Για το εξαγωγικό και διαμετακομιστικό εμπόριο της Μακεδονίας και ιδιαίτερα του Σαντζακίου των Σερρών και του Καζά του Ντεμίρ-Χισσάρ ( Σιδηροκάστρου), μας προσφέρουν πληροφορίες διάφορα «Οδοιπορικά», ξένων περιηγητών και συγγραφέων. Στοιχεία όμως, αντλούνται και από εκθέσεις προξένων της Θεσσαλονίκης, Γαλλίας και Βενετίας, κυρίως προς τα οικεία τους Υπουργεία των Εξωτερικών.
Οι Έλληνες
κάτοικοι της πόλης και της περιοχής του
Ντεμίρ -Χισσάρ ( Σιδηροκάστρου ), παρά τις φορολογικές καταπιέσεις και τις
αρπαγές των κατακτητών,
ζώντας αφ’ ενός
μεν ανάμεσα σε νωθρό και
άπρακτο Τουρκικό πληθυσμό,
αφ’ ετέρου δε σε μία
απέραντη πλουτοπαραγωγική πεδιάδα, έγιναν με την πάροδο των χρόνων οι
ουσιαστικοί ρυθμιστές της οικονομικής ζωής του τόπου.
Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα αρχίζει να
διαφαίνεται η οικονομική και εμπορική ακμή της περιοχής. Η απέραντη
πεδιάδα που απλώνεται δυτικά και
νότια της πόλης με τον
ποταμό Στρυμόνα, που
την διαρρέει και την γονιμοποιεί, ανέκαθεν παρήγαγε
και ήταν αυτάρκης σε πάσης φύσεως αγροτικά
προϊόντα. Η γαιοοικονομική της
θέση παράλληλα, την καθιστούσε
γέφυρα διαμετακομιστικού εμπορίου προς τις άλλες χώρες της Βαλκανικής
και της Ευρώπης. Από τη Θεσσαλονίκη ξεκινούσαν και τότε τρείς δρόμοι προς τις Αυστριακές και Ουγγρικές χώρες και
κτήσεις. Ο ένας περνούσε μέσα από τη Βοσνία,
αλλά επειδή ήταν ορεινός σπάνια
τον ακολουθούσαν. Ο δεύτερος μέσω
Σιδηροκάστρου, Μελενίκου, Σόφιας
και Βιδινίου περνά, όπως και σήμερα, τα Αυστριακά σύνορα στην Όρσοβα και μέσω
Τέμεσβαρ, Πέστης, Ράαμπ φτάνει στη Βιέννη.
Από το Βιδίνι επίσης υπάρχει
διακλάδωση προς τη Μολδοβλαχία. Ο τρίτος ακολουθεί και αυτός την κοιλάδα του
Στρυμόνα, αλλά από τη
Σόφια κατευθύνεται προς τη Νίσσα και το Βελιγράδι.
Η συνθήκη του Πασσάροβιτς, που υπογράφηκε το 1718,
αποτέλεσε σπουδαίο σταθμό στην οικονομική και πολιτιστική ζωή των κατοίκων
αυτής της περιοχής, διότι επέτρεπε
με ορισμένα της άρθρα στους υπηκόους της Αυστρίας και της
Τουρκίας, τη ναυσιπλοϊα
και την ελεύθερη άσκηση του εμπορίου στην ξηρά και τη θάλασσα.
Παράλληλα,
ένα μεγάλο αποδημητικό ρεύμα από
την περιοχή, κατευθύνονταν προς τις
Βαλκανικές χώρες και τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Μεγάλα
καραβάνια ξεκινούσαν από
τη Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες, φορτωμένα με εμπορεύματα του
τόπου και της Εγγύς Ανατολής με προορισμό
τις Βόρειες χώρες. Στο εμπόριο
αυτό, πρωτοστατούν κυρίως οι Έλληνες του Σαντζακίου των
Σερρών και ιδιαίτερα των καζάδων Μελενίκου και
Σιδηροκάστρου. Σ’ όλη τη Βαλκανική, τα καραβάνια ήταν στα χέρια των κατοίκων
αυτών των περιοχών. Οι Σέρρες, το Ντεμίρ-Χισσάρ και το Μελένικο κρατούν
τα κλειδιά των
μοναδικών, για την εποχή
εκείνη, εμπορικών οδών και
εξελίσσονται σε μοναδικά κέντρα εξαγωγικού και
διαμετακομιστικού εμπορίου. Σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, αραβόσιτος και πάσης φύσεως άλλα δημητριακά, πλημμύριζαν τις αποθήκες των χωρικών και των
εμπόρων της περιοχής. Το σησάμι
καλλιεργούνταν και αυτό σε μεγάλες εκτάσεις,
από το οποίο οι κάτοικοι της περιοχής παρήγαγαν
το εξαίρετο σησαμέλαιο, το οποίο
χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική.
Εκείνο όμως το προϊόν που χαρακτηρίζει το εξαγωγικό
εμπόριο του Σαντζακίου των Σερρών,
μέχρι το 19ο αιώνα και αποτέλεσε
αληθινή πηγή πλούτου,
είναι η καλλιέργεια του βαμβακιού
και του καπνού.
Η ταχυδρομική και
επιβατική συγκοινωνία την εποχή εκείνη, με τις Σέρρες, τη
Θεσσαλονίκη και το
Μελένικο, διεξάγονταν ήδη
από τις
αρχές του 19ου αιώνα, με τις
νεοεμφανισθείσες τότε άμαξες τύπου «
Φαέθων », τα γνωστά μας μέχρι τη δεκαετία του 1960, «Παϊτόνια». Αυτό δε,
θεωρήθηκε ως ιδεώδης κατάκτηση, έναντι των πρωτόγονων μέχρι τότε μέσων
ταξιδίου. Για τη μεταφορά των
εμπορευμάτων σε μακρυνές αποστάσεις,
το μόνο
πρόσφορο μέσο, για
την τότε κατάσταση των δρόμων της χώρας, ήταν
τα καραβάνια με ημίονους και καμήλες, που έδιναν μία βιβλική όψη στις
μεταφορές. Τα χάνια, που υπήρχαν
καθ’ οδό, αλλά και μέσα στο Ντεμίρ-Χισσάρ και τις άλλες
πόλεις, αποτελούσαν τα ξενοδοχεία της εποχής εκείνης για τους
ανθρώπους και τα υποζύγια τους. Είχαν κυρίως μία αυλή σε τετράγωνο σχήμα και στο
μέσον τα περισσότερα μία βρύση ή πηγάδι. Στο επάνω πάτωμα, υπήρχε μία ασκεπής
γαλαρία, με μία σειρά διαμερισμάτων και
συχνά τέμενος ή τόπος προσευχής, για τη χρήση
από ευσεβείς μουσουλμάνους.
Στο κάτω μέρος
σταυλίζονταν οι καμήλες και οι ημίονοι με τα εμπορεύματα που μετέφεραν. Πάντοτε ένας υπηρέτης καθάριζε
το πάτωμα του δωματίου, το οποίο ήταν διαθέσιμο με την επίπλωση του, η οποία
αποτελούνταν συνήθως από μία ψάθα.
