Ιρλανδία / Εγκλήματα δεκαετιών της Καθολικής Εκκλησίας «φωτογραφίζει» η σταδιακή εκταφή εκατοντάδων παιδιών


Άρχισε την τρέχουσα εβδομάδα η πλήρης εκταφή ανθρώπινων λειψάνων στον χώρο πρώην Καθολικού ιδρύματος για άγαμες μητέρες στο Τουάμ, στην Κομητεία Γκάλγουεϊ της Ιρλανδίας, σε μια προσπάθεια για αποκατάσταση της μνήμης και απόδοση δικαιοσύνης στα εκατοντάδες παιδιά που πέθαναν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες μεταξύ 1925 και 1961, όπως μετέδωσε το BBC.

 

Η εκσκαφή/εκταφή, η οποία ξεκίνησε επίσημα τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη του χώρου από την αρμόδια κρατική υπηρεσία Οffice of the Director of AuthorisedIntervention, Tuam (ODAIT), αναμένεται να διαρκέσει έως και το 2027, με επιπλέον τριετή περίοδο για τις αναλύσεις και τα επακόλουθα ερευνητικά ευρήματα.

 

Το ίδρυμα, γνωστό ως StMary’sMother and BabyHome, διοικείτο από τη Ρωμαιοκαθολική μοναστική τάξη BonSecoursSisters και ανήκε στον Δήμο της Κομητείας Γκάλγουεϊ.

 

Το ίδρυμα λειτούργησε για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, φιλοξενώντας κυρίως άγαμες μητέρες και τα παιδιά τους – μια κοινή πρακτική στην Ιρλανδία του 20ού αιώνα, όπου η κοινωνία στιγμάτιζε άγρια τις γυναίκες που έφεραν στον κόσμο παιδιά εκτός γάμου.

 

Οι συνθήκες διαβίωσης στο ίδρυμα χαρακτηρίζονταν από σοβαρές ελλείψεις, παραμέληση και, όπως οι μαρτυρίες και τα αρχεία δείχνουν, τραγική αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή.

 

Η πρώτη σοβαρή διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε το 2013, όταν η ερασιτέχνις ιστορικός Κάθριν Κόρλες αποκάλυψε την ύπαρξη 796 πιστοποιητικών θανάτου παιδιών που φιλοξενήθηκαν μεταξύ 1925 και 1961 στο ίδρυμα, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα αρχεία ταφής.

 

Αυτή η συγκλονιστική ανακάλυψη προκάλεσε διεθνή κατακραυγή και αποτέλεσε το έναυσμα για την ευρύτερη κοινωνική και πολιτική αμφισβήτηση της μεταχείρισης των παιδιών και των μητέρων στα λεγόμενα Mother and BabyHomes της Ιρλανδίας.

Γενική άποψη του χώρου ενός μαζικού τάφου με έως και 800 παιδιά στο χώρο του πρώην ιδρύματος Mother and BabyHome στο Tuam, CountyGalway, στη δυτική Ιρλανδία. (EPA/AIDAN CRAWLEY)

 

Το 2017, μετά από επίσημη κυβερνητική έρευνα, εντοπίστηκαν «σημαντικές ποσότητες ανθρώπινων λειψάνων» σε υπόγειες κοιλότητες κάτω από έναν εγκαταλελειμμένο αποχετευτικό θάλαμο στον χώρο του ιδρύματος.

 

Οι αρχικές αναφορές έκαναν λόγο για μαζικό τάφο, όπου τα σώματα είχαν τοποθετηθεί χωρίς σεβασμό, χωρίς τελετουργικό και χωρίς επίσημη καταγραφή.

 

Τα λείψανα ήταν σε προχωρημένη κατάσταση αποσύνθεσης και σε ανάμεικτη/άτακτη διάταξη (κοινώς «χύμα») κάτι που υποδηλώνει την απουσία οποιασδήποτε μέριμνας για ταφή με βάση τις θρησκευτικές ή πολιτισμικές παραδόσεις της Ιρλανδίας.

 

Η διαδικασία εκταφής, όπως ανέφερε ο επικεφαλής της ODAIT, Ντάνιελ Μακ Σουίνι, είναι «μοναδική και εξαιρετικά περίπλοκη».

 

Λόγω της κατάστασης των λειψάνων – τα περισσότερα από τα οποία είναι «αναμεμειγμένα», θα χρησιμοποιηθούν πολλαπλές επιστημονικές μέθοδοι για την αποκατάσταση, συναρμολόγηση και, όπου είναι εφικτό, ταυτοποίηση των σκελετικών υπολειμμάτων.

Μικρό memorial που έχει στηθεί στον χώρο ενός μαζικού τάφου με έως και 800 παιδιά, στον χώρο του πρώην ιδρύματος για μητέρες και μωρά στο Tuam, στην κομητεία Galway, στη δυτική Ιρλανδία.

Διεθνής συμμετοχή στην τεράστιας κλίμακας διαδικασία

 

Η ομάδα περιλαμβάνει ειδικούς από την Κολομβία, την Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά, την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι συνεργάζονται με Ιρλανδούς επιστήμονες σε μια συντονισμένη, διακρατική προσπάθεια.

 

Περίπου 80 άτομα έχουν ήδη δώσει δείγματα DNA, με την ελπίδα ότι οι συγγενείς τους – βρέφη και παιδιά που χάθηκαν χωρίς εξηγήσεις – θα μπορέσουν να ταυτοποιηθούν και να λάβουν την πρέπουσα ταφή.

 

Μεταξύ αυτών των προσώπων βρίσκεται και η Άννα Κόριγκαν, η οποία είχε δύο αδέλφια που γεννήθηκαν στο ίδρυμα και εξαφανίστηκαν υπό συνθήκες που παραμένουν σκοτεινές.

 

Η ίδια δήλωσε: «Είναι ανακούφιση να βλέπεις ότι ξεκίνησε η εργασία στον χώρο, αλλά είναι μόνο το τελευταίο στάδιο ενός δύσκολου και μακρύ δρόμου για όλους μας. Δεν θα ησυχάσω μέχρι να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα δύο αδέλφια μου, τα οποία όχι μόνο χρειάζονται έναν χριστιανικό ενταφιασμό, αλλά και την πλήρη εφαρμογή του νόμου.»

 

Η Άννα αναφέρεται στον Γουίλιμα Τζόζεφ Ντόλαν, για τον οποίο υπάρχει αναφορά στο βιβλίο εξόδων» του ιδρύματος ότι πέθανε το 1951, αλλά δεν υπάρχει πιστοποιητικό θανάτου.

 

Το 2013, η Άννα τον δήλωσε ως αγνοούμενο στην ιρλανδική αστυνομία (AnGardaSíochána – όπως λέγεται στα Gaelic). Την επόμενη χρονιά, ανέφερε και την περίπτωση του Τζον Ντέσμοντ Ντόλαν, του άλλου αδελφού της, για τον οποίο υπήρχε πιστοποιητικό θανάτου από το 1947 που αναφέρει ως αιτίες «ιλαρά» και «συγγενής ιδιότης». Η Άννα δεν αποδέχεται αυτή την εξήγηση και δηλώνει: «Θεωρώ πως πέθανε από αμέλεια και υποσιτισμό. Μετά την αποχώρηση της μητέρας μου από το ίδρυμα, έστελνε πέντε σελίνια τον μήνα για τη συντήρησή του. Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;»

 

Ο δικηγόρος της Άννας, Κέβιν Γουίντερς της δικηγορικής εταιρείας KRW Law, ανακοίνωσε ότι η αστυνομία επιβεβαίωσε πως θα εκδώσει αριθμούς καταγραφής PULSE για τις υποθέσεις – επίσημους αριθμούς που αποδίδονται σε ποινικές έρευνες στην Ιρλανδία. Ο Γουίντερς σχολίασε: «Θα είναι σημαντικότατη η απονομή αριθμών PULSE, καθώς αυτό κρυσταλλώνει την επίσημη ποινική διερεύνηση αυτής της ιστορικής παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

 

Παράλληλα, επεσήμανε πως είναι εξίσου σημαντικό να διενεργηθούν ιατροδικαστικές έρευνες και δημόσιες ανακρίσεις για τους ανεξήγητους θανάτους, ζητώντας από τον ιατροδικαστή να εντείνει την παρέμβασή του, αρχής γενομένης από την έναρξη της υπόθεσης το 2017.

 

Ένα άλλο συγκλονιστικό παράδειγμα αποτελεί η μαρτυρία της ΑνέτΜακΚέι, της οποίας η μητέρα Μάγκι οδηγήθηκε στο ίδρυμα όταν ήταν μόλις 17 ετών. Η Ανέτ πιστεύει ότι τα λείψανα της μεγαλύτερης αδερφής της, ΜέριΜάργκαρετ, ενδέχεται να βρίσκονται στον ομαδικό τάφο.

 

«Ο τάφος της μητέρας μου ακόμη δεν έχει το όνομά της στην επιτύμβια στήλη», είπε στην εκπομπή North WestToday του BBC RadioFoyle. «Έχει το όνομα του αδελφού μου και του πατριού μου και εγώ ήμουν αυτή που είπε: ‘Ας περιμένουμε για τη ΜέριΜάργκαρετ’.»

 

Η ιρλανδική κυβέρνηση έχει διασφαλίσει ότι ο χώρος του Τουάμ θα αντιμετωπιστεί με τον ίδιο βαθμό προσοχής και τεκμηρίωσης όπως μια αστυνομική έρευνα. Έχουν τοποθετηθεί περιφράξεις ασφαλείας γύρω από τον χώρο, ενώ παρέχεται 24ωρη φύλαξη για την προστασία των ερευνών.

 

Το επίπεδο της εγκληματολογικής ανάλυσης που εφαρμόζεται θεωρείται από τα υψηλότερα στην Ευρώπη για τέτοιου είδους υποθέσεις.

 

Οι BonSecoursSisters και το Συμβούλιο της Κομητείας Γκάλγουεϊ έχουν ήδη ζητήσει δημόσια συγγνώμη για το παρελθόν, ενώ η μοναστική τάξη έχει προσφέρει χρηματική συνεισφορά ύψους 2,14 εκατομμυρίων λιρών για την κάλυψη του κόστους της εκταφής.

 

Ωστόσο, πολλά θύματα και συγγενείς ζητούν περισσότερα – απόδοση ευθυνών, ποινικές διώξεις και πλήρη διαλεύκανση όλων των περιστατικών θανάτου.

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη