Μια φορά κι έναν καιρό, στον συνοικισμό η ζωή κυλούσε στο έπακρο. Ο άλλοτε όμορφος συνοικισμός με την πάροδο του χρόνου, αρχίζει να πεθαίνει. Ερειπωμένα σπίτια, στέγες, παράθυρα, τοίχοι, αυλές, τα αρώματα ψυχοραγούν. Και επειδή δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να αρνηθούμε τη πραγματικότητα, μπορούμε να μιλήσουμε.
Όταν μιλάμε για τον συνοικισμό ο χρόνος είναι ανελέητος,
ζυμώνει και μετατρέπει τα πάντα σε ερημιά και σιωπή. Λυγίζει αργά ο
συνοικισμός, δεν τον κρατά καμιά επιστροφή. Έρημα σπίτια με κλειστά παράθυρα
φαίνονται λυπημένα. Χύτρες που δεν βράζουν, παιδιά που δεν παίζουν στους
δρόμους, άσφαλτος και γάτες ονειρεύονται στα πεζοδρόμια και στους άδειους
κάδους. Ο άνεμος γδύνει τα δέντρα που φυτρώνουν μέσα στις αυλές, σκορπά παντού
σε κάθε γωνιά άπειρα πεθαμένα φύλλα. Χορταριασμένες αυλές που κάποτε
καταλάμβαναν γεωργικά μηχανήματα, εργαλεία, ζώα και παιδιά, τώρα δημιουργούν
ένα αίσθημα εγκατάλειψης και σιωπής. Η φύση σταδιακά κυριεύει τα ανθρώπινα
δημιουργήματα. Η φύση ανακτά την περιοχή που κάποτε την είχαν κατακτήσει οι
άνθρωποι.
Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια θυμίζουν ότι κάποτε υπήρχε
έντονη ζωή και δραστηριότητα στον συνοικισμό. Και μερικές φορές ξαφνιάζεσαι
όταν βλέπεις τις γάτες σαν να περιμένουν τους ιδιοκτήτες τους, να κρύβουν από
ντροπή την εγκατάλειψη. Αλλά κυρίως εκείνο που εντυπωσιάζει αμέσως είναι η
σιωπή και η ηρεμία αυτής της περιοχής. Μια περιοχή που δεν παραχωρεί καμία
προσδοκία διαφυγής, καμία ελπίδα επαναφοράς της παλιάς ζωντάνιας του
συνοικισμού.
Εδώ και πολύ καιρό, δεν ακούγονται στον συνοικισμό
παιδικά γέλια. Οι άδειοι δρόμοι δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μοναξιάς και λήθης.
Ερειπωμένα σπίτια που κάποτε ήταν σπίτια για κάποια οικογένεια, τα άλλοτε
όμορφα παλιά σπίτια, κανείς δεν είναι σε θέση να τα γεμίσει με παιδικό γέλιο
και ζωή. Ένας συνοικισμός δίχως παιδικά γέλια, δίχως μητέρες με καρότσια, δίχως
παιδιά να γεμίζουν τους δρόμους μετά το σχολείο. Υπάρχουν μέρες που ούτε ένας
άνθρωπος δεν περπατά στους δρόμους.
Ο συνοικισμός με τους πρόσφυγες, η κάποτε ακμάζουσα
αγροτική περιοχή που ενίσχυε τον αγροτικό τομέα με εύφορα χωράφια που έδιναν
καλή σοδειά, αυξάνοντας την γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή της χώρας, τώρα
έχει μετατραπεί σε μια εγκαταλελειμμένη γωνιά, που εξακολουθεί να φέρει ίχνη
από την προηγούμενη ζωή της. Βλέπεις στα κλειστά σπίτια, υλικά και εργαλεία που
έχουν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του, υπόκειται σε φθορά. Παλιά σπίτια
που δεν πρόλαβαν ακόμα να βυθιστούν και να καταρρεύσουν, κανείς δεν είναι σε
θέση να τα αναπαλαιώσει, δημιουργούν μια μυστηριώδη ατμόσφαιρα, την ευκαιρία να
αγγίξεις την ιστορία. Κοιτάζεις στα παράθυρα των άδειων σπιτιών με μια
νοσταλγική λαχτάρα για να ξεκινήσεις ένα ταξίδι. Ένα πραγματικό ταξίδι πίσω στο
χρόνο. Ένα ταξίδι στο παρελθόν, που δεν τελειώνει ποτέ, αφού η ζωή ήταν κάποτε
σε πλήρη εξέλιξη στον συνοικισμό, κι αυτό αφήνει μια έντονη εντύπωση που μας
υπενθυμίζει τη σημασία της διατήρησης της ιστορίας.
Ο χρόνος έχει σταματήσει στον συνοικισμό. Η φθορά και η
ερήμωση είναι παντού. Ένα καταθλιπτικό θέαμα. Όμως, γιατί συμβαίνει αυτό ;
Ποιος είναι ο ένοχος και ποιος ο λόγος ? Τα ερωτήματα γεννιούνται επιτακτικά,
βασανίζοντας κυρίως τις ψυχές των Σιδηροκαστρινών που διαμόρφωσαν οι πρώτες
παλιές εντυπώσεις τους το ψυχικό δέσιμο με τον συνοικισμό. Ήταν ο πρώτος τόπος
που έζησαν. Ο πολύ συγκεκριμένος και χειροπιαστός, που πρωτομέτρησαν έκθαμβοι
τ’ άστρα, που έπαιζαν γδέρνοντας τα γόνατά τους στις αλάνες, εκεί που άρχισαν
να γνωρίζουν τον μαγικό χώρο του πατρικού σπιτιού. Στην αυλή που το
ηλιοβασίλεμα έριχνε το γλυκό φως τις ώρες του σούρουπου και η οικογένεια
μαζεύονταν για το δείπνο και βασίλευε η γλυκύτερη ώρα της γαλήνης. Ήταν τα
πρώτα βιώματά τους.
Ανατρέχοντας σ’ εκείνα τα χρόνια από τις διηγήσεις των
ηλικιωμένων, η αίσθηση της οικογένειας γινόταν πολύ πιο άμεση και αποκτούσε
ζωντανό ενδιαφέρον. Εκείνα τα χρόνια η γιαγιά ήταν η καρδιά της οικογένειας και
η αγκαλιά της ήταν το γλυκύτατο καταφύγιο πολλών παιδιών. Ο παλιός συνοικισμός,
ο σκεπασμένος μέσα στο παρελθόν μ’ εκείνες τις γριές χήρες που έρχονταν από τη
μεγάλη δυστυχία, ήταν για τα παιδιά σαν μια ζωντανή είσοδος στο παρελθόν. Οι
διηγήσεις τους ήταν πρώτα απ’ όλα ουσιαστικές, μέσα από τις εμπειρίες τους.
Ιστορίες πανάκριβα πληρωμένες μ’ ανθρώπινη οδύνη εξαιτίας της Μεγάλης Ιδέας που
οδήγησε στη Μικρασιατική καταστροφή. Εκείνες οι γριές χήρες με τις ιστορίες
τους έβαζαν τα παιδιά στο σωστό δρόμο, αφού άρχισαν τα παιδιά να μαθαίνουν για
την ιστορία, την ελευθερία, την αλήθεια και την δικαιοσύνη πολύ πριν αρχίσουν
να τα διδάσκονται. Με τέτοιο πλεούμενο πολλοί Σιδηροκαστρινοί κάτοικοι του
συνοικισμού ξεκίνησαν το ταξίδι της ζωής.
Στην ουσία ο συνοικισμός είναι ο τόπος που όρισε και
σημάδεψε τη ζωή πολλών κατοίκων του Σιδηροκάστρου, των ξεριζωμένων προσφύγων,
που για χάρη της Μεγάλης Ιδέας πλήρωσαν το μεγαλύτερο τίμημα. Ήταν ένας
οδυνηρός χωρισμός από την Πατρίδα, μα αξιώθηκαν να ξαναβρεθούν στα νερά τους,
στο νέο τόπο τους, στον συνοικισμό, στη νέα Πατρίδα το Σιδηρόκαστρο, φέρνοντας
μαζί τους ήθη, έθιμα, γνώσεις, δίνοντας έναν αγώνα σκληρότατο, που τον έκαναν
κάθε μέρα μόνοι τους, γιατί τους καλούσε σ’ αυτόν τον αγώνα η ίδια η ζωή με την
ομορφιά της, ανάβοντας τη δίψα τους να τη γευτούν και το πάθος να νικήσουν. Η
κάθε στιγμή απαιτούσε από εκείνους τους πρόσφυγες την ετοιμότητά τους στον
αυτοσχεδιασμό. Ο καθημερινός μόχθος γίνονταν βάσανο, όμως εκείνοι οι πρόσφυγες
που τον σηκώναν, δεν γονάτιζαν, δεν συντρίβονταν η ψυχή τους. Μονάχα όταν
τελείωναν οι δουλειές θα επέστρεφαν σπίτι, ξεθεωμένοι. Βασανίζονταν ασταμάτητα,
μα δεν λύγιζαν.
Στον συνοικισμό του παλιού καλού καιρού με την λαμπρή
ομορφιά του και την ασταμάτητη κινητικότητά του, βάδισαν τη ζωή τους πολλοί με
υπερηφάνεια, με ανθρωπιά και νοιαζόταν μ’ ένα αληθινό, ανθρώπινο ενδιαφέρον
μπροστά στις απαιτήσεις της ζωής. Και οι όμορφες κοπέλες του συνοικισμού
οπλισμένες με τρυφερά αρώματα, με μάτια γεμάτα έρωτα, με στήθη γεμάτα έπαρση
για κάθε όνειρο, για κάθε καταιγίδα, γεμάτες φροντίδες γεμάτες ζωή. Κοπέλες που
καλημέριζαν τον ήλιο σ’ όλους τους δρόμους και τα πάρκα τις ένδοξες μέρες του
καλοκαιριού.
Σήμερα στον συνοικισμό ταξιδεύεις γοητευμένος στη μνήμη
ενός τοίχου μουγκού που πεθαίνει. ‘Όταν ξημερώνει μικροί ήλιοι φανερώνουν
τοίχους φτιαγμένους από πηλό πού ‘χουν μυστικά. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι τα
παλιά σπίτια, αποθήκες, στάβλοι, φτιαγμένα από πηλό, τα οποία παρά την
εγκατάλειψη, διατηρούν το μεγαλείο και την ατμόσφαιρα της παλιάς ακμάζουσα ζωής
του συνοικισμού, διατηρούν ακόμα τη μνήμη του παρελθόντος. Και όταν ζυγώνει η
νύχτα, παντού σκοτάδι καραδοκεί, σιωπηλές οι αυλές, κλειστές οι πόρτες των
σπιτιών, κανείς δεν είναι ορατός, μόνο η μουσική της σιωπής περπατώντας στην άσφαλτο.
Και οι μικρές βροχές που υψώνουν το άσμα τους με ένα άρωμα βρεγμένης γης, που
καίει το ποίημα της απουσίας των ανθρώπων.
Αυτή η ερήμωση του συνοικισμού, είναι ίσως ακόμα πιο
αδυσώπητη για τα ηλικιωμένα άτομα. Πολύ συχνά αποχωρισμένοι από τα παιδιά τους
για διάφορους λόγους, περιμένουν τον θάνατο. Δεν περιμένουν κάποια ευτυχία που
θά ‘ρθει σαν από θαύμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία, έφυγαν οι νέοι και ο συνοικισμός
τώρα οπλίζει φέρετρα για τους λιγοστούς ηλικιωμένους που βασανισμένοι, σηκώσανε
στους ώμους τους φουρτούνες και ζουν τώρα κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους υπό
το φόβο των ληστών. Ηλικιωμένοι που άφησαν το αποτύπωμα της πάλης τους σε
φωτογραφίες για να μαθαίνουν οι επόμενες γενιές για τη δυνατή και ρωμαλέα
φιγούρα τους, για όποιον επιχειρήσει να συναντηθεί με το παρελθόν. Ηλικιωμένοι
που με τα πληγωμένα χέρια τους παλεύουν να κρατήσουν στους ώμους τους το βάρος
των εμπειριών τους, που από τα μικρά τους χρόνια αντίκρισαν. Τότε που η Ελλάδα
υπό την ηγεσία ανίκανων κυβερνητών οδηγήθηκε στην Μικρασιατική καταστροφή και
οι Έλληνες πρόσφυγες έδωσαν με τις οικογένειές τους τη φωτιά της καρδιάς τους
για να χτίσουν ξανά τη ζωή στον συνοικισμό, για να αλλάξουν τη μοίρα τους. Κι ο
καθένας από αυτούς, η κάθε μία όσο μικρό κι αν είναι το έργο της ιδιαίτερης ζωής
τους, δεν παύει να είναι χρήσιμο στη τεράστια διαρκή προσπάθεια για μια ζωή
δίχως εξαρτήσεις, χωρίς καταστροφικές συγκρίσεις. Δρούσαν πάντα βάσει της
εσωτερικής τους ανάγκης για δημιουργία χωρίς σπατάλες και μιζέρια, με την πείρα
ζωής μετασχηματισμένη σε απλή όσο και βαθιά σοφία. Δρούσαν με απλή εκτίμηση και
αγάπη γι αυτό που τους συμβαίνει και συχνά θαυμάζω το θάρρος τους, την
περιφρόνηση για το θάνατο. Σίγουρα αυτή η συμπεριφορά στηρίζεται στη συνείδηση
ότι έχουν προσφέρει στην κοινωνία στον συνάνθρωπο με την υπεύθυνη προσωπική
τους ζωή. Και ότι το έργο τους θα συνεχιστεί από τις επόμενες γενιές που πήραν
τα απαραίτητα διδάγματα και τεχνικές που επιτρέπουν να ζήσουν, να αμυνθούν υπό
το βάρος των ευθυνών τους. Μονάχα έτσι μπορεί να εξηγηθεί το θάρρος αυτών των
ηλικιωμένων ανθρώπων.
Τώρα για τον συνοικισμό υπάρχει μονάχα η αλήθεια του
φωτογραφικού φακού που αποτελεί πειστικό επιχείρημα για εκείνον τον θεατή που
προσπαθεί να κατανοήσει μια εποχή. Μια εποχή που οι πρόσφυγες στον συνοικισμό
ζήσανε απόλυτα υπεύθυνοι για το σχέδιο ζωής. Αναγνώριζαν την αξία και τις
αρετές της ουσιαστικής ζωής. Και γι αυτό ο συνοικισμός δεν είναι απλά μια
περιοχή του Σιδηροκάστρου, είναι μέρος της ιστορίας του Σιδηροκάστρου, η οποία
σταδιακά ξεθωριάζει στη λήθη.
Φυσικά είναι καταρχήν αδύνατο να αναβιώσει ο συνοικισμός
στην πρώην «πατριαρχική» του μορφή. Ο παλιός συνοικισμός με τις σόμπες να
καπνίζουν από τα ξημερώματα, τις αγελάδες στις αυλές και τις ανέσεις στις
αυλές, αυτά θα μείνουν μόνο στις αναμνήσεις. Οι πραγματικότητες της ζωής
υπαγορεύουν τη δική τους γραμμή ζωής και συμπεριφοράς. Οι νέοι έφυγαν για τις
πόλεις και το εξωτερικό αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες και δουλειά. Οι
οικονομικές αλλαγές, η παρακμή της γεωργίας και η γενική μείωση των γεννήσεων,
οδήγησαν στο γεγονός ο συνοικισμός να αρχίσει σταδιακά να αδειάζει. Οι άνθρωποι
αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, αφήνοντας στη μοίρα
του τον συνοικισμό. Ένας από του κύριους λόγους για την ερήμωση του συνοικισμού
είναι η αστικοποίηση, που καλύπτει την ανθρώπινη κοινωνία και η οποία επηρέασε
πολλές αγροτικές περιοχές της Ελλάδας. Άρχισε μια μαζική εκροή πληθυσμού από το
χωριό. Βέβαια στον συνοικισμό έχουν κτιστεί καινούργια άνετα σπίτια με όλες τις
ανέσεις, και εμφανίζονται κάτοικοι, αλλά πολλοί είναι κάτοικοι του καλοκαιριού.
Η εικόνα ενός φωτεινού συνοικισμού είναι αγαπητή, είναι
μέρος της ψυχής πολλών Σιδηροκαστρινών, γιατί μεγάλωσαν σε αυτόν, είναι μέρος
της ψυχής τους. Ποιος φανταζόταν πριν μερικά χρόνια πως θα μιλούσαμε για
αλλιώτικους αγέρες που θροίζουν στον συνοικισμό; Αφήσανε οι κυβερνώντες με τις
πολιτικές πράξεις τους το συνοικισμό να πεθαίνει αργά. Το φταίξιμο είναι μεγάλο
των κυβερνητών. Δεν υπάρχει λοιπόν παρά ο δρόμος της ευθύνης της διατήρησης και
διαφύλαξης της πλούσιας κληρονομιάς που έφεραν οι προγονοί μας. Ο Δήμος
Σιντικής οφείλει να αναπαλαιώσει ένα σπίτι, να αναπτυχθεί μια τουριστική
υποδομή, ένα μουσείο γεωργίας και αγροτικής ζωής, που θα επιτρέψει σε πολλούς
ανθρώπους που αναζητούν και θέλουν να βυθιστούν στην ατμόσφαιρα της αγροτικής
ζωής της υπαίθρου του παρελθόντος, στην ατμόσφαιρα της ζωής των προσφύγων, να
επισκεφτούν αυτήν την μοναδική περιοχή. Παιδιά να δουν σκεύη, εργαλεία,
μηχανήματα και αντικείμενα εκείνης της εποχής, με τα εκθέματα να αγγίξουν το
παρελθόν και να σκεφτούν το μέλλον και πως άλλαξε η ζωή. Θα είναι μια μοναδική
ευκαιρία για τις επόμενες γενιές που έχασαν την ικανότητα να διατηρήσουν μια
τέτοια εικόνα ζωής. Ένα μουσείο που θα αποκαλύπτει και με φωτογραφικό υλικό μια
άλλη πλευρά από τη μυστική δύναμη και λαχτάρα ζωής, που καλλιέργησε η ελληνική
πραγματικότητα μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Και όσο περισσότερο ερημώνει ο
συνοικισμός, τόσο πιο προφανές γίνεται να επιδιωχθεί μια ανάσταση στη μνήμη με
ένα μουσείο που θα φωτίζει μέσα στις ψυχές των επισκεπτών, την πρώτη εικόνα των
Ελλήνων προσφύγων για τη διάσωση και συνέχιση της πλούσιας κληρονομιάς που
έφεραν οι προγονοί μας για να επωφεληθούν οι επόμενες γενιές.
Θωμάς Μιχαλιέρης
