Αγάπη Βαρούνη
Δυόμισι χρόνια μετά την αιματηρή εισβολή υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου του 2021, περίπου 12 εκατομμύρια ενήλικες Αμερικανοί, δηλαδή το 4,4% του ενήλικου πληθυσμού, πιστεύουν ότι η βία είναι δικαιολογημένη για την «επιστροφή» του Ρεπουμπλικανού μεγιστάνα στον Λευκό Οίκο.
Αν και ο αριθμός των ενηλίκων που πιστεύουν κάτι τέτοιο έχει μειωθεί μετά την εισβολή, πρόσφατα στοιχεία έρευνας από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο αποκαλύπτουν ανησυχητικά και επικίνδυνα επίπεδα υποστήριξης της πολιτικής βίας και των θεωριών συνωμοσίας σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το ερευνητικό κέντρο Chicago Project on Security & Threats (CPOST) του πανεπιστημίου ξεκίνησε να διεξάγει έρευνες σε Αμερικανούς ενήλικες σχετικά με την πολιτική βία και τη στάση απέναντι στη δημοκρατία λίγο μετά την 6η Ιανουαρίου. Σε νέα στοιχεία του Απριλίου που παρουσίασε αποκλειστικά ο Guardian, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι συνεχίζεται η υποστήριξη της βίας για την επίτευξη διαφόρων πολιτικών στόχων και από τις δύο πλευρές και μια γενική δυσπιστία για τη δημοκρατία.
Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του 2024 χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις που, σύμφωνα με ορισμένους νομοθέτες, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποτροπή μιας νέας βίαιης επίθεσης στη δημοκρατία των ΗΠΑ.
«Οδεύουμε προς μια εξαιρετικά ταραχώδη προεκλογική περίοδο», δήλωσε ο Ρόμπερτ Πέιπ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο που διευθύνει το CPOST. «Αυτό που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ότι η πολιτική βία περνάει από το περιθώριο στην επικρατούσα τάση» είπε χαρακτηριστικά.
Η πιο πρόσφατη έρευνα που διεξήχθη τον Απρίλιο του 2023 διαπίστωσε ότι περίπου 142 εκατομμύρια Αμερικανοί πιστεύουν ότι οι εκλογές δεν θα λύσουν τα πιο θεμελιώδη προβλήματα των ΗΠΑ – αντίστοιχα τον περασμένο Σεπτέμβριο την ίδια θέση υιοθετούσαν 111 εκατομμύρια Αμερικανοί.
Ένας στους πέντε ενήλικες Αμερικανούς εξακολουθεί να πιστεύει τα περί νοθείας των προεδρικών εκλογών του 2020, υιοθετώντας πλήρως τους ψευδείς ισχυρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ.
«Αυτό που βλέπετε είναι πραγματικά ανησυχητικά επίπεδα δυσπιστίας στην αμερικανική δημοκρατία, υποστήριξη επικίνδυνων θεωριών συνωμοσίας και υποστήριξη της ίδιας της πολιτικής βίας», δήλωσε ο Πέιπ.
Κατά τον ίδιο, είναι σημαντικό να παρακολουθούμε τις διακυμάνσεις σχετικά με την αποδοχή της πολιτικής βίας. Αν και πολλοί δεν γνώριζαν ότι τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου θα εξελίσσονταν βίαια, η έρευνα δείχνει ότι η δημόσια υποστήριξη της βίας ήταν ευρέως διαδεδομένη, οπότε οι ίδιες οι επιθέσεις δεν θα έπρεπε να αποτελούν έκπληξη.
«Από τη στιγμή που έχεις υποστήριξη για τη βία στην επικρατούσα τάση, αυτά είναι τα ακατέργαστα συστατικά ή το ακατέργαστο καύσιμο υλικό και στη συνέχεια οι ομιλίες -συνήθως από πολιτικούς- μπορούν να πυροδοτήσουν την “έκρηξη”. Ή αν ξεκινήσουν, οι ομιλίες μπορούν να τους ενθαρρύνουν να προχωρήσουν περισσότερο», είπε.
Πριν από την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου, υπήρχαν συζητήσεις σε διαδικτυακά φόρουμ και μεταξύ ακροδεξιών ομάδων για πιθανή πολιτική βία, όταν το Κογκρέσο συνεδρίασε για να μετρήσει τις ψήφους και να πιστοποιήσει τον Τζο Μπάιντεν ως νικητή των προεδρικών εκλογών, ενώ η νίκη Μπάιντεν είχε ήδη επικυρωθεί νομικά και συνταγματικά. «Αλλά ήταν η ομιλία του Τραμπ εκείνη την ημέρα που πυροδότησε την πραγματική βία», δήλωσε ο Πέιπ.
Γι' αυτό είναι σημαντικό να παρακολουθείται τακτικά το κοινό αίσθημα σχετικά με την πολιτική βία. Το γεγονός που υποκινεί τη βία, συνήθως μια ομιλία ή ένα σχόλιο από ένα πρόσωπο που κατέχει την εξουσία, είναι απρόβλεπτο και μπορεί να προκαλέσει την οργή των ανθρώπων ανά πάσα στιγμή, αλλά η υποκείμενη υποστήριξη της βίας είναι πιο προβλέψιμη και ανιχνεύσιμη.
Η έρευνα διαπίστωσε ότι σχεδόν το 14% -μια μειοψηφία των Αμερικανών, αλλά και πάλι ένας σημαντικός αριθμός- πιστεύει ότι η χρήση βίας είναι δικαιολογημένη για την «επίτευξη πολιτικών στόχων που υποστηρίζω». Πιο συγκεκριμένα, το 12,4% πιστεύει ότι είναι δικαιολογημένη για να αποκατασταθεί το ομοσπονδιακό δικαίωμα στην άμβλωση, το 8,4% πιστεύει ότι είναι δικαιολογημένη για να διασφαλιστεί ότι τα μέλη του Κογκρέσου και άλλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι κάνουν το σωστό, το 6,3% πιστεύει ότι είναι δικαιολογημένη για να διατηρηθούν τα δικαιώματα των λευκών Αμερικανών και το 6,1% πιστεύει ότι είναι δικαιολογημένη για να αποτραπεί η δίωξη του Τραμπ.
Ο Πίτερ Φίβερ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ στη Βόρεια Καρολίνα και συγγραφέας ενός επερχόμενου βιβλίου για την εμπιστοσύνη του κοινού στον στρατό, δήλωσε ότι ενώ η δημόσια υποστήριξη της πολιτικής βίας μπορεί να φαίνεται ακραία, ένας συνδυασμός παραγόντων είναι απαραίτητος ώστε η βία να πάρει σάρκα και οστά. Στις 6 Ιανουαρίου του 2021, υπήρχαν οι συγκεντρωμένοι οπαδοί του Τραμπ, με τον ίδιο να τους καλεί στην ομιλία του κοντά στον Λευκό Οίκο να κάνουν πορεία προς το Καπιτώλιο, μια εμπρηστική ομιλία υποκίνησης σε βία.
«Χρειάζονταν όλα αυτά ταυτόχρονα για να μετατραπεί αυτό που ήταν λανθάνουσα διάθεση σε πραγματική βία», είπε.
Εκτός από την ευρεία υποστήριξη στους ψευδείς ισχυρισμούς του Τραμπ σχετικά με τις εκλογές του 2020, η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι σημαντικός αριθμός Αμερικανών ενηλίκων πιστεύει σε θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και ο αριθμός των πιστών παραμένει σταθερός επί σχεδόν δύο χρόνια. Για παράδειγμα, το 10% των Αμερικανών ενηλίκων τον Απρίλιο δήλωσε ότι πιστεύει ότι η κυβέρνηση διοικείται από παιδόφιλους σατανιστές.
«Η έρευνα επιβεβαιώνει αυτό που ήδη γνωρίζαμε, δηλαδή ότι η ρητορική είναι πραγματικά υπερβολική στην αμερικανική πολιτική ζωή», δήλωσε ο Φίβερ. «Μπορείς να κάνεις τους ανθρώπους να εκφράσουν την υποστήριξή τους σε αρκετά ακραίες δηλώσεις» συμπλήρωσε.
Ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό των Αμερικανών ενηλίκων δήλωσε ότι πιστεύει στη θεωρία της «Μεγάλης Αντικατάστασης», μια θεωρία που το FBI έχει χαρακτηρίσει «Βίβλο της ρατσιστικής Δεξιάς». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία υπάρχει μια συνωμοσία για να μειωθεί η επιρροή των λευκών ανθρώπων και ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται τόσο μέσω της μετανάστευσης μη λευκών, όσο και μέσω απλών δημογραφικών στοιχείων, με τους λευκούς να έχουν χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων από άλλους.
Ενώ μεγάλο μέρος της έρευνας αποκαλύπτει ένα ανησυχητικό επίπεδο πολιτικής πόλωσης στις ΗΠΑ, υπάρχουν τομείς στους οποίους η πλειοψηφία των ανθρώπων συμφωνεί. Σχεδόν το 55% των Αμερικανών ενηλίκων πιστεύει ότι οι εκλογές δεν θα λύσουν τα πιο θεμελιώδη πολιτικά και κοινωνικά μας προβλήματα και σχεδόν το 50% πιστεύει ότι οι πολιτικές ελίτ είναι οι πιο διεφθαρμένοι άνθρωποι στην Αμερική.
Ίσως πιο αισιόδοξο είναι το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των Αμερικανών πιστεύει σε μια πιθανή λύση για την πολιτική βία. Πάνω από το 77% πιστεύει ότι οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο θα πρέπει να προβούν σε κοινή δήλωση καταδίκης οποιασδήποτε πολιτικής βίας.
«Υπάρχει τεράστια αντίθεση στην πολιτική βία στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν έχει κινητοποιηθεί», εκτίμησε ο Πέιπ.
Το δημοσκοπικό αποτύπωμα της ακραίας πόλωσης
Στο τοξικό κλίμα διχασμού και η ακραία πόλωση που εδραιώνεται στις ΗΠΑ από την 6η Ιανουαρίου και μετά, προστίθεται η ανοιχτή αμφισβήτηση των ομοσπονδιακών αρχών μετά την υπόθεση των διαβαθμισμένων κρατικών εγγράφων στο θέρετρο του Τραμπ στη Φλόριντα, στο Μαρ-α-Λάργκο, που οδήγησε στην πρωτοφανή κακουργηματική ποινική δίωξη του. Είναι η πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία που ένας πρώην πρόεδρος παραπέμπεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Σχεδόν οι μισοί Αμερικανοί -το 48%- συμφωνούν με τη δίωξη Τραμπ, ωστόσο ένα διόλου αμελητέο 35% υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες που βαραίνουν τον πρώην πρόεδρο έχουν πολιτικά κίνητρα, σύμφωνα με δημοσκόπηση του ABC News/Ipsos που διεξήχθη το Σαββατοκύριακο.
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία (86%) των αυτοπροσδιοριζόμενων Δημοκρατικών πιστεύει ότι θα έπρεπε να είχαν απαγγελθεί κατηγορίες στον πρώην πρόεδρο.
Από την άλλη πλευρά, οι Ρεπουμπλικάνοι παραμένουν ως επί το πλείστον πιστοί στον Τραμπ, με δύο στους τρεις (67%) να λένε ότι ο πρώην πρόεδρος και σημερινός επικρατέστερος υποψήφιος για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων δεν θα έπρεπε να είχε κατηγορηθεί. Οι ανεξάρτητοι είναι πιο διχασμένοι, με το 45% να πιστεύει ότι θα έπρεπε να του είχαν απαγγελθεί κατηγορίες, το ένα τρίτο να λέει ότι δεν θα έπρεπε να του είχαν απαγγελθεί και το 22% να μένει αμέτοχο.
Ο Τραμπ πρόκειται να απολογηθεί στο Μαϊάμι σήμερα, Τρίτη 13 Ιουνίου.
