Γιάννης Μυλόπουλος / Θα διαγράψουν, τελικά, 333.790 «αιώνιους» φοιτητές;


Γιάννης Μυλόπουλος

 

Η ανησυχία στα πανεπιστήμια είναι διάχυτη. Η κοινωνικά άδικη και ταυτόχρονα εκδικητική απέναντι στους φοιτητές πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση, την οδήγησε στο σημείο να είναι έτοιμη να επιβάλει στα πανεπιστήμια τη διαγραφή περισσότερων από 330.000 φοιτητές.

 

Πρόκειται για την εφαρμογή του νόμου 4957/2022, του γνωστού και ως νόμου Κεραμέως. Σύμφωνα με τον οποίον, συλλήβδην οι φοιτητές που δεν τελειώνουν στην ώρα τους, με ανοχή 2 χρόνια για εκείνους που σπουδάζουν σε τετραετείς και 3 χρόνια για όσους σπουδάζουν σε πενταετείς ή εξαετείς σχολές, αποκαλούνται «αιώνιοι».

 

Και ως τέτοιοι τιμωρούνται με οριστική διαγραφή από τους φοιτητικούς καταλόγους.

 

Η εφαρμογή αυτού του άδικου, αλλά και καταχρηστικού και πλήρους σκοπιμοτήτων νόμου, αρχίζει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

 

Αν οι συντάκτες του νόμου είχαν στοιχειωδώς ενδιαφερθεί για όσα συμβαίνουν στα πανεπιστήμια και αν είχαν εγκαίρως ρωτήσει ανθρώπους που σπουδάζουν ή εργάζονται σε αυτά, θα τους είχαν ενημερώσει για τα εξής ενδιαφέροντα που ο νόμος παραγνωρίζει και παρακάμπτει.

 

Οι μέσοι χρόνοι αποφοίτησης στα ελληνικά πανεπιστήμια σήμερα, σύμφωνα με έρευνες, είναι περίπου ίσιοι ή και μεγαλύτεροι από εκείνους που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί κάποιος από το υπουργείο Παιδείας ως «αιώνιος». Που σημαίνει ότι οι μισοί, περίπου, φοιτητές τελειώνουν τις σπουδές τους αργότερα από τους χρόνους διαγραφής.

 

Γι’ αυτό, άλλωστε, και οι προς διαγραφή φοιτητές, σύμφωνα με εκτιμήσεις, αγγίζουν το ποσοστό του 48% του συνόλου των εγγεγραμμένων.

 

Ένας στους δυο, δηλαδή, εγγεγραμμένοι σήμερα φοιτητές, ένας αριθμός που φτάνει τους 333.790 φοιτητές σε σύνολο 695.000 περίπου φοιτητών, είναι υπό διαγραφή.

 

Και μόνο αυτή η διαπίστωση είναι αρκετή για να γίνει αντιληπτό το παράλογο, δηλαδή το καταχρηστικό, του νόμου των διαγραφών.

 

Καθώς οι περισσότεροι φοιτητές που είναι υπό διαγραφή, αν τους το επιτραπεί και δεν εφαρμοστεί ο παράλογος νόμος, θα ολοκληρώσουν τις σπουδές τους μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια.

 

Στερούν, δηλαδή, την ευκαιρία της ολοκλήρωσης των σπουδών σε χιλιάδες φοιτητές που, χωρίς την εφαρμογή του νόμου, θα αποφοιτούσαν σε λίγα χρόνια.

 

Αποκαλώντας ο νομοθέτης συλλήβδην, όλους τους φοιτητές που δεν τελειώνουν στην ώρα τους, «αιώνιους», τσουβαλιάζει στην πραγματικότητα μια πολύ μικρή μειοψηφία ανενεργών φοιτητών, οι οποίοι πράγματι έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια και δεν θα ολοκληρώσουν ποτέ τις σπουδές τους, με τη συντριπτική πλειοψηφία του ενεργού φοιτητικού πληθυσμού. Που δεν ολοκληρώνει τις σπουδές του ακριβώς στην ώρα του, αλλά πάντως τις ολοκληρώνει, με κάποια λίγα χρόνια καθυστέρηση.

