Γιάννης Δούμος / Ο φίλος του νταή


Γιάννης Δούμος

Βλέποντας κανείς την πρωτοφανή σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση την γενοκτονία των παλαιστινίων μένει με μια απορία.

 

Πως γίνεται σε μια χώρα που το κοινό αίσθημα είναι παραδοσιακά με το μέρος αυτών που επαναστατούν και διεκδικούν την ελευθερία τους -ταυτιζόμενο με την δική της ιστορία απελευθέρωσης- η κυβέρνηση της να διαρρηγνύει παραδοσιακούς δεσμούς φιλίας με έναν βασανιζόμενο λαό, να απέχει από ψηφίσματα ανθρωπιστικής εκεχειρίας και να τάσσεται με την πλευρά του επιτιθέμενου χωρίς κανένα αστερίσκο, χωρίς καμία διαλλακτικότητα, χωρίς μια λέξη ανθρωπιστικής μετριοπάθειας;

 

Για να το καταλάβει κανείς αυτό πρέπει να σκεφτεί πως δημιουργούνται οι βασανιστές. Το πολύ σημαντικό έργο της ψυχολόγου Μίκας Χαρίτου Φατούρου για τους βασανιστές της ΕΑΤ ΕΣΑ ρίχνει φως σε αυτή τη διαδικασία περιγράφοντας πως ο βασανιστής ξεκινάει ως βασανιζόμενος. Ξυλοδαρμοί, ταπεινώσεις, άρνηση για ικανοποίηση ακόμα και βασικών βιολογικών αναγκών, εξευτελισμοί είναι το πρώτο μέρος της εκπαίδευσης νέων στρατονόμων και υποψήφιων βασανιστών.

 

Με τη σταδιακή επιτυχία τους στην ανοχή αυτής της μεταχείρισης άρχιζε η παροχή προνομίων και εξουσίας. Τελικά η ταυτότητα τους και η δύναμή τους διαμορφωνόταν ολοκληρωτικά γύρω από την ικανότητα τους να προξενούν πόνο και αγωνία στους ανυπεράσπιστους κρατούμενους.

 

Φυσικά οι βασανιστές δεν ήταν ανθρώπου που είχαν άλλες διεξόδους. Προέρχονταν από φτωχά στρώματα με συγκεκριμένο φυσικά ιδεολογικό υπόβαθρό αλλά η ανέλιξη τους στην ΕΑΤ ΕΣΑ αποτελούσε ένα προνόμιο που τους εξύψωνε πολύ πάνω από την κοινωνική τους μοίρα. Το να το απαρνηθούν θα σήμαινε να γυρίσουν πίσω στο να είναι ένα τίποτα με μηδενικό παρόν και μέλλον.

 

Αυτή είναι δυστυχώς και η κατάσταση της διεθνούς θέσης της χώρας μας. Η κυβέρνηση από την πρώτη τετραετία αποφάσισε να βάλει όλα τα αυγά της σε ένα καλάθι. Ακόμα και ένας πρωτοετής οικονομικού πανεπιστημίου γνωρίζει πως αυτό είναι μια πολύ καλή επενδυτική στρατηγική. Αρχικά το σχέδιο φάνηκε να λειτουργεί.

 

Η Τουρκία, θεωρώντας τον εαυτό της μια ανερχόμενη τοπική υπερδύναμη αποστασιοποιήθηκε από την Αμερική και την Ευρώπη σε ζητήματα ένταξης νέων χωρών στο ΝΑΤΟ αλλά και στο Ουκρανικό ζήτημα. Η Ελλάδα αντιθέτως ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, τόσον όσον αφορά τις σχέσεις με τη Ρωσία αλλά και με τον μουσουλμανικό κόσμο.

 

Από τη μία το σχέδιο έμοιαζε να λειτουργεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έμοιαζαν να μετακινούνται στο ποιον θεωρούν πιο αξιόπιστο σύμμαχο στην περιοχή. Χρησιμοποιούσαν την Ελλάδα για αποστολή στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία με ανταλλάγματα και της έδιναν προτεραιότητα στην προμήθεια προηγμένων εξοπλιστικών όπως τα F-35, αποκλείοντας την Τουρκία και μοιάζοντας να της παραχωρούν -με το αζημίωτο φυσικά- την πολυπόθητη υπεροπλία για έναν πόλεμο στο Αιγαίο.

 

Στο ίδιο μοτίβο και η Ευρώπη με κύρια εκπρόσωπο την Γαλλία μας πουλούσαν αφειδώς τα υπερσύγχρονα Ραφάλ, φρεγάτες και άλλα πολεμικά σύνεργα που άδειαζαν μεν τον ήδη άδειο προϋπολογισμό μας αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι ίσως έδιναν σημαντικό προβάδισμα. Το στρατιωτικό δόγμα άλλαζε από καθαρά αμυντικό σε ένα δόγμα όπου στόχος είναι το χτύπημα στο έδαφος του αντιπάλου καθιστώντας έναν πόλεμο ασύμφορο για αυτόν.

 

Από την άλλη, η διεθνής πολιτική έστελνε άλλα μηνύματα. Αποτυχημένες διπλωματικές μανούβρες στη Λιβύη ενώ μια ειρηνευτική αποστολή έπεφτε θύμα ενός περίεργου «ατυχήματος» με αποτέλεσμα πέντε μέλη της νεκρά και απανθρακωμένα.

 

Η Τουρκία δεν έμοιαζε να πλήττεται από το «εμπάργκο» των Αμερικανών και παράλληλα έκανε βήματα προς την εξοπλιστική ανεξαρτησία αναπτύσσοντας την εγχώρια πολεμική της βιομηχανία κατασκευάζοντας μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα και κάνοντας σοβαρές πια εξαγωγές. Πριν λίγες ημέρες η Τουρκία παρουσίασε τους νέους της υπερηχητικούς βαλλιστικούς πυραύλους προς αμηχανία της Αθήνας.

