Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων των Σωμάτων Ασφαλείας εξάρθρωσε εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν στη διακίνηση ναρκωτικών, στην οποία συμμετείχαν και αστυνομικοί. Στο πλαίσιο της επιχείρησης, πραγματοποιήθηκαν έφοδοι σε κατοικίες στην Αττική και στη Μύκονο.
Κατόπιν ενταλμάτων, συνελήφθησαν συνολικά οκτώ άτομα, εκ
των οποίων τέσσερις είναι αστυνομικοί, ενώ αναζητείται ακόμη ένας ιδιώτης. Στη δικογραφία
περιλαμβάνονται και 13 επιπλέον πρόσωπα, τα οποία δεν είχαν άμεση εμπλοκή με
τον πυρήνα της οργάνωσης. Ανάμεσα στους κατηγορούμενους βρίσκεται και ανώτερος
αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., ο οποίος φέρεται να υπεξαιρούσε κατασχεμένα ναρκωτικά
που στη συνέχεια διακινούνταν από το κύκλωμα.
Ιδιαίτερα ενεργή παρουσία είχαν δύο αστυνομικοί που
υπηρετούν στη Μύκονο και την Αττική. Ο πρώτος συνεργαζόταν με τον αρχηγό της
οργάνωσης για την εξεύρεση χρημάτων με σκοπό την αγορά ναρκωτικών προς
μεταπώληση, ενώ ο δεύτερος τον προμήθευε με μεγάλες ποσότητες ουσιών και
παρείχε καθοδήγηση για τη λειτουργία της υπόλοιπης ομάδας.
Η έρευνα αποκάλυψε πως ο εμπλεκόμενος αξιωματικός της
ΕΛ.ΑΣ., ως μέλος υποομάδας της κύριας εγκληματικής οργάνωσης, αξιοποιούσε τη
θέση του για να υπεξαιρεί ναρκωτικά, τα οποία διοχέτευε μέσω τρίτου στο
αρχηγικό μέλος, για να τεθούν στη διακίνηση.
Σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία, τα μέλη της οργάνωσης
μετέφεραν τακτικά μεγάλα χρηματικά ποσά στους τραπεζικούς λογαριασμούς του
αρχηγού ή συνεργών του, είτε μέσω τραπεζικών εμβασμάτων είτε με καταθέσεις
μετρητών, με στόχο τη νομιμοποίηση των κερδών τους από παράνομες
δραστηριότητες.
Ειδικότερα, την τελευταία πενταετία, στους λογαριασμούς
του αρχηγικού μέλους κατατέθηκαν συνολικά 3.837.943,34 ευρώ, ενώ στη σύντροφό
του, η οποία επίσης συμμετείχε στην οργάνωση, καταγράφηκαν καταθέσεις ύψους
1.032.027,28 ευρώ.
Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ:
«Οκτώ συλλήψεις, μεταξύ των οποίων τεσσάρων αστυνομικών,
κατόπιν σχετικών ενταλμάτων, πραγματοποιήθηκαν την Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2025,
μετά από επιχείρηση της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας, ως
μέλη εγκληματικής οργάνωσης, που δραστηριοποιούνταν στη διακίνηση ναρκωτικών
ουσιών.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης είχε προηγηθεί αξιολόγηση
και συσχέτιση αυτοτελών καταγγελιών και προανακριτικών στοιχείων σχετικά με
παράνομες δραστηριότητες Υπαξιωματικού [τελεί σε διαθεσιμότητα για έτερη
υπόθεση] και Αξιωματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, για την αποκάλυψη των
οποίων, αξιοποιήθηκαν και στοιχεία που προέκυψαν από ειδικές ανακριτικές
μεθόδους.
Από την περαιτέρω σταχυολόγηση και ανάλυση των στοιχείων
που προέκυψαν, σε συνδυασμό με το λοιπό προανακριτικό υλικό, ταυτοποιήθηκαν
–μεταξύ άλλων- οι συλληφθέντες καθώς και ένα ακόμη άτομο, το οποίο αναζητείται,
με τομέα δράσης, τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 2023, τη διακίνηση ναρκωτικών
ουσιών.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται -13- επιπλέον άτομα,
μεταξύ των οποίων ένας ακόμη αστυνομικός, οι οποίοι κατηγορούνται για πράξεις
εκτός πλαισίου δράσης της εγκληματικής οργάνωσης και συγκεκριμένα για –κατά
περίπτωση- δωροληψία, εμπορία επιρροής και παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου.
Ειδικότερα, ως προς τον τρόπο δράσης της εγκληματικής
οργάνωσης, προέκυψε ότι αρχηγικό ρόλο είχε ο τελών σε διαθεσιμότητα
αστυνομικός, ο οποίος μεσολαβούσε για την προμήθεια σημαντικών ποσοτήτων
ναρκωτικών και συντόνιζε τη διακίνησή τους, ενώ -6- μέλη της οργάνωσης
αναλάμβαναν τη μεταφορά, την εκτίμηση ποιότητας και τη χρηματοδότηση των
αγορών.
Μεταξύ των μελών χαρακτηριστική δράση είχαν δύο
αστυνομικοί, οι οποίοι υπηρετούν στη Μύκονο και στην Αττική, αντίστοιχα. Ο
πρώτος αναζητούσε, μαζί με το αρχηγικό μέλος, χρήματα για την αγορά ναρκωτικών
προς περαιτέρω διακίνηση, ενώ ο δεύτερος προμήθευε το αρχηγικό μέλος με μεγάλες
ποσότητες ναρκωτικών και παρείχε συμβουλές αναφορικά με τη διαχείριση των
υπόλοιπων μελών της οργάνωσης.
Από την έρευνα προέκυψε και η εμπλοκή Αξιωματικού της
Ελληνικής Αστυνομίας, ο οποίος, ως μέλος εγκληματικής ομάδας που λειτουργούσε
στο πλαίσιο της κύριας οργάνωσης, εκμεταλλευόταν την υπηρεσιακή του ιδιότητα
και υπεξαιρούσε ναρκωτικές ουσίες, τις οποίες, μέσω άλλου μέλους, διοχέτευε στο
αρχηγικό μέλος, για περαιτέρω διακίνηση.
Για την αποφυγή εντοπισμού τους, τα μέλη της εγκληματικής
οργάνωσης, χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφημένες εφαρμογές επικοινωνίας και άλλα
μέσα απόκρυψης της δραστηριότητάς τους, ενώ χρησιμοποιούσαν και τραπεζικούς
λογαριασμούς τρίτων για την απόκρυψη της ροής χρημάτων.
Ειδικότερα, τα μέλη της οργάνωσης προέβαιναν συστηματικά
σε πίστωση υπέρογκων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς του αρχηγικού
μέλους ή άλλων συνεργών, είτε μέσω τραπεζικών μεταφορών είτε με καταθέσεις
μετρητών, με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Πιο αναλυτικά, διαπιστώθηκε ότι την τελευταία πενταετία
πιστώθηκαν στους λογαριασμούς του αρχηγικού μέλους συνολικά 3.837.943,34 ευρώ,
ενώ στους λογαριασμούς της συντρόφου του –επίσης μέλους της οργάνωσης–
1.032.027,28 ευρώ.
Τέλος, όσον αφορά τον τελούντα σε διαθεσιμότητα
αστυνομικό, διακριβώθηκε επίσης η εμπλοκή του καθώς και -13- ακόμη ατόμων,
ανάμεσα στους οποίους και -1- επιπλέον αστυνομικός, σε τουλάχιστον -8-
περιπτώσεις δωροληψίας, -5- περιπτώσεις εμπορίας – επιρροής και -13-
περιπτώσεις παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης, που πραγματοποιήθηκε σε
περιοχές της Αττικής και της Μυκόνου, με τη συνδρομή αστυνομικών της
Υποδιεύθυνσης Αστυνομίας Μυκόνου, διενεργήθηκαν έρευνες σε οικίες και οχήματα,
όπου συνολικά βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
-4,3- κιλά ναρκωτικής ουσίας, πιθανόν κοκαΐνης,
ζυγαριά ακριβείας,
-20.900- ευρώ,
-14- κινητά τηλέφωνα και -13- φυσίγγια.
Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην αρμόδια εισαγγελική
Αρχή».
