Κωνσταντίνος Σαββόπουλος
Το ζήτημα της άρσης της μονιμότητας στο Δημόσιο τέθηκε επίσημα, χθες, στη δημόσια ατζέντα από κυβερνητικά χείλη. Ο Παύλος Μαρινάκης, χωρίς περιστροφές, υπογράμμισε ότι «η αξιολόγηση πρέπει να έχει συνέπειες» και ότι κανείς δεν μπορεί να εξαιρείται από αυτήν· συνεπώς, είναι απαραίτητη και στο Δημόσιο.
Αναφορικά με την προοπτική κατάργησης της μονιμότητας,
σημείωσε ότι πρόκειται για ζήτημα που μπορεί να τεθεί μόνο στο πλαίσιο μιας
μελλοντικής Συνταγματικής Αναθεώρησης, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, μάλιστα, ανακάλεσε και τα
γνωστά υλικά του κοινωνικού αυτοματισμού ενόψει μιας τέτοιας «μεταρρύθμισης»,
επισημαίνοντας ότι «όσοι για χρόνια αναφέρονταν στους πολίτες με τον όρο
‘νοικοκυραίοι’, βλέπουν πλέον ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν κουραστεί να
επωμίζονται το βάρος των φωνών πολύ μικρών μειοψηφιών».
Το χαλί για τις χθεσινές δηλώσεις του Παύλου Μαρινάκη
είχε στρωθεί από τα ευρήματα δημοσκόπησης (Marc, Πρώτο Θέμα): δύο στους τρεις
δημοσίους υπαλλήλους συμφωνούν με την κατάργηση της μονιμότητας, ώστε να
απομακρύνονται όσοι δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στα καθήκοντά τους.
Το 82,5% όσων ψήφισαν Ν.Δ. στις ευρωεκλογές δηλώνει υπέρ
της κατάργησης της μονιμότητας, ενώ ακολουθούν οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ με 76,9%,
του ΣΥΡΙΖΑ με 66,9% και του ΚΚΕ με 62%.
Συνολικά, στην κοινωνία, το 76,2% – πάνω από τρεις στους
τέσσερις – επιθυμεί την κατάργηση της μονιμότητας, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα
απόλυσης όσων κρίνονται ανεπαρκείς.
Ωστόσο, παρατηρείται απόπειρα συσκότισης ενός κρίσιμου
ζητήματος: ήδη υπάρχει θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την απόλυση επίορκων
υπαλλήλων. Το Σύνταγμα προστατεύει τους εργαζομένους από αυθαίρετες διώξεις,
αλλά δεν αποκλείει την απομάκρυνση σε περιπτώσεις κακοδιαχείρισης ή πλημμελούς
άσκησης καθηκόντων.
Παρά ταύτα, τα εν λόγω δημοσκοπικά ευρήματα προκάλεσαν
ικανοποίηση στο Μέγαρο Μαξίμου, καθώς η κατάργηση της μονιμότητας φαίνεται να
απολαμβάνει διακομματικής αποδοχής και, ταυτόχρονα, ενισχύεται η στρατηγική του
διαχωρισμού των εργαζομένων — ακόμη και εντός του Δημοσίου.
Κεντρικός πυλώνας του κυβερνητικού σχεδιασμού είναι η νέα
ηλεκτρονική αξιολόγηση δεκάδων υπηρεσιών από τους πολίτες, υπό το πρόσχημα της
αντιμετώπισης των χρόνιων παθογενειών του δημόσιου τομέα.
Μέσω αυτής της διαδικασίας, η Ν.Δ. φαίνεται να επενδύει
στον κοινωνικό αυτοματισμό: οι χαμηλές βαθμολογίες από χιλιάδες πολίτες – που
δικαίως αγανακτούν από μια δυσκίνητη και γραφειοκρατική Δημόσια Διοίκηση –
ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο για απομακρύνσεις προσωπικού.
Η εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν συνομιλητές του TVXS από τον
χώρο της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση φαίνεται να έχει βάλει στις ράγες τη
συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους προς όφελος επιχειρηματικών συμφερόντων.
Αν, επιπλέον, τα δημοσκοπικά ερωτήματα ανεδείκνυαν τις
προθέσεις εμπορευματοποίησης των κοινωνικών υπηρεσιών — με εργαλείο την
αξιολόγηση και την άρση της μονιμότητας — τα αποτελέσματα θα ήταν διαφορετικά,
επισημαίνουν οι ίδιες πηγές. Κάνουν λόγο για «την ενορχήστρωση ενός βρώμικου
παιχνιδιού υπέρ των ιδιωτών».
Τα πραγματικά προβλήματα του δημόσιου τομέα, άλλωστε,
είναι η υποστελέχωση, η υποχρηματοδότηση, οι χαμηλοί μισθοί, η ανεξέλεγκτη
παρουσία ιδιωτικών εταιρειών συμβούλων και οι απευθείας αναθέσεις.
Οι μετακλητοί υπάλληλοι αυξήθηκαν κατά 32%.
Στο κυβερνητικό αφήγημα περιλαμβάνεται και το περιτύλιγμα
της αξιοκρατίας, την ώρα που από τις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 έως τον
Δεκέμβριο 2024, οι μετακλητοί υπάλληλοι αυξήθηκαν κατά 32%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με την ιδιότητα του μετακλητού
ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους οι ιδρυτές της «Ομάδας Αλήθειας». Επιπλέον, με
τη μέθοδο της προσωπικής συνέντευξης έχουν τοποθετηθεί σε θέσεις ευθύνης — όπως
διευθυντές σχολείων — άτομα με ισχυρές διασυνδέσεις στο «γαλάζιο» σύστημα
εξουσίας.
Απολύσεις και διαθεσιμότητες το «έργο» Μητσοτάκη στη
Δημόσια Διοίκηση
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριζε την κατάργηση της
μονιμότητας ήδη από το 2014, όταν υπηρετούσε ως Υπουργός Διοικητικής
Μεταρρύθμισης στην κυβέρνηση Σαμαρά.
Τον Απρίλιο εκείνου του έτους δήλωνε: «Για το ζήτημα της
κατάργησης της μονιμότητας πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία της συνταγματικής
αναθεώρησης σε δύο κοινοβουλευτικές περιόδους, άρα δεν είναι άμεσο, αλλά στην
ατζέντα πρέπει να μπει και αυτό. Η ήπια εκδοχή είναι να αφορά τους
νεοπροσλαμβανόμενους στο Δημόσιο».
Την ίδια περίοδο, ο σημερινός πρωθυπουργός προωθούσε το
πρόγραμμα διαθεσιμότητας – απολύσεων, που περιλάμβανε εκπαιδευτικούς ΕΠΑΛ,
σχολικούς φύλακες, διοικητικούς υπαλλήλους πανεπιστημίων και καθαρίστριες.
Στο πλαίσιο αυτό, τη διετία 2013-14 τέθηκαν σε καθεστώς
διαθεσιμότητας 25.000 υπάλληλοι. Από αυτούς, απομακρύνθηκαν τελικά περίπου
1.000, ενώ ο ίδιος έκανε λόγο για 9.000-10.000 απολύσεις, επικαλούμενος
«μνημονιακή δέσμευση» και «προαπαιτούμενο» για την εκταμίευση δόσεων.
Μνήμες από το 1992 και ρεβάνς για λογαριασμό του πατρός
Μητσοτάκη
Ήδη από το 1992, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο
τότε Υπουργός Εσωτερικών Σωτήρης Κούβελας θέσπισε στο Δημόσιο ένα σύστημα
«αξιολόγησης» με προκαθορισμένη ποσόστωση: 15% άχρηστοι, 65% μέτριοι, 25%
άριστοι.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι αρνήθηκαν να το εφαρμόσουν,
θεωρώντας ότι θα οδηγούσε σε απολύσεις και δραστική συρρίκνωση του κοινωνικού
κράτους, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην «μεταρρυθμιστική» ατζέντα του πατρός
Μητσοτάκη.
Η κυβέρνηση τότε κατέρρευσε υπό το βάρος αυτών των
πολιτικών, αλλά και του… Αντώνη Σαμαρά. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου,
κεφαλαιοποιώντας τη φθορά της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης (1990–1993),
επέστρεψε θεαματικά στην εξουσία.
Τριάντα τρία χρόνια μετά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται
να επιδιώκει μια μεγάλη πολιτική ρεβάνς για λογαριασμό του Κωνσταντίνου
Μητσοτάκη, όπως σχολιάζει πρώην «γαλάζιος» υπουργός της κυβέρνησης Καραμανλή στο
TVXS.
Θα τα καταφέρει; Όπως σημειώνει με χιούμορ: «Κανείς δεν
μπορεί να προβεί σε προβλέψεις. Σε κάθε περίπτωση, ο γιος Μητσοτάκης δεν έχει
απέναντί του έναν Ανδρέα Παπανδρέου — και πρόλαβε να εξοβελίσει και τον Σαμαρά,
που πλέον πετά πέτρες ως ανεξάρτητος βουλευτής».
