολο για τον Σολτς – ακόμη κι εάν το ήθελε – να
αντιταχθεί στο μέτωπο της δημοσιονομικής αυστηρότητας. Ο δε Λίντνερ, που ούτως
ή άλλως υπηρετεί ταυτοτικά το δόγμα του οικονομικού καλβινισμού, έχει ακόμη
λιγότερους λόγους να κάνει ήπια στροφή από την στιγμή που απειλείται ακόμη και
η κοινοβουλευτική επιβίωση του κόμματός του.
Άλλη
δημοσκόπηση, που δημοσίευσε προχθές η Bild δείχνει επίσης ότι πάνω από το 55%
των Γερμανών τάσσεται υπέρ της άμεσης διάλυσης του κυβερνητικού συνασπισμού.
Οπερ, η προβολή όλων αυτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δείχνει ότι η τελική συζήτηση
για τις μεταρρυθμίσεις στο Σύμφωνο Σταθερότητας που έχει δρομολογηθεί για το
φθινόπωρο θα πέσει πάνω σε νέο γερμανικό τείχος, το οποίο χτίζεται και από
εσωτερικούς πολιτικούς παράγοντες.
Και
δείχνει επίσης ότι οι δημοσιονομικές και πολιτικές προκλήσεις για την επόμενη
ελληνική κυβέρνηση μπορεί να είναι πολύ πιο σκληρές απ΄όσο θέλει να λέει το
τρέχον κυβερνητικό αφήγημα.
