Παρελθόν αποτελεί η πυρηνική ενέργεια για την Γερμανία, ωστόσο άλυτο παραμένει το θέμα των αποβλήτων. Στις 15 Απριλίου έκλεισαν τα τρία τελευταία από τα είκοσι πυρηνικά εργοστάσια που τροφοδοτούσαν τη χώρα.
Την ίδια μέρα, δόθηκε οριστικό
τέλος και σε μια πολιτική αντιπαράθεση που κράτησε για δεκαετίες. Όμως στη δίνη
της ενεργειακής κρίσης που δημιουργήθηκε
λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, υπάρχουν ακόμη φωνές στη Γερμανία που ζητούν
την παράταση της πυρηνικής ενέργειας.
Για την υπουργό Περιβάλλοντος
Steffi Lemke από το κόμμα των Πρασίνων, η ημερομηνία σηματοδοτεί μια νέα αρχή
αναφέρει σχετικό άρθρο της Deutche Welle (DW) «Νομίζω ότι πρέπει τώρα
επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας στην προώθηση των φωτοβολταϊκών, την
αποθήκευση της αιολικής ενέργειας, την εξοικονόμηση και την ενεργειακή απόδοση
και να σταματήσουμε αυτές τις οπισθοδρομικές συζητήσεις» δήλωσε σε πρόσφατη
ραδιοφωνική της συνέντευξη.
Το ζήτημα των αποβλήτων
Ωστόσο το ζήτημα της πυρηνικής
ενέργειας θα απασχολήσει τη Γερμανία για αρκετό καιρό ακόμη, αφού αντιδραστήρες
πρέπει ακόμη να αποσυναρμολογηθούν και η τελική διάθεση των ραδιενεργών
πυρηνικών αποβλήτων δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
Όπως όλες σχεδόν οι άλλες χώρες
που είχαν ή συνεχίζουν να λειτουργούν πυρηνικά εργοστάσια, η Γερμανία δεν έχει
καταφέρει να βρει ακόμη ένα μέρος για την ασφαλή εναπόθεση των αποβλήτων. Επί
του παρόντος, βρίσκονται σε προσωρινή αποθήκευση στους χώρους των
εγκαταλελειμμένων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, αλλά ο νόμος απαιτεί την ασφαλή
εναπόθεσή τους σε ειδικούς υπόγειους χώρους για αρκετές χιλιετίες. «Οι
εγκαταστάσεις προσωρινής αποθήκευσης έχουν σχεδιαστεί για να διαρκέσουν αρκετό
καιρό», δήλωσε στην DW ο Wolfram König, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας
για την Ασφάλεια της Διάθεσης Πυρηνικών Αποβλήτων (BASE). «Έρχονται να καλύψουν
το χρονικό διάστημα έως ότου είναι διαθέσιμο ένα τελικό αποθετήριο. Αυτό που
αναζητούμε είναι το γεωλογικό βάθος, ένα κατάλληλο στρώμα αλατιού, σε γρανίτη ή
σε αργιλικό πέτρωμα, το οποίο θα διασφαλίζει ότι καμία ραδιενεργή ουσία δεν θα
φτάσει ποτέ ξανά στην επιφάνεια.
Η αναζήτηση χώρου είναι ένα κοινό
πρόβλημα των περίπου 30 χωρών που στο παρελθόν διέθεταν ή λειτουργούν πυρηνικά
εργοστάσια επισημαίνει η DW. Τα ραδιενεργά απόβλητα πρέπει να διατίθενται σε
ειδικούς χώρους ταφής. Αλλά πού ακριβώς;
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κυβέρνηση πρότεινε το Gorleben, που βρίσκεται
στην περιοχή Wendland της Κάτω Σαξονίας, στη βορειοανατολική Γερμανία.
Όμως μετά από έντονες διαμαρτυρίες
κατά της πυρηνικής ενέργειας στην περιοχή, η ιδέα εγκαταλείφθηκε.
Σήμερα, η αναζήτηση συνεχίζεται σε
ολόκληρη τη Γερμανία, όπου εξετάζονται περισσότερες από 90 πιθανές
τοποθεσίες. «Μπορούμε και πρέπει να
υποθέσουμε ότι η διαδικασία αναζήτησης στη Γερμανία και η κατασκευή ενός
τελικού χώρου εναπόθεσης θα διαρκέσει περίπου 60 χρόνια, όσο καιρό, δηλαδή,
χρησιμοποιούμε την πυρηνική ενέργεια» δήλωσε ο König.
Εν τω μεταξύ, η αποσυναρμολόγηση
των περίπου 20 πυρηνικών σταθμών της Γερμανίας που έχουν κατασκευαστεί θα πάρει
επίσης χρόνο. Αυτό, σύμφωνα με τον König, είναι ευθύνη των διαχειριστών τους,
οι οποίοι εκτιμούν ότι θα μπορούσε να διαρκέσει από 10 έως και 15 χρόνια.
Ένας παγκόσμιος πονοκέφαλος
Μέχρι στιγμής, αντιδραστήρες έχουν
κλείσει στην Ιταλία, το Καζακστάν και στη Λιθουανία. Την ίδια ώρα άλλες χώρες,
όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Λευκορωσία, κατασκευάζουν νέους
πυρηνικούς σταθμούς. Όμως, η μόνιμη, ασφαλής αποθήκευση των ραδιενεργών
αποβλήτων αποτελεί ένα άλυτο ζήτημα για όλους.
Η Φινλανδία έχει προχωρήσει
περισσότερο στο σχεδιασμό της. Σε ρεπορτάζ του γερμανικού δημόσιου
ραδιοτηλεοπτικού φορέα ARD, ο Vesa Lakaniemi, διοικητικός προϊστάμενος στο δήμο
Eurajoki της νότιας Φινλανδίας, μίλησε για την κατασκευή της τελικής
εγκατάστασης εναπόθεσης πυρηνικών αποβλήτων στην πόλη του: «Όποιος επωφελείται
από την ηλεκτρική ενέργεια πρέπει να αναλάβει και την ευθύνη για τα απόβλητα.
Και έτσι είναι τα πράγματα στη Φινλανδία».
Το εκτιμώμενο κόστος κατασκευής
της αποθήκης Eurajoki ανέρχεται σε 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό
Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ), σήμερα λειτουργούν 422 πυρηνικοί αντιδραστήρες σε
όλο τον κόσμο, με μέση ηλικία περίπου 31 ετών. Πρόσφατη "Έκθεση για την
κατάσταση της παγκόσμιας πυρηνικής βιομηχανίας" ανέφερε ότι, παρά το
γεγονός ότι μερικές χώρες κατασκευάζουν νέους πυρηνικούς σταθμούς, δεν υπάρχουν
ενδείξεις επιστροφής στην πυρηνική ενέργεια . Το 1996, περίπου το 17,5% της
ενέργειας σε παγκόσμιο επίπεδο παραγόταν από πυρηνικούς αντιδραστήρες - το 2021
το ποσοστό αυτό ήταν κάτω από 10%. Παρ' όλα αυτά, η ραδιενεργός κληρονομιά θα
απασχολήσει τη Γερμανία για πολλά χρόνια ακόμη.
