Καύσωνας / Πώς θα κάνουμε βιώσιμο το σπίτι και την πόλη


Μαργαρίτα Φράγκου

 

Το 2024 ήταν το πιο θερμό έτος που έχει καταγραφεί παγκοσμίως. Οι καύσωνες πλέον δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα, αλλά επαναλαμβάνονται με αυξανόμενη συχνότητα, ένταση και διάρκεια.

 

Το φαινόμενο αυτό πλήττει ιδιαίτερα τις πόλεις, όπου η θερμοκρασία είναι έως και 4°C υψηλότερη από την ύπαιθρο, εξαιτίας του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας.

 

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη αν αναλογιστούμε ότι μέχρι το 2050 περισσότερο από το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού θα ζει σε αστικές περιοχές. Αυτό θέτει επιτακτικά το ερώτημα: πώς μπορούμε να σχεδιάσουμε τις πόλεις μας ώστε να παραμείνουν βιώσιμες σε συνθήκες ακραίας ζέστης;

Το πράσινο ως μέσο δροσιάς

 

Η εισαγωγή της φύσης στον αστικό ιστό είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία προσαρμογής. Όμως δεν αρκεί να υπάρχει ένα μεγάλο πάρκο κάπου στην πόλη, είναι απαραίτητο να υπάρχει σκιά στην καθημερινή μας διαδρομή και μικροί πράσινοι χώροι κοντά στα σπίτια μας.

 

Για τον λόγο αυτό, προτείνεται ο κανόνας 3-30-300: κάθε άτομο θα πρέπει να βλέπει τουλάχιστον 3 δέντρα από το σπίτι του, να ζει σε μια γειτονιά με τουλάχιστον 30% δενδροκάλυψη και να έχει πάρκο σε απόσταση έως 300 μέτρων.

 

Εξίσου σημαντική είναι η αλλαγή των υλικών που χρησιμοποιούνται στον αστικό σχεδιασμό. Οι στέγες των κτιρίων μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της θερμότητας αν καλυφθούν με βλάστηση ή ανακλαστικά υλικά. Οι προσόψεις κτιρίων, εφόσον έχουν ανοικτά χρώματα και κατάλληλα υλικά, μπορούν να μειώσουν τη θερμική επιβάρυνση. Στο έδαφος, η αποφυγή της μονοτονίας ασφάλτου και σκυροδέματος και η αντικατάστασή τους με διαπερατά και πιο «δροσερά» υλικά θα ανακουφίσει σε μεγάλο βαθμό.

 

Οι κατοικίες και η ανάγκη προσαρμογής

 

Η προσαρμογή στον καύσωνα δεν μπορεί να περιοριστεί στο δημόσιο χώρο. Οι κατοικίες, όπου περνάμε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μας, δεν είναι πάντα κατάλληλες για υψηλές θερμοκρασίες. Έρευνα έδειξε ότι το 85% των κατοικιών στην Παμπλόνα παρουσίασαν υπερβολικά υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι του 2022.

 

Το θερμομονωτικό σύστημα των κτιρίων είναι το πρώτο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Η θερμομόνωση βοηθά και το καλοκαίρι, όχι μόνο τον χειμώνα. Όμως, όταν η θερμότητα εισχωρήσει σε ένα πολύ καλά μονωμένο και ερμητικά κλειστό σπίτι, δύσκολα διαφεύγει. Η σωστή διαρρύθμιση των χώρων και η δυνατότητα διαμπερούς αερισμού είναι ζωτικής σημασίας.

 

Οι μεγάλες επιφάνειες γυαλιού αποτελούν επίσης πρόκληση: επιτρέπουν το φυσικό φως να εισέλθει και μας προσφέρουν θέα, αλλά αν δεν έχουν κατάλληλη προστασία, επιτείνουν την υπερθέρμανση. Οι λύσεις περιλαμβάνουν σκίαστρα, ρυθμιζόμενα παντζούρια και τέντες. Είναι σημαντικό αυτά να είναι ενταγμένα στο σχεδιασμό και όχι πρόχειρες προσθήκες.

 

Ένα ακόμα κρίσιμο στοιχείο είναι ο προσανατολισμός του σπιτιού. Όσα διαμερίσματα έχουν μονό προσανατολισμό είναι πιο ευάλωτα. Με τη ζήτηση κατοικίας να οδηγεί σε ολοένα μικρότερα σπίτια ή διχοτομήσεις παλαιών διαμερισμάτων, ο μονόπλευρος προσανατολισμός γίνεται συχνότερος, επιδεινώνοντας την κατάσταση. Απαιτείται λοιπόν όχι μόνο η τήρηση ελάχιστου εμβαδού, αλλά και η εγγύηση θερμικής πρόβλεψης.

 

Τα διαμερίσματα στους τελευταίους ορόφους υποφέρουν περισσότερο. Καταγράφουν 3,4% έως 5,4% περισσότερες ώρες υπερθέρμανσης σε σχέση με ενδιάμεσους ορόφους. Η θερμομόνωση της στέγης βοηθά, αλλά δεν επαρκεί από μόνη της. Χρειάζονται καινοτομίες στον κατασκευαστικό τομέα για την επίλυση αυτού του προβλήματος.

Ο ρόλος της εκπαίδευσης

 

Η αρχιτεκτονική και ο αστικός σχεδιασμός παίζουν καθοριστικό ρόλο, όμως δεν αρκούν. Οι πολίτες χρειάζεται να μάθουν πώς να διαχειρίζονται τη θερμότητα στα σπίτια τους: πότε να αερίζουν, πώς να προσαρμόζουν τα σκίαστρα, ποια ώρα να κλείνουν τα παράθυρα ανάλογα με τη διαφορά εσωτερικής και εξωτερικής θερμοκρασίας.

 

Τέλος, πρέπει να αναγνωρίσουμε τη βαθιά κοινωνική διάσταση του προβλήματος. Η υπερβολική ζέστη δεν πλήττει όλους το ίδιο. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και όσοι ζουν σε κακής ποιότητας κατοικίες ή περιοχές χωρίς πράσινο κινδυνεύουν περισσότερο.

 

Η «θερμική άνεση» δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τον κλιματισμό. Πρέπει να σχεδιάσουμε τις πόλεις και τα σπίτια μας έτσι ώστε να προσαρμόζονται στη ζέστη μέσω του ίδιου του σχεδιασμού τους, μειώνοντας την εξάρτηση από την ενέργεια. Μόνο τότε θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματικά βιώσιμες πόλεις στο θερμότερο μέλλον που μας περιμένει.

 

Πηγή: The Conversation

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη