Την τραγική κατάσταση του σιδηροδρόμου εδώ και αρκετά χρόνια, η οποία οδήγησε και στο δυστύχημα στα Τέμπη, ανέδειξαν μεταξύ άλλων τα μέλη, τα μέλη του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (ΕΟΔΑΣΑΑΜ), κατά την παρουσίαση του σχετικού πορίσματος.
«Ασχοληθήκαμε και με τη σύμβαση 717, πέραν όμως αυτής,
είναι και η διαχρονική εγκατάλειψη του σιδηρόδρομου και τα μνημόνια που
οδήγησαν στην αποψίλωση του ΟΣΕ από προσωπικό. Σκοπός της διερεύνησης είναι να
γίνουν οι συστάσεις ασφαλείας ώστε τα βήματα που ξεκίνησαν κατόπιν της τραγωδίας
να γίνουν ακόμη πιο γρήγορα, να διορθωθούν πράγματα που λειτουργούν εσφαλμένα
ώστε να μην ξανασυμβεί ποτέ ξανά τέτοιο δυστύχημα ή να υπάρξει ξανά νεκρός στον
σιδηρόδρομο», δήλωσε ο Χρήστος Παπαδημητρίου, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Παγω,
Πρόεδρος Σιδηροδρομικού Τομέα ΕΟΔΑΣΑΑΜ, ενώ ανέφερε πως η σύμβαση 717 έπρεπε να
έχει ολοκληρωθεί από το 2016.
«Η προσωπική μου γνώμη είναι όσοι καθυστέρησαν την 717
και μιλώ για την ανώτερη ηγεσία, έχουν συμβάλει αποφασιστικά στο να χάσουν τη
ζωής τους αυτά τα παιδιά», τόνισε σε άλλη σημείο.
«Όταν κάνεις 17 συστάσεις ασφαλείας, σημαίνει ότι τα
παιδιά σκοτώθηκαν γιατί ο σιδηρόδρομος δεν ήταν ασφαλής» συμπλήρωσε.
Ο Κωνσταντίνος Καπετανίδης, Πολιτικός Μηχανικός
Προϊστάμενος Μονάδας Διερευνήσεως Ατυχημάτων ΕΟΔΑΣΑΑΜ, αφού προχώρησε σε μια
σύνοψη των γεγονότων της ημέρας του δυστυχήματος και των λαθών που οδήγησαν σε
αυτό, τόνισε την διαχρονική έλλειψη προσωπικού στον σιδηρόδρομο από το 2010.
Επίσης, επεσήμανε πως οι υποδομές είναι κακώς
συντηρημένες και υποβαθμισμένες, λόγω έλλειψης επαρκούς χρηματοδότησης και
προσωπικού. Ως αποτέλεσμα, όπως ανέφερε, υπήρχε έλλειψη προληπτικής συντήρησης
υποδομών σηματοδότησης.
Επιπλέον, στο πόρισμα αναφέρεται σχετικά με τους
υποκείμενους παράγοντες που οδήγησαν στο δυστύχημα, πως «ο ελληνικός
σιδηροδρομικός τομέας υπέφερε πολύ από τις οικονομικές κρίσεις που ξεκίνησαν
στα τέλη του 2009 και κορυφώθηκαν το 2010. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κακή συντήρηση
και την όλο και πιο υποβαθμισμένη υποδομή και μια διαρθρωτική έλλειψη
προσωπικού, απαραίτητου για να συνεχίσει να παρέχει τις συνήθεις υπηρεσίες. Το
σιδηροδρομικό σύστημα δεν είχε ανακάμψει από αυτή την κατάσταση μέχρι τις αρχές
του 2023».
«Ο διαχειριστής υποδομής ΟΣΕ δεν προβαίνει σε προληπτική
συντήρηση των υποδομών ελέγχου, τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης. Παρεμβάσεις
πραγματοποιούνται όταν αποτυγχάνουν (κρίσιμα) στοιχεία, ακόμη και για έργα
ανάταξης που παραδίδονται εν μέρει σε χρήση. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ο
ΟΣΕ διαχειρίζεται τις ικανότητες των σταθμαρχών του δεν εγγυάται ότι είναι
ικανοί για τις εργασίες που σχετίζονται με την ασφάλεια για τις οποίες είναι
υπεύθυνοι και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Επίσης, δεν είχε πραγματοποιηθεί μεθοδευμένη
παρακολούθηση της απόδοσης κανενός από τους σταθμάρχες, με αποτέλεσμα ο ΟΣΕ να
μην έχει εικόνα για την όποια επιδείνωση στην ποιότητα εκτέλεσης εργασιών που
σχετίζονται με την ασφάλεια», τονίζεται επίσης.
«Δεν λαμβάνονταν υπόψη από τον ΟΣΕ οι απαραίτητες
αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων και άλλων στοιχείων ενός κοινωνικοτεχνικού
συστήματος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο χρησιμοποιούμενος εξοπλισμός, οι
απαιτούμενες εργασίες, το διαθέσιμο περιβάλλον εργασίας και οι γενικές
οργανωτικές ρυθμίσεις να εξαντλούν τα όρια του επιχειρησιακού προσωπικού πέρα
από αυτό που είναι ανθρωπίνως αποδεκτό με βιώσιμο τρόπο. Επικρατούσε μια ισχυρή
πεποίθηση ότι όλοι οι λειτουργικοί κίνδυνοι μπορούν να ελεγχθούν με την αυστηρή
εφαρμογή κανόνων, υπό όλες τις συνθήκες», υπογραμμίζει ακόμη το πόρισμα.
