Σπύρος Γεωργάτος
Με τη ΝΔ να ανακάμπτει στις δημοσκοπήσεις και την αντιπολίτευση να βρίσκεται στη γνωστή κατάσταση, το πιθανότερο είναι ότι σε δύο χρόνια θα έχουμε είτε μία κυβέρνηση ΝΔ-«αποστατών», είτε μια συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.
Το δεύτερο σενάριο δεν είναι καλύτερο από το πρώτο. Η
πολιτική μιας νέας κυβέρνησης Μητσοτάκη, εμπλουτισμένης αυτή τη φορά με στελέχη
του επίσημου ΠΑΣΟΚ, θα είναι σίγουρα πιο βλαπτική για τα συμφέροντα των οικονομικά
ασθενέστερων και πιο τοξική για το πολιτικό κλίμα από ό,τι είναι η πολιτική της
σημερινής κυβέρνησης.
Για όσους και όσες έχουν αδύνατο μνημονικό, θυμίζω μερικά
από τα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου: κατάργηση του
ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής του Δημοσίου στις ΔΕΚΟ, ανακεφαλαιοποίηση των
τραπεζών ύψους 50 δις, χιλιάδες παιδιά εκτός παιδικών σταθμών λόγω περικοπών,
χιλιάδες νέων εκτός Ελλάδας λόγω έλλειψης προοπτικών, μαύρο στην ΕΡΤ.
Χωρίς αμφιβολία, η ευθύνη για την αλλαγή πορείας βαρύνει
τους ώμους της Αριστεράς. Αλλά η Αριστερά είναι κατακερματισμένη και ένα μέρος
της βρίσκεται υπό διάλυση. Το τραγικό δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε επανειλημμένα τις εκλογές. Το
τραγικό είναι ότι δεν φαίνεται να ανακάμπτει, γιατί τόσο το κόμμα που
εξακολουθεί να κατέχει τον τίτλο του όσο και τα θραύσματα που προέκυψαν από τις
διαδοχικές διασπάσεις του, είναι απαξιωμένα στη συνείδηση του κόσμου.
Η λύση στο πρόβλημα δεν είναι το θρυλούμενοcomeback του
Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος θα ενώσει δήθεν όλες τις φυλές του Ισραήλ και θα
συγκροτήσει ένα «μέτωπο» α λα Γαλλία. Αυτό το σενάριο έχει ξεπεράσει πια τα
όρια του βολονταρισμού και εξελίσσεται σε παραλήρημα.
Αντίθετα προς ό,τι πιστεύει ο κ. Μαραντζίδης, η «ολική
επαναφορά» του Τσίπρα δεν αποτελεί αίτημα των ανθρώπων της Αριστεράς, αλλά μια
ιδέα που συντηρείται τεχνηέντως στην επικαιρότητα, γιατί εκφράζει τους ευσεβείς
πόθους μιας γραφειοκρατίας που αναζητεί εναγωνίως κάποιο νέο «ρόλο».
Οι βαρόνοι των συστημικών ΜΜΕ καλλιεργούν την ίδια ιδέα,
για να πιέσουν τη ΝΔ (και το ΠΑΣΟΚ) και να αποσπάσουν ακόμα περισσότερα
προνόμια όπως πλησιάζουμε στις επόμενες εκλογές. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί
και με τον Κώστα Καραμανλή.
Η απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ και των στελεχών του (τέως και νυν)
δεν είναι συνέπεια της εκλογικής του ήττας. Και το ΚΚΕ έχασε κάποτε, όχι τις
εκλογές, αλλά έναν κανονικό πόλεμο. Όμως, τα περισσότερα ηγετικά στελέχη του
διατηρούν ακόμα τον φωτοστέφανο τους μετά από εφτά και πλέον δεκαετίες. Τι
έφταιξε λοιπόν στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ; Ήταν η ρευστοποίηση και το ρεζιλίκι
του κάτι που θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς «νομοτελειακά» λόγω των γενικότερων
συνθηκών ή μήπως πρόκειται για κάτι άλλο;
Μην ψάχνουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα στους
«συσχετισμούς» ή στο «τέλος της Ιστορίας». Ο ΣΥΡΙΖΑ και τα θραύσματά του
υφίστανται μια τιμωρία διαρκείας. Κάτι έχει τραυματίσει βαθιά τη λαϊκή ψυχή
στις γειτονιές των αναξιοπαθούντων και των αποκλεισμένων, που κάποτε
εμπιστεύθηκαν την «κυβερνώσα Αριστερά». Κάτι έχει απογοητεύσει οικτρά τα
μεσοστρώματα που πίστεψαν στο σύνθημα «Η Ελπίδα έρχεται!». Κάτι έχει
απομαγεύσει τους διανοούμενους. Και κάτι
έχει κάνει την εικόνα αυτού του χώρου ά-σχημη, αν όχι αποκρουστική.
Δεν πρόκειται περί εντυπώσεων. Όλο αυτό το «Χ» εκφράζεται
με εκκωφαντικό τρόπο: εκείνοι που κρατούν στα χέρια τους τη σφραγίδα του
κόμματος βρίσκονται τώρα στο 5%, ενώ ο Βαρουφάκης και το υπόλοιπο υπουργικό
συμβούλιο του 2015-2019 που αποσχίστηκε και δημιούργησε τη Νέα Αριστερά
εισπράττουν σήμερα στις δημοσκοπήσεις ομοιοπαθητικά ποσοστά. Μόνο η Πλεύση
Ελευθερίας διασώζεται προς το παρόν, αλλά ας μη σπεύσουμε να βγάλουμε
συμπεράσματα. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι η δημοσκοπική της άνοδος είναι εντελώς
συγκυριακή.
