Γιάννης Δούμος / Η ορθογραφία του Μητσοτάκη


Γιάννης Δούμος

Στις αρχές της δεκαετίας του 90, στην ελληνική τηλεόραση ανατέλλει το άστρο ενός εκπληκτικού μίμου, του Γιώργου Μητσικώστα.

 

Ο Μητσικώστας είχε την μοναδική ικανότητα να μιμείται με εκπληκτική ακρίβεια τη φωνή κάθε πολιτικού και δημοσίου προσώπου. Αυτό του είχε ήδη εξασφαλίσει μια θέση στο ραδιόφωνο όπου οι ικανότητες του ήταν ακόμα πιο εμφανείς, αλλά η προσθήκη της εικόνας του έδωσε ακόμα μια δυνατότητα.

 

Μπορούσε να σατιρίζει όχι μόνο τα λόγια αλλά και τους μανιερισμούς, τις εκφράσεις και τις πράξεις των «στόχων» του. Ταυτόχρονα μπορούσε πια να τους βάζει να κάνουν εξωφρενικά πράγματα -όπως τον Αρχιεπίσκοπο τότε Χριστόδουλο να μπαίνει στο πλατώ της «Ζούγκλας» του Τριανταφυλλόπουλου κρεμάμενος από σκοινί όπως ο Ταρζάν ψέλνοντας «καλησπέρα» – σατιρίζοντας έτσι και τη δίψα τους για δημοσιότητα.

 

Χωρίς να υπάρχει όμοιός του στην ικανότητα για μιμήσεις, η υπόλοιπη τηλεόραση στράφηκε στην αυθεντική εικόνα των δημοσίων προσώπων αναζητώντας στοιχεία που μπορούσαν να γελοιοποιηθούν. Επιστρατεύτηκαν σαρδάμ, γλωσσικά ολισθήματα, πραγματικά ολισθήματα, σχόλια επάνω στην εμφάνιση και τη φυσιογνωμία. Και ενώ η τηλεόραση άρχισε να στερεύει από περιεχόμενο, εμφανίστηκε η μετα-τηλεόραση που σατίριζε εκπομπές της ίδιας της τηλεόρασης.

 

Αυτός είναι και ένας από τους σκοπούς της σάτιρας, η γελοιοποίηση των πάντων, σχεδόν αδιακρίτως, στερώντας από σοβαροφάνεια και μεγαλείο κάθε πρόσωπο και θεσμό και φέρνοντας τα στο επίπεδο του απλού ανθρώπου, καθιστώντας τα δηλαδή τρωτά. Αυτή είναι η πολύ σημαντική συμβολή της σάτιρας στην δημοκρατία.

 

Ταυτόχρονα όμως άρχισε να συμβαίνει και κάτι άλλο. Η πολιτική άρχισε να μιμείται την τηλεόραση. Με την κατάρρευση των μεγάλων ιδεολογικών πόλων, την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα δύο μεγάλα κόμματα του δικομματισμού να μιλούν ξαφνικά για «συναινέσεις», το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου άρχισε να ξεμακραίνει από το πεδίο της ιδεολογικής σύγκρουσης και να δυσκολεύεται να βρει σημαντικά σημεία διαφωνίας που να πολώνουν επαρκώς το εκλογικό σώμα.

 

Η πρώτη συνέπεια αυτού ήταν σιγά σιγά η πολιτική σκηνή να αμερικανοποιείται. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι της τηλεόρασης και της διασκέδασης άρχισαν να ζητούν πολιτικό χρίσμα. Μετά την έλευση της οικονομικής καταστροφής, ο πολιτικός λόγος σταμάτησε απολύτως να βγάζει νόημα και η εκκεντρικότητα και η γραφικότητα πήραν την ανιούσα. Το άστρο του Μητσικώστα πια είχε σβήσει, όχι επειδή το ταλέντο του χάθηκε αλλά επειδή η σάτιρα δεν μπορούσε να ξεπεράσει την πραγματικότητα σε φαιδρότητα και παραλογισμό.

 

Τα σαρδάμ και οι ελιές του Σημίτη, τα σουβλάκια και οι τούμπες του Καραμανλή, τα αγγλικά του Τσίπρα, η ορθογραφία του Μητσοτάκη, είναι ξεκαρδιστικό υλικό για σάτιρα. Όταν όμως παίρνουν κεντρικό ρόλο στην πολιτική συζήτηση είναι δείγμα σημαντικής αποτυχίας των προοδευτικών δυνάμεων να αρθρώσουν λόγο. Διότι οι συντηρητικές δυνάμεις δε θέλουν τίποτα περισσότερο από την απομάκρυνση του πολιτικού διαλόγου από ζητήματα ουσίας και ιδεολογίας.

 

Αξιομνημόνευτη η μαθητική κοκορομαχία Τσίπρα – Μητσοτάκη στη βουλή για το αν μίλησε ο Ρουσσώ ή ο Μοντεσκέ για τη διάκριση των εξουσιών, μια  έννοια της δημοκρατίας που η αποτυχία του πρώτου να την υπονομεύσει ξεπερνιέται  μόνο από την επιτυχία του δεύτερου να την καταστρατηγεί καθ’ όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του.

 

Η δεξιά παραδοσιακά χρησιμοποιεί την γελοιοποίηση του αντιπάλου της και τις επιθέσεις σε κάθε πτυχή της προσωπικότητας του προκειμένου να του κάμψει το ηθικό και να τον βλάψει πολιτικά. Ο Τραμπ στην Αμερική το κάνει με τρομακτική αποτελεσματικότητα και οι ντόπιοι δεξιοί ακολουθούν κατά πόδας.

 

Δημιουργούν μία καρικατουρίστικη εικόνα του αντιπάλου τους -ο άπλυτος μίζερος αριστερός, η ανοργασμική αξύριστη φεμινίστρια, ο αλλοπαρμένος διεστραμμένος διανοούμενος καλλιτέχνης – η οποία δεν επιδέχεται συζήτησης και αφήνει απέξω το πεδίο διαλόγου. Αν κανείς πάει να μιλήσει σε άλλο επίπεδο, ένας συρφετός οπαδών αρχίζει να ουρλιάζει τους παραπάνω χαρακτηρισμούς όπως τα πρόβατα στη Φάρμα των ζώων κάλυπταν κάθε συζήτηση με το «τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό».

 

Η απάντηση της αριστεράς δεν μπορεί να είναι σε αυτό το επίπεδο. Δεν μπορεί να ασχολείται με τις ανορθογραφίες του Πρωθυπουργού ακόμα και αν αυτές αποδεικνύουν ότι τα επιχειρήματά του περί «αριστείας» αφήνουν και τον ίδιο απέξω. Άλλωστε τι σημαίνει ανορθογραφία για την αριστερά; Ο ανορθόγραφος εργάτης, ο μετανάστης που δε γνωρίζει καλά τη γλώσσα, ο αγράμματος Ρομά δεν είναι ακριβώς οι άνθρωποι στους οποίους η αριστερά προσπαθεί να δώσει περισσότερο τον λόγο που τους αφαιρείται;

 

Πως μπορεί να συμβαδίζει με την αστικά ελιτίστικη στάση του χλευασμού του άλλου για την αγραμματοσύνη του;  Έχει σημασία αν ο πρωθυπουργός δεν ξέρει να γράφει σωστά τη λέξη «οφείλω» ή «προσκυνητής» ή το γεγονός ότι παραβαίνει τις οφειλές του προς τον λαό που τον εξέλεξε και κυβερνά σαν αυτοκράτορας και όχι σαν προσκυνητής του καθήκοντος του;

 

Θα μας ένοιαζε ένας πρωθυπουργός που θα έλυνε το οικιστικό ζήτημα αν έγραφε τη λέξη «ενοίκιο» με ύψιλον; Ο Μητσοτάκης έγραψε σωστά τη λέξη «παρακαταθήκη» αλλά αυτή τη στιγμή επιτίθεται με βάναυσο και εκδικητικό τρόπο στην παρακαταθήκη της κοινωνικοποίησης της ψυχικής υγείας και της απεξάρτησης που υπήρχε στην Ελλάδα με μεγάλη προσπάθεια από τη μεταπολίτευση και μετά. Θα του το συγχωρήσουμε επειδή είναι ορθογραφημένος σε αυτόν τον τομέα;

 

Είναι απογοητευτικό να βλέπει κανείς τον προοδευτικό λόγο να ολισθαίνει όλο και περισσότερο στον μιμητισμό της πολιτικής συμπεριφοράς της δεξιάς. Η αριστερά οφείλει να θυμηθεί ξανά τα μεγάλα της όπλα -την ιδεολογική συζήτηση, την ιστορική ανάλυση, την τέχνη και τον πολιτισμό. Και κυρίως την εγγύτητα με τον απλό -ίσως ανορθόγραφο-  άνθρωπο που νιώθει να συνθλίβεται από τη σύγχρονη πραγματικότητα απομονωμένος και αλλοτριωμένος προφέροντας του τη μόνη διέξοδο που είναι η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη. Η δουλειά της αριστεράς είναι να εκθέτει την δομή της εξουσίας, όχι να παίζει το παιχνίδι της. Ας αφήσουμε τον έλεγχο για ορθογραφικά λάθη εκεί που του αρμόζει, στις αίθουσες των δημοτικών σχολείων.

 

*Ο Γιάννης Δούμος είναι ψυχίατρος και θεατρικός συγγραφέας

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη