Ελένη Καρασαββίδου
«Στις Ελληνίδες οφείλεται ιδιαίτερη προσοχή και εκτίμηση… Κατά τον ιερό αγώνα της Ανεξαρτησίας ατρόμητες, όπως οι άνδρες, ρίχτηκαν στην πάλη, χωρίς καν ν’ αποβλέψουν, όπως εκείνοι, στη δόξα. Ζήτησαν την αμοιβή τους στις ταλαιπωρίες, με την πεποίθηση πως θυσιάζονται για ό,τι είχαν προσφιλές», C. Blanchard.
Οι αναπαραστάσεις, ως συμβολικές κατασκευές που παρέχουν
έναν κώδικα τόσο ταξινόμησης όσο και κοινωνικής συναλλαγής επιστρατεύουν
πραγματικά ή συμβολικά κατασκευάσματα που «μεταφέρουν» και «μεταφράζουν» την
ατομική και κοινωνική μας ιστορία.
Αυτό καθρεφτίζεται και στα Δημοτικά τραγούδια του 1821,
που ως ατομική έκφραση των συλλογικών μας αναπαραστάσεων, χρησιμοποιήθηκαν
συχνά από τα κοινωνικά υποκείμενα ώστε να εκφραστούν τόσο τις κυρίαρχες, όσο
και τις «περιθωριακές» ταυτότητες του τόπου και της εποχής.
Κι αν Δημοτικά τραγούδια, αναπαράγοντας τον διαχωρισμό
της από τον δημόσιο χώρο, αναπαριστούν την γυναίκα ως ‘μητέρα’ ή ‘ερωμένη’,
σύντομα η μορφή της καπετάνισσας εγείρεται για να πάρει λες την ‘εκδίκηση’ μιας
φύσης από καιρό αποκλεισμένης: «Κλαίγουν οι μαύροι τη σκλαβιά, οπού είναι
σκλαβωμένοι,/κλαίγουν και τον ξεχωρισμό, το πώς θα ξεχωρίσουν./ Ο ζωντανός ο
χωρισμός παρηγοριά δεν έχει!/Αφήνει η μάννα το παιδί και το παιδί τη
μάννα,/χωρίζει κ’ ένα αντρόγυνο, μια μέρα ανταμωμένο».
Ή «Ποιος θε ν’ ακούσει κλάµατα και µαύρα µοιρολόγια; Ας
πάει στα κάστρα του Μωριά, της Πόλης τα καντούνια, που κλαίει η µάνα το παιδί,
και το παιδί τη µάνα. Στο παραθύρι κάθονται και το γιαλό τηράζουν. Σαν
περδικούλες θλίβονται και σαν παπιά µαδιούνται. Σαν του κοράκου τα φτερά
µαυρίζει η φορεσιά τους»
Τ’ ακούσατε τι γίνηκε ‘ς τα Γιάννενα, τη λίµνη, που
πνίξανε τες δεκαεφτά µε την κυρά Φροσύνη; Αχ, Φροσύνη παινεµένη, τι κακό
‘παθες, καηµένη! Άλλη καµιά δεν τό ‘βαλε το λιαχουρί φουστάνι, πρώτ’ η Φροσύνη
το ‘βαλε και βγήκε ‘ στο σιργιάνι Αχ, Φροσύνη παινεµένη, και στον κόσµο
ξακουσµένη!»
Η κυρίαρχη λοιπόν αναπαράσταση τοποθετεί την γυναίκα ως
μάνα και σύζυγο ή θυματοποιημένο εξαιτίας του φύλου της αντικείμενο ερωτικού
πόθου.
Στην Επανάσταση και στον μακρόχρονο αγώνα που ακολούθησε,
οι γυναίκες, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, μετρημένες στα δάχτυλα των χεριών,
ήταν αυτό που η εποχή τους όριζε να είναι. Κυρίως θύματα: θύματα ακούσια των
σφαγών, των βομβαρδισμών και των συγκρούσεων, της προσφυγιάς και της φυγής,
επιφορτισμένες με την αναζήτηση τροφής και καταφυγίου, εμπόρευμα στα
σκλαβοπάζαρα, λεία πολέμου και εύκολα –αδιάφορα– αναλώσιμες, γράφει η Β. Λάζου.
Αλλά όπως οι γυναίκες παίρνουν σιγά σιγά τα άρματα, κι ας αδικήθηκαν από την
επίσημη εθνική ιστοριογραφία που δεν τις κατέγραψε ως όφειλε, όσο άξιζαν, σιγά
σιγά νέες μορφές και νέες συνυποδηλώσεις δημιουργούνται:
Τραγούδια σαν της «Δέσπως» (1803), που «Δαυλί στο χέρι
νάρπαξε, κόρες και νύφες κράζει/. “Σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε, παιδιά μ’ μαζί
μου ελάτε”. Και τα φισέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν», αυτό καταγράφουν.
Ή το: «Η κυρά-Μόσχω φώναξε ‘πο πάνω απ’ την Κιάφα:
Πούστε, παιδιά Σουλιώτικα και σεις οι Τζαβελαίοι,
μαζί μου όλοι τρέξετε και άνδρες και γυναίκες,
τους Τούρκους κατακάψετε, σπόρο να μην αφήστε.
Να μείνουν χήρες κι ορφανά, γυναίκες και παιδιά τους.
Να λεν στο Σούλι τους σκότωσαν, Σουλιώτισσες γυναίκες».
Σε άλλο Δημοτικό καταγράφεται: «Ποιος είδε ήλιο τ ο βράδυ
κι άστρι στα παλικάρια ποιος είδε κόρη ανύπαντρη να πάνε µ ε τους κλέφτες;
δώδεκα χρόνους έκανε αρµατολός και κλέφτης, κανένας δ ε τ η γνώριζε, κανένας
δεν την ξέρει…»
Υπάρχουν βέβαια και εκατοντάδες -αν όχι χιλιάδες- άλλες
Ελληνίδες ανώνυμες κι επώνυμες, σύμφωνα με την πρωτοπόρα ερευνήτρια Καλλιρόη
Παρρέν που διακρίθηκαν για την γενναιότητά τους και την αυτοθυσία τους όπως η
Λένω Μπότσαρη η οποία αυτοκτόνησε πέφτοντας στο ποτάμι για να μην πέσει στα
χέρια των Τούρκων. Λέει το τραγούδι της:
Όλαις οι καπετάνισσαις από το Κακοσούλι
όλαις την Άρτα πέρασαν, ‘ς τα Γιάννινα τοις πάνε,
σκλαβώθηκαν οι αρφαναίς, σκλαβώθηκαν οι μαύραις,
κʼ η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κ’ εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και ʽς τη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια ‘ς την ποδιά και βόλια ‘ς τοις μπαλάσκαις
-Κόρη, για ρηξε τ’ άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Γιάννη,
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια”.