Η αμαρτία που πληρώνει ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δυο όψεις. Η μία
είναι τα ψέματα που είπε συνειδητά και η άλλη το τεράστιο έλλειμμα ουσίας και η
οίηση, που χαρακτηρίζει ακόμη και σήμερα ορισμένα στελέχη του. Το «μέγα ψεύδος»
δεν είναι η περίφημη «κωλοτούμπα», που έγινε μετά το δημοψήφισμα το καλοκαίρι
του 2015. Σε αυτή την αμαρτία δόθηκε άφεση στις εκλογές που έγιναν το φθινόπωρο
του ίδιου έτους. Εκείνο που εξακολουθεί να πικραίνει και να αποξενώνει τον
κόσμο είναι ότι δεν έχει ακουστεί μια ειλικρινής «συγγνώμη» για όλη εκείνη τη
ρητορική που χρησιμοποιήθηκε από το 2012 έως το 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν
την κατάργηση των μνημονίων «με έναν νόμο και ένα άρθρο».
Θυμάμαι, με οδύνη θα πρέπει να πω, τον «πολύ» Δραγασάκη
να αγορεύει από τηλεοράσεως πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, ερμηνεύοντας κατά
το δοκούν τις σιβυλλικές δηλώσεις διάφορων ευρωπαίων αξιωματούχων και τα αμφίσημα
σχόλια του διεθνούς τύπου, προκειμένου να πείσει έναν κόσμο που δικαίως
αμφιταλαντεύονταν. Πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο, που, ενώ τότε μας
διαβεβαίωνε ότι οι ευρωπαίοι σίγουρα θα υποχωρήσουν σε μια «σκληρή
διαπραγμάτευση», αμέσως μετά πρωτοστάτησε για να υποχωρήσουμε εμείς οι ίδιοι
-και πριν έρθει η ώρα μάλιστα.
Θυμάμαι επίσης από εκείνη την εποχή ότι οσάκις η συζήτηση
μεταφερόταν στο επίπεδο του «plan B», οι επιτελείς του ΣΥΡΙΖΑ μας έκλειναν
πονηρά το μάτι, για να μας δώσουν να καταλάβουμε ότι «έχουν γνώσιν οι φύλακες».
Τελικά, ο μόνος που ίσως είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του ήταν, όχι ο
Τσίπρας και ο Δραγασάκης, όχι ο Τσακαλώτος και ο Χουλιαράκης, όχι ο Μηλιός και
ο Λαφαζάνης, αλλά ο … «ξένος», ο Βαρουφάκης. Όμως κι αυτός ακόμα δεν είχε το σθένος
να το πει ανοιχτά.
Και πάμε στο δεύτερο «αμάρτημα», το έλλειμμα ουσίας και
την οίηση, δυο πράγματα που είναι συνήθως ευθέως ανάλογα το ένα του άλλου.
Υπήρξαν πράγματι ορισμένοι υπουργοί και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που διακρίθηκαν με
τη στάση τους και έργο τους. Έγιναν, όντως, σημαντικές τομές στον τομέα της
Υγείας, της Παιδείας, της κοινωνικής προστασίας και της εξωτερικής πολιτικής.
Υπήρξε και ένας ευπατρίδης, ο Τσακαλώτος, που άφησε πίσω του πάνω από 30 δις
για να μην ξαναπέσουμε στα μνημόνια.
Αλλά, ποιο ήταν
άραγε το έργο του κ. Μπαλάφα, που τώρα κάνει και «αποτιμήσεις»; Το έργο του κ.
Σταθάκη μήπως; Του κ. Τζανακόπουλου; Της κας Σβίγκου; Να συνεχίσω;
Μιλάω με ονόματα και διευθύνσεις, γιατί έτσι μιλάει ο
κόσμος που συναντώ και συναναστρέφομαι. Είναι αυτός ο κόσμος που θέλει να
τελειώνουμε πια με τα στρογγυλέματα, τις υπεκφυγές κι αυτή την κακώς εννοούμενη
πολιτική ορθότητα, που διαιωνίζουν το χάος στον χώρο και συντηρούν τις
ψευδαισθήσεις. Χωρίς να πάνε στο σπίτι
τους όσοι δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων δεν πρόκειται να δούμε χαΐρι και προκοπή. Αφού οι
αντικειμενικές συνθήκες για να αλλάξουν τα πράγματα είναι υπερ-ώριμες, ναι,
είναι κυρίως θέμα προσώπων.
*ΥΓ Μια πρόσφατη δημοσκόπηση βρίσκει ότι ο Αλέξης Τσίπρας
απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των μισών οπαδών της Πλεύσης Ελευθερίας, τη στιγμή
που η αρχηγός αυτού του προσωποπαγούς κόμματος τον θεωρεί πολιτικό απατεώνα. Η
ερμηνεία του εντυπωσιακού αυτού ευρήματος, αν πράγματι πρόκειται για «σκληρά
δεδομένα» και όχι για τις συνήθεις ανοησίες, ανήκει προφανώς στην αρμοδιότητα
άλλων ειδικοτήτων…
