Με αφορμή τη μαύρη επέτειο της 21ης Απριλίου, το tvxs αναδημοσιεύει την μαρτυρία του Τζον Ντέι, πολιτικού συμβούλου στην αμερικανική πρεσβεία, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τη δικτατορία και την Αντίσταση» (εκδ.Εστία) .
Τη νύχτα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου συνέβη το εξής παράξενο. Εκείνη την εποχή, έμενα στην Κηφισιά. Η γυναίκα μου ξύπνησε, πρέπει να ήταν μία τη νύχτα, και είδε τα τανκς να περνούν απ’ το σπίτι μας. Και γύρισε απ’ την άλλη και ξανακοιμήθηκε. Όχι ότι θα μπορούσα να είχα σταματήσει το τανκ, αλλά, ίσως μπορούσα να είχα ενημερώσει κάποιους ανθρώπους . Ετσι, για το πραξικόπημα άκουσα το επόμενο πρωί, απ’ το ραδιόφωνο.
Ήρθα στην Ελλάδα ως πολιτικός σύμβουλος της πρεσβείας, το 1963. Υπήρξε μια μεγάλη περίοδος, από το 1965 ως και το 1967, που επικράτησε τεράστια αναστάτωση και αγωνία για την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν ανησυχούσε για τον Γεώργιο Παπανδρέου. Εθεωρείτο μετριοπαθής, υπέρ της Δύσης, ένα άτομο με το οποίο θεωρούσαμε ότι μπορούμε να συνεργαστούμε. Ο Ανδρέας ήταν άλλη προσωπικότητα. Πάντα με απασχολούσε η αιτία που ο Ανδρέας είχε αναπτύξει μια γραμμή τόσο αντισυμβατική, μακριά απ’ το κατεστημένο, με τις συνεχείς επιθέσεις του εναντίον των Ενόπλων Δυνάμεων, του Παλατιού, των ξένων Δυνάμεων κτλ. Με απασχολούσε γιατί δε διαφαίνονταν ιδιαίτερα κέρδη από όλη αυτή την ατμόσφαιρα αναβρασμού και έντασης. .Θα μπορούσε να είχε γίνει πρωθυπουργός, ακολουθώντας απλώς το ίδιο μοτίβο με τον πατέρα του, τις μετριοπαθείς θέσεις του. Ο Ανδρέας ήταν προνομιούχος, εξαιρετικά έξυπνο άτομο και είχε το επιπλέον προσόν, δηλαδή το όνομα «Παπανδρέου».
Εφόσον ο Παπανδρέου ο πρεσβύτερος ήταν στη ζωή και καλά στην υγεία του, νιώθαμε ότι η κατάσταση μπορούσε να ελεγχθεί. Όμως, ακόμα και ο ίδιος, ο γέρο-Παπανδρέου είχε παραδεχτεί σε μια σειρά ανθρώπων ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τον Ανδρέα. Κατά καιρούς, ζητούσε συγγνώμη για σχόλια που είχαν γίνει απ’ τον γιο του. Υπήρχαν άνθρωποι που ανησυχούσαν για το τι θα γινόταν εάν η Ένωση Κέντρου καταλάμβανε την εξουσία έχοντας την πλειοψηφία, δεδομένης και της κλονισμένης υγείας του γέρο-Παπανδρέου. Οτι στη νέα κυβέρνηση ο Ανδρέας θα ήταν ο άνθρωπος-κλειδί, και υπήρχαν πολλά άτομα που δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν να δουν τι θα συνέβαινε αν ο Ανδρέας έπαιρνε την εξουσία με αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Ωστόσο, επ’ ουδενί δε θεωρώ ότι συνολικά η ευθύνη για το πραξικόπημα ανήκε στον Ανδρέα. Υπήρξαν κι άλλα, πολλά λάθη, που έγιναν, εκείνη την εποχή, δηλαδή πριν από τον Απρίλιο του 1967. Θεωρώ ότι ήταν σφάλμα του βασιλιά να διορίσει τον Κανελλόπουλο ως υπηρεσιακό πρωθυπουργό, πριν τις εκλογές. Ο Τύπος, όλος ο Τύπος δε βοηθούσε την κατάσταση. Έκανε συνεχείς επιθέσεις εναντίον των αντιπάλων, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση. Υπάρχει ποσοστό ευθύνης σε πολλούς ανθρώπους. Αλλά, φυσικά, και ο Ανδρέας βοήθησε στο σχηματισμό μιας ατμόσφαιρας, μέσα στην οποία έδρασαν οι συνταγματάρχες.
Πριν από το Φεβρουάριο του 1967, συναντήθηκα δυο φορές με τον Γεώργιο Ιωαννίδη για να συζητήσουμε την πιθανότητα οικονομικής αρωγής προς κάποιους υποψηφίους στις εκλογές, που θα πραγματοποιούνταν το Μάιο. Ο Ιωαννίδης, ήταν συνεργάτης της CIA. Είχε μακρά εμπειρία στην Ελλάδα, την αγαπούσε, ήταν δίγλωσσος. Είχε γνώσεις, ήταν συγκροτημένος και ικανός. Τον θαυμάζω πάρα πολύ.
Συζητήσαμε για το ποιοι υποψήφιοι είχαν μικρή απόσταση μεταξύ τους, οπότε η οικονομική βοήθεια μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Αν κάποιος επρόκειτο να κερδίσει, ό,τι κι να γινόταν, επειδή π.χ. δεν είχε ισχυρό αντίπαλο, ήταν άλλο ζήτημα. Μιλούσαμε για υποψηφίους όχι μόνο της ΕΡΕ ή του ΦΙΔΗΚ, αλλά και για περιπτώσεις υποψηφίων της ΕΚ. Για μετριοπαθείς και από τα τρία κόμματα. Δε μιλάμε για την ΕΔΑ. Αυτό, που θέλαμε κυρίως, ήταν να φροντίσουμε ώστε να υπάρξει βραχεία κεφαλή και όχι ισχυρή πλειοψηφία της ΕΚ. Σκεφτόμασταν ότι, αν στην Ουάσιγκτον ενέκριναν ένα τέτοιο πρόγραμμα χρηματοδότησης υποψηφίων, θα εμποδίζαμε την Ένωση Κέντρου απ’ το να πάρει κραταιά πλειοψηφία. Αλλά, το ζήτημα δεν προχώρησε ποτέ πέρα απ’ τα στάδια των συζητήσεων. Η ιδέα απορρίφθηκε γιατί οποιοδήποτε πρόγραμμα τέτοιου τύπου απαιτούσε την έγκριση από μία υψηλόβαθμη επιτροπή εντός της αμερικανικής κυβέρνησης, ονομαζόταν Επιτροπή 401. Εν μέρει, γιατί ο ίδιος ο πρέσβυς Φίλιπς Τάλμποτ δεν ήταν θιασώτης της ιδέας. Ηταν άτομο μεγάλης ακεραιότητας και διαφωνούσε έντονα με την εμπλοκή των ΗΠΑ σε εσωτερικά ζητήματα ξένης χώρας. Πιθανότατα, λόγω της εμπειρίας του σε άλλες περιοχές του κόσμου, όχι μόνο στην Ελλάδα. Είμαι όμως σίγουρος πως απ’ την εποχή μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο ως και τις αρχές του 1960, υπήρξαν κι άλλες προσπάθειες της Αμερικανικής Πρεσβείας, να χρηματοδοτήσουν ορισμένα άτομα.
Συνάντησα κάποια στιγμή τον Ανδρέα, όμως, δε διατήρησα προσωπική, κοντινή και συχνή επαφή μαζί του. Ένας απ’ τους συναδέλφους μου, ονόματι [Νόρμπερτ] Άνσουτζ, είχε καλή σχέση με τον Ανδρέα και τη Μάργκαρετ Παπανδρέου.