 

Ταυτόχρονα, η αμερικανική πολιτική μετακινήθηκε. Αφού δοκίμασαν τα όπλα της κατά της Ρωσίας, οι ΗΠΑ κατάλαβαν πως πολύ λιγότερο χρειάζεται να ανησυχούν για το παλιό τους φόβητρο και αποφάσισαν πως η προσοχή τους έπρεπε να στραφεί προς τον ανερχόμενο γίγαντα της Κίνας.

 

Οι Ουκρανοί έτσι ήρθαν σε επαφή με το πεπρωμένο κάθε λαού που συνδέει την ελευθερία του με την στήριξη μιας ξένης δύναμης, δηλαδή την αναπόφευκτη εγκατάλειψη στη μοίρα του όταν τα συμφέροντα της δύναμης αυτής σταματούν να εξυπηρετούνται.

 

Ταυτόχρονα το ΝΑΤΟ υποβαθμίζεται ως κάτι σχεδόν αναχρονιστικό που δεν εξυπηρετεί πια επαρκώς τα συμφέροντα των ΗΠΑ, με την Ευρώπη να αποφασίζει να ανταποκριθεί στην κατάσταση με επανεξοπλισμό. Η Τουρκία αναγνωρίζεται ως πολύτιμος σύμμαχος στο ανατολικό σύνορό της, ή εν πάση περιπτώση ως μια δύναμη που πρέπει να εξευμενιστεί και λαμβάνει χρηματοδοτήσεις και οπλικά συστήματα. Το ίδιο ισχύει και με την στάση της Αμερικής η οποία αποσύρει σταδιακά τους ενδοιασμούς της στο να βγάλει μερικά δις από πωλήσεις αεροπλάνων.

 

Σε ένα άλλο επίπεδο, ο πόλεμος στην Ουκρανία διέλυσε την ψυχολογική ψευδαίσθηση ότι δεν ήταν εφικτός ένας πόλεμος στα πλαίσια του ανεπτυγμένου κόσμου λόγω της αποτρεπτικής δύναμης ενός παγκοσμίου πολέμου ή λόγω των οικονομικών επιπτώσεων.  Όχι μόνο δεν έγινε ο τρίτος παγκόσμιος αλλά βγήκαν και πολλά λεφτά για όλες τις πλευρές πλην των νεκρών στρατιωτών και αμάχων -όπως γίνεται άλλωστε σε κάθε πόλεμο.

 

Παράλληλα από τη μία αναδείχθηκε ο ρόλος των drones και του τηλεχειρισμού στη μάχη, από την άλλη είδαμε ξανά να αναβιώνουν τα χαρακώματα του πεζικού, η αεράμυνα και το πυροβολικό, ένας πιο «αναλογικός» πόλεμος σε μια εποχή που νομίζαμε ότι ο πόλεμος πια είναι σαν τα βιντεοπαιχνίδια που διεξάγονται ανάμεσα στην Αμερική και χώρες χωρίς ουσιαστικά οργανωμένο στρατό.

 

Τι κάνει η Ελλάδα σε αυτό το σκηνικό; Απαξιώνει τη λειτουργία των δημοσίων πανεπιστημίων προκειμένου να ανοίξει το πεδίο για την δημιουργία ιδιωτικών, μένοντας όλο και πιο πίσω στις προοπτικές τεχνολογικής καινοτομίας. Προσκολλάται όλο και πιο ισχυρά στον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ προσδοκώντας  προστασία, συστήματα πυροβολικού και  συστήματα αντιπυραυλικής – αντιαεροπορικής προστασίας.

 

Αρνούμενη τον παραδοσιακό ρόλο της ως το σύνορο και το πεδίο συνομιλίας της ανατολής με τη δύση διαρρηγνύει ανεπανόρθωτα τις σχέσεις τις με τον αραβικό κόσμο -του οποίου ηγέτιδα δύναμη φιλοδοξεί να γίνει η Τουρκία- αλλά και συνολικά με τον παγκόσμιο νότο.  Προσπαθεί να εξευμενίσει την Ευρώπη που την θεωρεί τον φτωχό συγγενή, φερόμενη με ανελέητη μεταχείριση στα μεταναστευτικά κύματα που φτάνουν από τη βόρεια Αφρική, χωρίς φυσικά κανένα σοβαρό αποτέλεσμα. Οι επόμενες κυβερνήσεις θα έχουν να αντιμετωπίσουν αυτόν τον στρατηγικό εγκλωβισμό με πολύ μικρό περιθώριο ελευθερίας κίνησης.

 

Προσπαθεί δηλαδή η Ελλάδα να γίνει ένας βοηθητικός εκτελεστής ισχύος, ο Θεοφιλογιαννάκος της περιοχής, ένας φτωχωδιάβολος μπράβος της Αμερικής και της Ευρώπης ελπίζοντας ότι συναινώντας σε γενοκτονίες ή βασανίζοντας αδύναμους θα κερδίσει σε δύναμη και εξουσία.

 

Φυσικά ούτε αυτό δεν καταφέρνει, αλλά απλά γίνεται ο λακές του σχολικού νταή. Υστερώντας σε χάρισμα και δύναμη από τον πραγματικό νταή προσπαθεί να αναπληρώσει φτάνοντάς τον σε σκληρότητα. Δεν καταφέρνει όμως τελικά να κερδίσει ούτε το σεβασμό των θυμάτων του, ούτε τον σεβασμό του νταή.

 

* Γιάννης Δούμος, ψυχίατρος

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη