Νομίζω ότι είναι πλέον ξεκάθαρο ποιος έχει δώσει εντολή στο παρακράτος να τραμπουκίζει τον Ζαραλίκο. Η απειλή χρήσης βίας δε συνιστά ποινικό αδίκημα;
Και μια μικρή ποιητική
ιστορία από την εποχή του Μεσοπολέμου, τότε που ο φασισμός σήκωνε κεφάλι.
Παραμονές Πρωτοχρονιάς του
1931 η Ιερά Σύνοδος, εν μέσω οικονομικής
ύφεσης, αισχροκέρδειας, φτώχειας, και δυστυχίας, είχε εκδώσει εγκύκλιο με
εντολή να διανεμηθεί σε όλες τις μητροπόλεις, όπου αφόριζε τα πιο επιφανή μέλη
του Εκπαιδευτικού Ομίλου (Γληνό, Βάρναλη και Δελμούζο), χαρακτηρίζοντάς τους
«άλογα ζώα φυσικά γεγεννημένα εις άλωσιν και φθοράν...κατάρας τέκνα», στόχο των
οποίων αποτελούσε «η δηλητηρίασις των ελληνοπαίδων της εν τοις σχολείοις
διδασκαλίας επί τη βάση των εθνοκτόνων και ψυχοφθόρων εμπνεύσεων Γληνού...»
Εκτενής ήταν η αναφορά στον
Κώστα Βάρναλη, τον οποίο η Ιερά Σύνοδος χαρακτήριζε «ασεβέστατο κομμουνιστή».
Οι υψηλόμισθοι και καλοζωισμένοι ρασοφόροι, που κήρυτταν εγκράτεια στους
πεινασμένους, είχαν ενοχληθεί ιδιαίτερα με την ποιητική συλλογή «Το Φως που
Καίει», όπου ο Βάρναλης με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας έλεγε:
«Είμαι η Θρησκεία, που
φανερώνω
τη Θέληση των ουρανών
στα πλήθη που δεν έχουν
θέληση,
γιατί δεν έχουν γνώση.
Είμαι η Θρησκεία, που
ευλογάει
τους χρυσούς, τους επίσημους
φονιάδες,
που λάμπουν από λίπος κι από
ακαματιά
κ’ έχουν τα μάτια του
πετρίτη
που από το πιο μεγάλο ψήλος
βρίσκουν το πιο βαθιά
κρυμμένο κέρδος.
Είμαι η Θρησκεία, που
καταριέται
τα θύματα, τα θύματά της,
και που, όσο αρνιόνται, τόσο
τα βυθίζει
μες την τρομάρα αιώνιας
ποινής
πάνω στη Γη και κάτου από το
Χώμα!»
Φυσικά ο Βάρναλης δεν
πτοήθηκε από την επίθεση των σκοταδιστών και η απάντησή του ήταν άμεση, με τη
δημοσίευση του ποιήματος «Μποναμάς» στο περιοδικό «Πρωτοπόροι» τον Φεβρουάριο
του 1931, το οποίο αναφέρεται στην Ιερά Σύνοδο:
Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με
λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και
βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες,
τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι
επίσημοι κι ωραίοι.
Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’
αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα,
στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά
ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε
φαγούρες στα μπατζάκια.
Την προσευκή τους κάνανε τα
πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες
του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί,
πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα
μπρος του καλογέρου!)
Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που
πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της
ηθικής ξεφτέρι…
Όξω οι φτωχοί φωνάζανε:
«Πεινάμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι και γερόντισσες,
παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών
σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι
είπανε: «Φταιν οι αθέοι».