Εγώ έβλεπα συχνά τον Κόκκα, εκδότη της “Ελευθερίας” όπως και πολύ συχνά την Ελένη Βλάχου. Δε γνώριζα προσωπικά τον Λαμπράκη του Βήματος. Την Ελένη Βλάχου τη θαύμαζα πάρα πολύ. Ειδικά, η Μεσημβρινή ήταν η πιο μετριοπαθής εφημερίδα, εκείνη την εποχή, εν συγκρίσει με άλλες, όπως Τα Νέα. Είδα την Ελένη Βλάχου, όταν ήταν εξόριστη στο Λονδίνο, νομίζω το 1973. Συζητήσαμε επί μακρών. Θεωρούσε τις ΗΠΑ, κατά κάποιο τρόπο, υπεύθυνες για το πραξικόπημα του 1967. Προσπάθησα να επιχειρηματολογήσω ενάντια σε αυτή την άποψη, λέγοντας ότι δεν είχαμε καμία απολύτως ανάμειξη. Αλλά νομίζω πως το κοινό αίσθημα τότε ήταν πως, παρέχοντας στρατιωτική βοήθεια για μεγάλο χρονικό διάστημα προς τον ελληνικό Στρατό, κατ’ ουσία είχαμε ενθαρρύνει ομάδα αξιωματικών να σκέφτονται μη-δημοκρατικές λύσεις. Και τον Κόκκα, τον συμπαθούσα. Ήταν καλός άνθρωπος. Ήταν πολύ κοντά στον Μητσοτάκη και ο κύριος υπερασπιστής του στον Τύπο. Αναγνώρισα από πολύ νωρίς πως ο Μητσοτάκης ήταν ένα εξαιρετικά ικανό άτομο και ότι απ’ όλες τις φυσιογνωμίες της τότε πολιτικής σκηνής, θα μπορούσε, κάποια στιγμή, να γίνει πρωθυπουργός. Το 1965, αποχώρησε απ’ το κόμμα και σχημάτισε, μαζί με τον Στεφανόπουλο, το κόμμα ΦΙΔΗΚ, με 50 βουλευτές και κάποιους άλλους, όπως τον Τσιριμώκο. Η κατάσταση ήταν έκρυθμη. Όλοι ήξεραν ότι δε θα μπορούσε να διατηρηθεί επί μακρόν, επειδή οι αποστάτες στερούνταν λαϊκού ερείσματος. Η Αμερικανική Πρεσβεία δεν είχε τότε πολύ στενή σχέση με τον Βασιλιά. Αντιθέτως, είχαμε πολύ καλή σχέση με τον Μητσοτάκη. Και ανησυχούσαμε ότι η κατάσταση θα επιδεινωνόταν με την πτώση της κυβέρνησης και από μια ενδεχόμενη κίνηση των στρατιωτικών.
Ξέραμε για την ύπαρξη της κίνησης Παπαδόπουλου, θυμάμαι μία ειδική αναφορά, το φθινόπωρο του 1966. Εκείνη την εποχή, το φθινόπωρο του 1966, ο Μακαρέζος, ο Παπαδόπουλος και κάποιοι απ’ τους μετέπειτα πραξικοπηματίες βρίσκονταν όλοι σε μονάδες της βόρειας Ελλάδας. Δε ήταν σε θέση να δράσουν. Αλλά χάσαμε τα ίχνη αυτής της ομάδας, απ’ το Δεκέμβριο του 1966 ως τον Απρίλιο του 1967. την περίοδο που αυτοί οι αξιωματικοί κατάφεραν να πάρουν μετάθεση για κρίσιμες στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Ο Παναγιώτης Παπαληγούρας ήταν τότε υπουργός Άμυνας και ενέκρινε τις μεταθέσεις τους χωρίς να γνωρίζει τον κίνδυνο. Ωστόσο, όταν βρέθηκαν σε θέσεις εντός περιοχής Αττικής, ήταν πλέον σε θέση δράσης. Ηταν φοβερό σφάλμα ότι χάσαμε τα ίχνη τους.
Την πρώτη μέρα προσπαθήσαμε να επικοινωνήσουμε με τους χουντικούς και καταφέραμε, μέσω του Φαρμάκη, να πάμε να δούμε τον Κόλλια. Συνόδεψα τον πρέσβη σ’ εκείνη τη συνάντηση. Ανεβήκαμε στο γραφείο του πρωθυπουργού και ο Νίκος Φαρμάκης (βουλευτής της ΕΡΕ, το 1963) χτύπησε το παράθυρο για να μας ανοίξουν. Δεν τον ήξερα πολύ καλά τον Φαρμάκη. Τον είχα δει καμιά δυο φορές και γνωρίζαμε τις υπέρ-δεξιές απόψεις του. Δεν ήταν και πολύ παραγωγική συνάντηση με τον Κόλλια καθώς δεν ήξερε πολλά πράγματα. Ηταν εξίσου μπερδεμένος, με όλους τους υπόλοιπους για την κατάσταση και δεν απάντησε σε καμία απ’ τις ερωτήσεις, που είχαμε θέσει. Νομίζω ότι είχε καταληφθεί απ’ το βάρος της νέας του θέσης.
Ο Τάλμποτ είχε μιλήσει με τον βασιλιά, την άνοιξη του 1967, και του είπε, μάλιστα, ότι οι ΗΠΑ δε συμφωνούσαν με οποιαδήποτε έξω-κοινοβουλευτική κίνηση. Ο Ββασιλιάς του είπε, “εντάξει, αν κερδίσει η ΕΡΕ. Αλλά αν κερδίσει το Κέντρο, θα αλλάξω την κατάσταση”. Όταν έγινε το πραξικόπημα, ο βασιλιάς, κατ’ ουσία, αποδέχτηκε τη χούντα. Όχι ευχάριστα, ίσως, αλλά ένιωσε ότι δεν είχε άλλη επιλογή.
Τότε, ξεκίνησε η κρίσιμη περίοδος απ’ τον Απρίλη του 1967 ως το Δεκέμβρη του 1967. Εκείνη την περίοδο, νομίζω πως θα μπορούσε να είχε αλλάξει η κατάσταση. Εγώ είχα προτείνει να αναμειχθούμε Σε ένα σημείωμα που είχα γράψει στον πρέσβη, με ημερομηνία, Σεπτέμβριος του 1967, εγραφα: «Νιώθω ότι δεν είναι σωστό, από την πλευρά μας, να συνεχίσουμε αυτό, που κατ’ ουσία, είναι ένας παθητικός ρόλος, ως παρατηρητές της παρούσας ελληνικής σκηνής. Μαθαίνω ότι η διάθεση στην Ουάσιγκτον, λόγω Βιετνάμ και της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Εγγύς Ανατολή, είναι ενάντια στην ανάμειξη ή τη βαθιά εμπλοκή μας στην Ελλάδα. Παρότι η διάθεση αυτή είναι κατανοητή, πιστεύω ότι είναι κοντόφθαλμη, καθώς, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα εμπλακούμε σοβαρότερα, εδώ, στην Ελλάδα. Στο παρόν, προτείνω τη σοβαρότερη εξέταση για το πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στη μετατροπή της ροής των γεγονότων, σε συνεργασία με τον Βασιλιά. Γνωρίζω καλά τους ενδεχόμενους κινδύνους από μία πιθανή ανάμειξή μας σε ζήτημα αντί-πραξικοπήματος, ωστόσο, πιστεύω ότι έχουμε τις δυνατότητες για την επιτυχία του».
Ο Βασιλιάς ήταν μικρός σε ηλικία, χωρίς εμπειρία στην οργάνωση αντί-πραξικοπημάτων, ωστόσο εμείς είχαμε τα μέσα να τον βοηθήσουμε. Νομίζω ότι μπορούσαμε να είχαμε διασφαλίσει την επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειάς του. Προφανώς, ήταν απαραίτητη η υποστήριξη των υψηλόβαθμων αξιωματικών του ελληνικού Στρατού, στη βόρεια Ελλάδα. Ειδικά, η υποστήριξη του 3ΟΥ Γ’ Σώματος Στρατού.. Αν είχε την υποστήριξή του ο Βασιλιάς, η χούντα δεν θα είχε καμία διάρκεια. Το υπογράφω! Όταν το αντί-πραξικόπημα απέτυχε, η κατάσταση άλλαξε άρδην. Η χούντα κατάφερε να απομακρύνει όλους τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς, που δεν την υποστήριζαν πλήρως. Εφόσον αυτοί είχαν απομακρυνθεί, δεν είχε ο βασιλιάς καμία ισχύ, πλέον. Αν είχε επιτύχει, ο ίδιος θα είχε γίνει ήρωας. Θα είχαμε αποφύγει επτά χρόνια χούντας. Θα είχαμε αποφύγει αυτό που έγινε στην Κύπρο.
Το παραπάνω σημείωμα το έδωσα στον Τάλμποτ. Αυτός το υπέβαλε στην Ουάσιγκτον, αλλά όχι με μεγάλο ενθουσιασμό, πιστεύω. Αναγνώριζε, καλύτερα από εμένα, ότι η Ουάσιγκτον δεν ήθελε να αναμειχθεί. Το Βιετνάμ γινόταν όλο και μεγαλύτερο πρόβλημα. Υπήρχε το πρόβλημα με τους Άραβες και τους Ισραηλινούς κλπ. Η εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας δεν ήταν ζήτημα μεγάλης προτεραιότητας. Νομίζω, ωστόσο, ότι ήταν λάθος.
Εάν πετύχαινε το αντί-πραξικόπημα, θα σχηματιζόταν μεταβατική κυβέρνηση για να σχεδιάσει το καινούργιο Σύνταγμα. Αυτό θα διαρκούσε ένα χρόνο, δύο, με εξουσία, όχι δικτατορική, αλλά έστω, μη-κοινοβουλευτική. Το μόνο άτομο, που είχε το ανάστημα να προΐσταται μιας τέτοιας κυβέρνησης, εκείνη την εποχή, κατά τη γνώμη μου, ήταν ο Καραμανλής. Όλοι οι υπόλοιποι, ο Μαύρος, ο Πιπινέλης, ο Μαρκεζίνης ήταν συνδεδεμένοι με το πρόσφατο παρελθόν και δεν είχαν και εθνικό έρεισμα. Ο Καραμανλής είχε την υποστήριξη του στρατού, του Βασιλιά, ακόμα και ο γέρο-Παπανδρέου είχε πει ότι θα υποστήριζε μια μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Καραμανλή. Μας το είχε πει. Η μοναδική, που διαφωνούσε, πρέπει να ήταν η Φρειδερίκη. Ποτέ της δεν χώνεψε τον Καραμανλή.
Έφυγα απ’ την Ελλάδα, το 1968 και πήγα στο Ελληνικό Γραφείο του Στέιτ Ντιπάρντμεντ το 1973. Βρισκόμουν εκεί την εποχή του πραξικοπήματος εναντίον του Μακάριου. Υπήρχε τότε μια ελληνοτουρκική διαμάχη για πιθανά πετρελαϊκά δικαιώματα και για τον εναέριο χώρο. Όλα αυτά δημιούργησαν ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Κι έτσι, αν η χούντα κινούνταν εναντίον του Μακάριου, ήταν πιο πιθανό οι Τούρκοι να εισβάλουν στην Κύπρο.
Στην Αθήνα η CIA είχε ένα άτομο, με το οποίο ερχόταν σε επαφή ο Δημήτρης Ιωαννίδης. Ήταν μέσω αυτού του ατόμου, που λάβαμε την αναφορά, στα τέλη Ιουνίου του 1974, στην οποία ο Δ. Ιωαννίδης μιλούσε ξεκάθαρα περί ανατροπής Μακάριου. Είχαμε προηγούμενες αναφορές και την άνοιξη του 1974, για δράση της Ελληνικής Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο, για τις δραστηριότητες Γρίβα. Γνωρίζαμε ότι ο Δ. Ιωαννίδης είχε υπηρετήσει στην Κύπρο και απεχθανόταν τον Μακάριο. Ο συνάδελφός μου, ο Τομ Μπόγιαντ, που ήταν υπεύθυνος για τα ζητήματα της Κύπρου, ανησυχούσε πάρα πολύ. Εγραψα μια οδηγία προς τον πρέσβη Χένρυ Τάσκα. Να πάει προσωπικά στον Δ. Ιωαννίδη και να του πει ότι αντιτιθέμεθα έντονα σε μια ανατροπή Μακάριου.
Μόλις μία εβδομάδα πριν, είχαμε την αναφορά πως ο Δ. Ιωαννίδης είπε σε Αμερικανό αξιωματούχο ότι σκέφτεται να ανατρέψει τον Μακάριο. Ήμουν πεπεισμένος πως αν δεν απαντούσαμε απευθείας στον ίδιο, θα αποτελούσε ένδειξη γι’ αυτόν πως δε μας ένοιαζε. Ήταν αναγκαίο να μάθει ότι ήμασταν κατηγορηματικά αντίθετοι. Στο σημείωμα που συνόδευε την οδηγία προς τον Τάσκα να συναντήσει τον Ιωαννίδη έγραφα: «Οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής Μακάριου διά της βίας, δημιουργεί αθέλητο κίνδυνο και προξενεί ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις» κλπ. Στείλαμε αυτό το τηλεγράφημα στον Τάσκα και δε λάβαμε καμία απάντηση για μία, δύο μέρες. Κάποια στιγμή, πείσαμε τον Τζο Σίσκο (αξιωματούχος του Στέητ Ντιπάρτμεντ από το 1951, δεξί χέρι του Χ. Κίσινγκερ ιδίως στη διαχείριση των κρίσεων στη Μέση Ανατολή τη δεκαετία του 1970) να τηλεφωνήσει στον πολιτικό σύμβουλο στην Αθήνα και να τον ρωτήσει τι στο διάβολο είχε συμβεί. Και λάβαμε αυτή την αινιγματική απάντηση: «Το μήνυμα διαβιβάστηκε προς Ιωαννίδη». Τι, στο διάβολο, σήμαινε αυτό; “Διαβιβάστηκε”; Με ποιο τρόπο; Ως και σήμερα, δεν το έχω ξεκαθαρίσει. Ο Τάσκα δεν συνάντησε ποτέ τον Ιωαννίδη. Το μήνυμα διαβιβάστηκε μέσω κάποιου στην ελληνική κυβέρνηση. Δεν ξέρω ποιος ήταν. Ή μέσω κάποιου αξιωματικού του Στρατού. Δεν ακολούθησε τις οδηγίες, που του είχαμε στείλει! Αν το είχε κάνει και ο Δ. Ιωαννίδης είχε μάθει απ’ αυτόν ότι οι ΗΠΑ ήταν εναντίον οποιασδήποτε κίνησης ενάντια στο Μακάριο, άραγε εκείνος θα είχε κινηθεί ούτως ή άλλως; Δεν το ξέρω. Ο Τάσκα δεν είχε κακές σχέσεις με τη χούντα, αλλά δεν ξέρω αν είχε καλές σχέσεις κάποιας ιδιαίτερης μορφής. Ήταν ο πιο υψηλόβαθμος αξιωματούχος των ΗΠΑ στην Αθήνα, εκείνη την εποχή. Ήταν σαφώς το κατάλληλο πρόσωπο για να μεταβιβάσει το μήνυμα στον Ιωαννίδη για το ποια ήταν η θέση μας. Είναι θλιβερή ιστορία. Ο Τάσκα ισχυρίστηκε πως ο Δ. Ιωαννίδης δεν είχε καμία επίσημη θέση στην κυβέρνηση και πως εκείνος ήταν πρεσβευτής και συνομιλούσε μόνο με κυβερνητικούς αξιωματούχους, τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Εξωτερικών, και όχι με έναν απλό αξιωματικό. Ήταν σαφές ότι ο Δ. Ιωαννίδης ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τα ηνία της εξουσίας, και ελάμβανε σημαντικές αποφάσεις. Έπρεπε να παραδώσουμε το μήνυμα απευθείας στον ίδιο.
Λίγο μετά την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Μακάριου, στέλνουν τον υφυπουργό Σίσκο στο Λονδίνο και στην Αθήνα και την Άγκυρα. Προσπάθησε για να αποφευχθεί η τουρκική εισβολή, όμως οι Τούρκοι δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν πίσω, αυτή τη φορά. Το 1964, ο Λύντον Τζόνσον έστειλε δριμεία επιστολή προς την τουρκική πλευρά, λέγοντας «είμαστε αντίθετοι σε τουρκική εισβολή στην Κύπρο». Νομίζω ότι οι Τούρκοι δυσαρεστήθηκαν με την επέμβασή μας, εκείνη τη φορά. Έτσι, αυτή τη φορά, δεν ήταν διατεθειμένοι να μας ακούσουν. Κι έπειτα, ο Σίσκο δεν έβγαλε και τίποτα απ’ τις συναντήσεις του με Έλληνες αξιωματούχους, ώστε να προσφέρει κάτι στους Τούρκους. Η κατάσταση, εκείνη την εποχή, στην Αθήνα ήταν μπερδεμένη ως προς το ποιος ήταν επικεφαλής, κλπ. Ο Δ. Ιωαννίδης εξαφανίστηκε και οι Τούρκοι εισέβαλαν.
Ετσι οι Έλληνες δεν προσπάθησαν να τους εμποδίσουν να καταλάβουν τόσο μεγάλο μέρος του νησιού. Τώρα, έχουν φτάσει να ελέγχουν το 38% με 40% της Κύπρου. Και θυμάμαι πως οι συνάδελφοί μου, ο Ντίλαν, ο Μπόγιαντ, κι εγώ προσπαθούσαμε να πείσουμε τον Κίσινγκερ να πάει στους Τούρκους και να τους πει. «φτάνει, ως εδώ! Σταματήστε το!». Αλλά, δεν πήγε. Εν μέρει, γιατί είχε αναμειχθεί στο ζήτημα της παραίτησης Νίξον, εκείνη την εποχή και η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού. Πιστεύω, όμως, ότι είχε επηρεαστεί -κι αυτό είναι δική μου γνώμη- απ’ την αραβοϊσραηλινή διαμάχη, ανάμεσα σε Αιγυπτίους και Ισραηλινούς, όπου οι Ισραηλινοί κατέλαβαν αρκετά μεγάλες περιοχές του Σινά. Επέτρεψε στους Ισραηλινούς να διατηρούν κατοχή τόσο μεγάλων περιοχών, με σκοπό να υπάρξει η βάση για μια κάποια ειρηνευτική συμφωνία. Νομίζω ότι πίστεψε πως έπρεπε να κάνει το ίδιο και στην Κύπρο, πως οι Τούρκοι έπρεπε να κατέχουν αρκετά εδάφη για να υπάρξει η βάση για μια συμφωνία ειρήνης. Ξέρουμε τι έχει γίνει έκτοτε.
Το σαββατοκύριακο 19-20 Απριλίου, οι συνδρομητές του Tvxs θα μπορούν να παρακολουθήσουν το ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου «Το λάθος πραξικόπημα».
Όσοι και όσες είναι συνδρομητές(τριες) και όσοι εγγραφούν θα μπορούν να παρακολουθήσουν κατ‘ αποκλειστικότητα το ντοκιμαντέρ. Επίσης, όσοι επιλέξουν την ετήσια συνδρομή θα έχουν 50% έκπτωση.
Μόνο με 2,9 ευρώ οι συνδρομητές έχουν πρόσβαση σε όλα τα κλειδωμένα ρεπορτάζ του tvxs, αποκλειστική συμμετοχή σε κληρώσεις για εισιτήρια παραστάσεων, ταινιών, συναυλιών και άλλων δώρων και αποκλειστική πρόσβαση σε όλα τα ντοκιμαντέρ που προσφέρει το tvxs.
Tvxs Team
