Δεν χρειάζεται πλέον να ψάχνει κανείς πίσω από τις λέξεις. Το είπε καθαρά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης: οι παραιτήσεις των υφυπουργών δεν ήταν προσωπικές πρωτοβουλίες ευθιξίας, ήταν πολιτικές αποφάσεις — αποπομπές κατόπιν «πολιτικής αξιολόγησης». Με άλλα λόγια: η κυβέρνηση γνωρίζει τι υπάρχει στη δικογραφία, και αποφάσισε να απομακρύνει όσους εκτίθενται περισσότερο.
Η φράση του κ. Μαρινάκη ότι «κάποια πράγματα είναι αυτονόητα» δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας. Οι υφυπουργοί δεν παραιτήθηκαν. Παραιτήθηκαν από τον Πρωθυπουργό. Και το μήνυμα είναι σαφές: μπροστά στην αποκάλυψη, όχι η αλήθεια, αλλά η επικοινωνιακή διαχείριση έχει την απόλυτη προτεραιότητα.
Όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απλούς διαλόγους που «ξεφεύγουν από τα όρια της ενημέρωσης». Έχουμε να κάνουμε με συστηματικό μηχανισμό εξυπηρετήσεων, ρουσφετιών, πιέσεων και παρασκηνιακών παρεμβάσεων στον πιο ευαίσθητο τομέα της δημόσιας διοίκησης: τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων και αγροτικών ενισχύσεων.
Από τους παραιτηθέντες υπουργούς και στελέχη, κανείς δεν μίλησε. Από την κυβέρνηση, κανείς δεν ανέλαβε ουσιαστική πολιτική ευθύνη. Ούτε λέξη για τον ρόλο των πολιτικών τους προϊσταμένων. Ούτε λέξη για τη διαφθορά ως δομικό χαρακτηριστικό του επιτελικού κράτους. Αντί για ανάληψη ευθύνης, μια ελεγχόμενη εκτόνωση μέσω στοχευμένων θυσιών. Κι όσο για τις ποινικές προεκτάσεις, όλοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος παραιτήθηκε. Το ερώτημα είναι ποιος γνώριζε, ποιος κάλυπτε και ποιος ωφελήθηκε. Και ακόμη περισσότερο: θα υπάρξει ποτέ πραγματική κάθαρση ή απλώς παραίτηση της Δημοκρατίας μπροστά στην ασυλία των "δικών μας παιδιών";
Η εικόνα μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να διασωθεί απομακρύνοντας στελέχη επειδή "εκτέθηκαν", δεν συνιστά ανάληψη πολιτικής ευθύνης. Συνιστά απόπειρα συγκάλυψης με το βλέμμα στραμμένο στους τίτλους των δελτίων ειδήσεων.
Το επιτελικό κράτος του Κυριάκου Μητσοτάκη, αυτό που θα «τελείωνε με το ρουσφέτι», είναι το πιο τεχνοκρατικά δομημένο πελατειακό σύστημα που γνώρισε η Μεταπολίτευση.
Πασχ.Τοσ
