Φωτεινή Λαμπρίδη
Ζούμε μέρες μεγάλης οδύνης.18.500 σκοτωμένα παιδιά με όνομα και επίθετο είναι ο αριθμός – τεκμήριο της γενοκτονίας που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα. Την ίδια ώρα στον δημόσιο διάλογο βρίσκονται συχνά υπόλογοι όχι όσοι διαπράττουν το έγκλημα ή όσοι υποστηρίζουν με περίσσιο θράσος τον εγκληματία, αλλά οι φωνές που καταγγέλλουν το έγκλημα και ζητούν να παύσει ο αποκλεισμός και τα πυρά και να εξαναγκαστεί σε λογοδοσία η κυβέρνηση Νετανιάχου από την Διεθνή Κοινότητα που αποδεικνύεται όλο και ελαχιστότερη.
Αναρωτιέμαι αυτές τις μέρες πως καρποφόρησαν σε χρόνο dt
παράλογα επιχειρήματα που καλλιεργεί η κυβέρνηση όπως το «Για την Κύπρο δεν
λέτε τίποτα» που άρχισε να μεταπηδά από τα στόματα των κυβερνητικών και των
ακροδεξιών σε εκείνα πιο μετριοπαθών πολιτών. Πως φτάσαμε να ακούμε υπουργό από
τη βουλή (τον κ. Γιώργο Φλωρίδη) να λέει ότι «η Αριστερά υποκινεί περιθωριακές
ομάδες για να υπονομεύσει την στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, προς όφελος της
Τουρκίας»!
Η απάντηση είναι πως αν κάτι καλλιέργησε επίμονα η
κυβέρνηση Μητσοτάκη, με σαφείς στόχους και με δόλο, είναι ο θεσμικός
ρατσιστικός – εθνικιστικός λόγος. Ο λόγος που σε αντίθεση με τον δημοκρατικό,
είναι παράλογος, ανορθολογικός, απλουστευτικός, διαχωριστικός, διαστρεβλώνει
την πραγματικότητα με συγκεκριμένη στρατηγική. Από πολύ νωρίς έκανε χρήση όλων
των εργαλείων της ρατσιστικής-εθνικιστικής-φασιστικής γλώσσας ξεκινώντας από
την απλοποίηση και τη διχοτόμηση του κόσμου. Οι καλοί «πατριώτες» λευκοί
χριστιανοί και ο «υβριδικός εχθρός, ο εισβολέας κλπ» πρόσφυγας που θα μας
ισλαμοποιήσει την Ευρώπη και θα επιβάλλει τον θεό και τους νόμους του.
Ο κ. Μητσοτάκης έκανε νωρίς την επιλογή να
αυτοπροσδιοριστεί ως κεντροδεξιός την ώρα που προσδενόταν στο άρμα της
ακροδεξιάς του Τραμπ και του Όρμπαν. Το διεθνές κλίμα πρόσφερε αρχικά έδαφος
και έπειτα άλλοθι.
Με τη γνώση πως ο φόβος αποτελεί θεμέλιο κάθε εξουσίας
και με δεδομένο τον κατακερματισμό του κοινωνικού ιστού από τις απανωτές
κρίσεις, ο φόβος του «ξένου» συσπείρωσε φτωχοποιημένους, κουρασμένους πολίτες,
ανθρώπους που είχαν ανάγκη να νιώσουν πως κάπου υπερέχουν, έχουν μια ταυτότητα
ανήκουν σε μια σημαντική ομάδα, στοιχίζονται πίσω από ένδοξους παππούδες.
Η ΝΔ προθέρμανε αρχικά τους πολίτες με τα συλλαλητήρια
της ντροπής ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών. Κι από τότε έως σήμερα
εκτοπίζεται συστηματικά κάθε προσπάθεια ορθολογικού λόγου στην πολιτική ζωή.
Ήταν πιο εύκολο να σηκώσουν τα «λάβαρα της επανάστασης»
ενάντια στην τάχα προδοτική συμφωνία, από το να παραδεχτούν επώδυνες ιστορικές
αλήθειες τις οποίες συμμερίζονταν και μέλη του κόμματος τους. Και σήμερα, είναι
πιο εύκολο ο κ. Φλωρίδης να λέει πως οι αριστεροί θα χαλάσουν τη συνεργασία της
χώρας μας με το κράτος – δολοφόνο, από το να εξηγήσει γιατί συντάσσεται η χώρα
μας με το κράτος που διαπράττει γενοκτονία.
Γι’ αυτό επιστρέφουν στο πανάρχαιο χαρτί του φόβου και
του εθνικισμού. Προκειμένου να μην στρέψουμε το βλέμμα στο αίμα που γίνεται
ποτάμι στη Γάζα, εκφοβίζουν πως αν τολμήσουμε να κοιτάξουμε προς τα εκεί θα
χάσουμε τους τουρίστες μας, θα χάσουμε χρήματα και αν δεν φοβηθήκατε αρκετά,
υπάρχουν κι οι Τούρκοι του κ. Φλωρίδη που θα μπουν και θα μας αλώσουν αφού, αν
δεν είμαστε «καλά παιδιά» θα «παίξει» με εκείνους το Ισραήλ. Το ανορθολογικό
επιχείρημα ταυτίζει το Ισραήλ με την τροφό μας και την ασφάλεια μας. Ποιος θα
τολμήσει να μην το υπερασπιστεί.
Το δε αμίμητο «Για την Κύπρο δεν λέτε τίποτα» ή «Πότε θα
διαδηλώσετε για την Κύπρο» το απευθύνουν στους Αριστερούς ενώ την Κύπρο
παρέδωσε η Χούντα και η Δεξιά. Παράλογο; Δεν έχει σημασία. Γιατί όπως γράφει
στο «The Origins of Totalitarianism» (1951), η Χάνα Άρεντ περιγράφοντας πώς ο
φόβος, η απομόνωση και η απώλεια του νοήματος καθιστούν τους ανθρώπους
ευάλωτους σε φασιστική προπαγάνδα: «Ο φόβος δεν χρειάζεται να είναι λογικός για
να είναι αποτελεσματικός. Το παράλογο καθιστά την προπαγάνδα πιο ισχυρή, γιατί
καταργεί την ανάγκη για αποδείξεις».
Ο Κ. Μητσοτάκης λοιπόν, όσο από την πίσω πόρτα έμπαζε και
έβγαζε γιδοπρόβατα που οδήγησαν στο μεγάλο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όσο άφηνε
αχαλίνωτα τα καρτέλ για να καταστήσει τους Έλληνες τους πιο επιβαρυμένους
καταναλωτές, όσο έδινε αβέρτα βίζες αφήνοντας σε χέρια ξένων funds πλήθος
κατοικιών, όσο παρακολουθούσε με παράνομα λογισμικά τους πάντες, φρόντιζε
ταυτόχρονα επικοινωνιακά να προσπαθεί να ενσαρκώνει τη μορφή του «προστάτη» μας
απέναντι σε μια απειλή.
«Το πλήθος θέλει να κυβερνηθεί από μια ισχυρή, πατρική
φιγούρα, που υπόσχεται ασφάλεια» έγραφε ο Φρόιντ και αυτό το ξέρουν καλά οι
επικοινωνιολόγοι του.
Επειδή απειλή δεν υπήρχε όμως, την κατασκεύαζε.
Χθες οι πρόσφυγες, οι ΜΚΟ, σήμερα οι αριστεροί ακτιβιστές
κατά της γενοκτονίας τους οποίους συλλαμβάνει κατά παράβαση και του νόμου και
του Συντάγματος. Αλλά ούτε αυτό έχει σημασία. Γιατί η μη τήρηση κανόνων και
νόμων έχει γίνει καθημερινότητα καθιστώντας την κυβέρνηση τον μεγαλύτερο
παραβάτη.
Κατά παράβαση κάθε διεθνούς συνθήκης αποφάσισε η
κυβέρνηση στις αρχές Ιουλίου να στερήσει την αίτηση ασύλου από πρόσφυγες, πράξη
η οποία εκτός από το ότι θα εμποτίσει με λίγο ακόμα φασισμό την κοινωνία, θα
μας αναγκάσει να πληρώσουμε πρόστιμα ξανά όπως διαπιστώνει η έκθεση – κόλαφος
της ΕΕΔΑ (Εθνική Αρχή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου).
Ο υπουργός Μετανάστευσης Θ. Πλεύρης επιδόθηκε σε
ανατριχιαστικό κρεσέντο θεσμικού ρατσιστικού-φασιστικού λόγου τον οποίο μάλιστα
διαφήμισε τυπώνοντας σε αφισάκι το αποκρουστικό ψευτοδίλημμα «Φυλακή ή
επιστροφή» κάνοντας τους ακροδεξιούς ακόλουθους του να παραληρούν από
υπερηφάνεια που οι κατατρεγμένοι θα υποφέρουν κι άλλο, κι ας μην είναι οι
πραγματικοί εχθροί του.
Η κανονικοποίηση του θεσμικού ακροδεξιού – εθνικιστικού –
φασιστικού λόγου που με επιμονή καλλιέργησε η κυβέρνηση είναι το τέρας που
αντιμετωπίζουμε σήμερα όταν καλούμαστε να απαντήσουμε «γιατί για την Κύπρο δεν
λέμε τίποτα». Όταν καλούμαστε να αποδείξουμε μία -μία ένας -ένας ότι όντως
συντελείται γενοκτονία στη Γάζα. Γιατί όπως έλεγε ο Γκράμσι: «Η προπαγάνδα
γίνεται αποτελεσματική όταν εγκαθίσταται στη γλώσσα της καθημερινότητας» κι
αυτό το έγκλημα έχει συντελεστεί.
Ο εθνικισμός δεν χρειάζεται ιστορική ακρίβεια. Χρειάζεται
συγκίνηση, μύθο και «δόξα». Με αυτόν εμπροσθοφυλακή η κυβέρνηση επιχειρεί κάθε
λίγο να ταυτίσει τον εαυτό της με το εθνικό συμφέρον, δαιμονοποιώντας μαζί με
τους πρόσφυγες και τους αριστερούς, σύσσωμη την αντιπολίτευση όπως είδαμε
προχθές στη βουλή όπου αλλοιώθηκε η ψηφοφορία σε ζωντανή μετάδοση.
Όσοι και όσες έδειχναν ανοχή τα προηγούμενα χρόνια στον
θεσμικό ρατσιστικό-φασιστικό-εθνικιστικό λόγο, στην επίμονη ασπρόμαυρη αφήγηση
που έβγαινε από τους δέκτες και τα κινητά μας, με το επιχείρημα ότι πρόκειται
για τις λίγες ακροδεξιές φωνές της πολύχρωμης κυβερνητικής παλέτας, βλέπουν
ελπίζουμε σήμερα πως με αυτά τα εργαλεία έχει σχεδόν ακυρωθεί ο δημόσιος
διάλογος αφού απονομιμοποιείται πλέον κάθε αντίθετη φωνή.
Ακούγεται μονότονα ένας αυταρχικός, μονοφωνικός λόγος,
όπου η «πατρίδα» ταυτίζεται με την κυβέρνηση αν όχι με τον ίδιο τον
πρωθυπουργό.
Όπως εύστοχα σημείωσε ο Κωστής Παπαϊωάννου, πρώην ΓΓ
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Να μη μιλάμε για κίνδυνο εκτροπής. Να μιλάμε για
εκτροπή. Δεν είναι κάτι επαπειλούμενο. Είναι εδώ, συμβαίνει».