 

Υπάρχει, λοιπόν, σήμερα στα πανεπιστήμια μια ισχυρή πλειοψηφία ενεργών φοιτητών που, για διάφορους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, καθυστερούν κάποια χρόνια να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Και οι οποίοι, αν διαγραφούν, θα χάσουν το υποθετικά ισότιμο δικαίωμά τους να λάβουν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης.

 

Αντίστοιχα, υπάρχει μια μικρή πλειοψηφία εγγεγραμμένων, πλην ανενεργών φοιτητών, οι οποίοι πρακτικά έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια την προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών τους. Και οι οποίοι, αν αναγνωριστούν ως ανενεργοί στους καταλόγους των πανεπιστημίων, μπορούν να διαγραφούν χωρίς να υπάρξει καμία εκπαιδευτική ή κοινωνική συνέπεια.

 

Η πρώτη παρατήρηση, συνεπώς, είναι ότι ο διαχωρισμός σε «αιώνιους» φοιτητές και σε κανονικούς είναι τεχνητός και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

 

Ο ορθός διαχωρισμός των φοιτητών είναι σε ενεργούς και ανενεργούς.

 

Όπως γίνεται τώρα σαφές, η απόφαση της οριζόντιας διαγραφής των αποκαλούμενων «αιώνιων» φοιτητών στο νόμο Κεραμέως, με ενιαία και αριθμητικά κριτήρια και όχι με ουσιαστική αξιολόγηση ως προς την ενεργό συμμετοχή τους στις σπουδές, εκτός που είναι παράλογος, καταχρηστικός και άδικος, καταργεί και την ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων.

 

Γιατί καταργεί το δικαίωμά τους να αποφασίζουν εκείνα, με ακαδημαϊκά κριτήρια ενεργού ή μη συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία, ποιοι φοιτητές πρέπει να διαγραφούν.

 

Αυτό, άλλωστε, ζήτησαν οι πρυτάνεις από τον υπουργό Παιδείας στις τελευταίες συνόδους. Να δώσει τη δυνατότητα στα πανεπιστήμια να αποφασίσουν εκείνα, με τα δικά τους ακαδημαϊκά και όχι με τα ενιαία και τιμωρητικά κριτήρια του υπουργείου, για το ξεκαθάρισμα των φοιτητικών καταλόγων.

 

Η απόδοση της μομφής του «αιώνιου», όμως, φοιτητή συλλήβδην σε όσους καθυστερούν την ολοκλήρωση των σπουδών τους δεν γίνεται χωρίς σκοπιμότητες.

 

Ο χαρακτηρισμός όλων, συλλήβδην των φοιτητών που καθυστερούν ως «αιώνιων», φορτώνει σε όλους την άδικη κατηγορία του φυγόπονου και του ακατάλληλου για ανώτατες σπουδές φοιτητή, καθώς και εκείνου που σκόπιμα καθυστερεί για να επιβαρύνει το δημόσιο ή για να επιτύχει κάποιους μη αποδεκτούς ακαδημαϊκά στόχους.

 

Η αλήθεια εδώ είναι ότι η πλειοψηφία των υπό διαγραφή φοιτητών, οι ενεργοί δηλαδή φοιτητές που καθυστερούν για λίγα χρόνια τις σπουδές τους, δεν κινούνται ούτε από σκοπιμότητα, ούτε όμως και από ανικανότητα ή από τεμπελιά.

 

Η καθημερινή επαφή με τα ελληνικά πανεπιστήμια αποκαλύπτει ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων η καθυστέρηση των σπουδών της μεγάλης πλειοψηφίας των φοιτητών γίνεται εξ ανάγκης.

 

    Κάποιοι/κάποιες από αυτούς, όχι λίγοι, αναγκάζονται να εργάζονται κατά τη διάρκεια των σπουδών τους είτε σε «μαύρη» εργασία, που δεν μπορεί να αποδειχθεί με ένσημα, όπως ο νόμος ζητά, είτε και στις αγροτικές ή άλλες εργασίες των γονιών τους.

    Κάποιοι/κάποιες άλλοι, πάλι, μη έχοντας την οικονομική δυνατότητα να νοικιάζουν σπίτι στην πόλη όπου φοιτούν, με δεδομένη την απουσία επαρκούς αριθμού φοιτητικών εστιών, βρίσκονται στη μειονεκτική θέση να σπουδάζουν από απόσταση, διαμένοντας εξ ανάγκης στον τόπο μόνιμης κατοικίας τους και συμμετέχοντες μόνο στις εξετάσεις.

    Κάποιοι άλλοι/άλλες, πάλι, καθυστερούν επειδή αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα υγείας, ακόμη και ψυχολογικής ή συναισθηματικής φύσεως, τα οποία όμως δεν επιθυμούν να ανακοινώσουν, προκειμένου να ενταχθούν σε ειδικές κατηγορίες.

 

Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή, ας μην το ξεχνούμε, ζούμε στην προτελευταία από τις 27 χώρες της Ευρώπης ως προς τη φτώχεια, ως προς την αγοραστική αξία των μισθών και ως προς την απειλή του κοινωνικού αποκλεισμού. Η οποία, συγχρόνως, κατατάσσεται στις πρώτες όσον αφορά στην ακρίβεια των ειδών πρώτης ανάγκης.

 

Όλοι αυτοί οι φοιτητές, δηλαδή, που απειλούνται με την τιμωρία της διαγραφής δεν είναι ούτε «αιώνιοι», ούτε τεμπέληδες, ούτε ανίκανοι, ούτε και καθυστερούν από σκοπιμότητα.

 

Είναι παιδιά φτωχών οικογενειών, είτε παιδιά με προσωπικά προβλήματα, που αναγκάζονται να μην τελειώνουν στην ίδια ώρα που τελειώνουν τα «κανονικά» παιδιά και τα παιδιά των εύπορων οικογενειών.

 

Και είναι χαρακτηριστικό, ότι αυτά τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού είναι που τιμωρεί με διαγραφή ο νόμος Κεραμέως.

 

Μια ακόμη μεγάλη πλάνη του νόμου περί διαγραφών, όμως, είναι ότι οι αποκαλούμενοι «αιώνιοι» φοιτητές επιβαρύνουν το δημόσιο.

 

Στην πραγματικότητα και όσοι γνωρίζουν ξέρουν ότι οι φοιτητές που καθυστερούν τις σπουδές τους:

 

    δεν παρακολουθούν μαθήματα και άρα δεν γεμίζουν τις αίθουσες,

    δεν δικαιούνται να παίρνουν βιβλία και σημειώσεις γιατί τα έχουν ήδη προμηθευτεί,

    δεν συμμετέχουν σε εργαστήρια γιατί έχουν ήδη συμμετάσχει και

    δεν δικαιούνται πάσο, δηλαδή έκπτωσης στο εισιτήριο στις δημόσιες συγκοινωνίες.

 

Με δυο λόγια οι υπό διαγραφή φοιτητές δεν επιβαρύνουν με κανένα τρόπο οικονομικά το πανεπιστήμιο και το δημόσιο, όπως αναληθώς κατηγορούνται.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά τα παράλογα, άδικα και τιμωρητικά μέτρα συμβαίνουν στα ελληνικά πανεπιστήμια, τα οποία είναι γνωστό από τα διεθνή στοιχεία ότι είναι τα τελευταία στην Ευρώπη ως προς τη δημόσια χρηματοδότησή τους.

 

Με 2.360 ευρώ να αναλογούν σε κάθε φοιτητή/φοιτήτρια ετησίως στην Ελλάδα, τη στιγμή που στον μέσο ευρωπαίο φοιτητή/φοιτήτρια αναλογούν 11.700 ευρώ ετησίως.

 

Πίσω από τον χαρακτηρισμό, λοιπόν, των φοιτητών που καθυστερούν ως «αιώνιων» κρύβεται μια σκοπιμότητα. Καθώς η δραστική μείωση του φοιτητικού πληθυσμού περίπου στο μισό, που θα επιτευχθεί με την εφαρμογή του νόμου, θα διπλασιάσει τεχνητά τους δείκτες της δημόσιας χρηματοδότησης. Γιατί οι ίδιες πιστώσεις, μετά τη διαγραφή των μισών, περίπου, φοιτητών, θα αναλογούν στον μισό φοιτητικό πληθυσμό, εμφανίζοντας ξαφνικά διπλασιασμό του δείκτη της δημόσιας χρηματοδότησης ανά φοιτητή.

 

Θαύμα! Θαύμα!

 

Και τότε ο κ. Μητσοτάκης θα ανακοινώσει όλος περηφάνεια ότι αύξησε τη δημόσια χρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Στην πλάτη, βέβαια, χιλιάδων φτωχών και με προβλήματα φοιτητών.

 

Οι οποίοι, αν τελικά διαγραφούν, θα αναγκαστούν να καταφύγουν για να πάρουν πτυχίο στις ιδιωτικές δομές, σε ιδιωτικά κολέγια και τώρα και σε ιδιωτικά πανεπιστήμια.

 

Καθώς οι ιδιωτικές δομές δεν επιβάλλουν κανέναν όρο, ούτε εισαγωγικές εξετάσεις, ούτε άλλα αξιοκρατικά κριτήρια για την ολοκλήρωση των σπουδών. Μόνη προϋπόθεση απόκτησης διπλώματος η πληρωμή των διδάκτρων.

 

Οι ενεργοί φοιτητές, όσοι δηλαδή προσπαθούν αποδεδειγμένα να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους σε δύσκολες οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες, είναι άδικο να τιμωρηθούν με διαγραφή.

 

Υπό διαγραφή πρέπει να τεθούν μόνο οι ανενεργοί φοιτητές.

 

Εκείνοι δηλαδή που αποδεδειγμένα, εδώ και χρόνια δεν συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία, έχοντας εγκαταλείψει την προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών τους.

 

Αλλά και αυτό ακόμη, το ξεκαθάρισμα των φοιτητικών καταλόγων, δεν είναι δουλειά του κράτους, για να γίνει δια νόμου, αλλά ευθύνη των σύμφωνα με το Σύνταγμα αυτοδιοικούμενων πανεπιστημίων.

 

Η κυβέρνηση οφείλει να εισακούσει την πρόταση της Συνόδου των Πρυτάνεων και να ανακαλέσει την άδικη, ψευδεπίγραφη, υποκριτική και πλήρη σκοπιμοτήτων διάταξη του νόμου Κεραμέως, με την οποία θα διαγραφεί ο μισός, σχεδόν, φοιτητικός πληθυσμός.

 

Και να δώσει τη δυνατότητα στα πανεπιστήμια να ξεκαθαρίσουν μόνα τους τους φοιτητικούς καταλόγους από τους ανενεργούς φοιτητές, με τον τρόπο και τη μέθοδο που εκείνα κρίνουν και εκείνα επιλέξουν.

 

Αν η πολιτεία θέλει να κάνει κάτι για τα ελληνικά πανεπιστήμια, αυτό είναι η εξασφάλιση της ακαδημαϊκής τους αυτοδιοίκησης, η αύξηση της χρηματοδότησής τους και η ενίσχυση της στελέχωσής τους στο ύψος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

 

Και όχι να προσπαθεί, με τιμωρητικές μεθόδους, να διαγράψει μη προνομιούχους φοιτητές από τα δημόσια πανεπιστήμια για να ενισχύσει τις ιδιωτικές δομές.

Τα πανεπιστήμια χρειάζονται τη φροντίδα και όχι την τιμωρία της πολιτείας.

 

*Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη