Οι Αρχές της Σερβίας προχώρησαν την Παρασκευή (1/8) στη σύλληψη έξι υψηλόβαθμων αξιωματούχων και στελεχών σχετικά με την σιδηροδρομική τραγωδία στο Νόβι Σαντ την 1η Νοεμβρίου 2024, στην οποία σκοτώθηκαν 16 πολίτες όταν κατέρρευσε ένα στέγαστρο στον σταθμό τρένων της πόλης, συμβάν που ανέδειξε βαθιές παθογένειες στο κράτος και στις δημόσιες υποδομές της χώρας.
Μεταξύ των συλληφθέντων είναι και ο πρώην Υπουργός Εμπορίου Τομίσλαβ Μομιρόβιτς, ο οποίος είχε διατελέσει Υπουργός Κατασκευών, Μεταφορών και Υποδομών από το 2020 έως το 2022 – την περίοδο δηλαδή κατά την οποία υλοποιήθηκε η ανακαίνιση του σταθμού.
Η σύλληψη του Μομιρόβιτς και των υπολοίπων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Ανίτα Ντιμόσκι, βοηθός του τότε Υπουργού Κατασκευών Γκόραν Βέσιτς, ο Νεμπόισα Σούρλαν, πρώην διευθυντής της σερβικής σιδηροδρομικής υποδομής, καθώς και τρία στελέχη από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, προέκυψε ως αποτέλεσμα της ερευνητικής δουλειάς της Ειδικής Εισαγγελίας για το Οργανωμένο Έγκλημα. Η εν λόγω εισαγγελία είχε συστήσει ειδική Ομάδα Καθήκοντος για τη διερεύνηση των χρηματοοικονομικών ροών που σχετίζονται με το έργο αναβάθμισης της γραμμής Νόβι Σαντ–Σουμποτίτσα–Κρατικά Σύνορα (Κελεμπίγια).
Η ξαφνική κατάρρευση της στέγης του ανακαινισμένου σιδηροδρομικού σταθμού του Νόβι Σαντ προκάλεσε τον θάνατο 16 ανθρώπων και τον σοβαρό τραυματισμό ενός ακόμη, ο οποίος παραμένει σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο. Το περιστατικό αυτό δεν αποτέλεσε μόνο μία ανθρώπινη τραγωδία, αλλά και το έναυσμα για μία από τις μεγαλύτερες λαϊκές εξεγέρσεις στη σύγχρονη ιστορία της Σερβίας.
Η κατάρρευση της στέγης δεν ήταν απλώς ένα τεχνικό ή κατασκευαστικό σφάλμα. Πολύ γρήγορα, αποκαλύφθηκε ότι πίσω από το έργο ανακατασκευής του σταθμού, που αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου έργου εκσυγχρονισμού της σιδηροδρομικής γραμμής προς τα σύνορα με την Ουγγαρία, υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες για διαφθορά, κακοδιοίκηση και οικονομική κατάχρηση.
Η ίδια η σύμβαση του έργου είχε ανατεθεί σε κινεζική κοινοπραξία, την CRIC – CCCC, με την οποία φαίνεται πως είχαν συναφθεί επιπλέον συμφωνίες και παραρτήματα που επέτρεψαν στην κοινοπραξία να τιμολογήσει τον χρηματοδότη και επενδυτή με συνολικά 214.100.460,43 δολάρια ΗΠΑ, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν πρόσθετες εργασίες αξίας 64.258.060,00 δολαρίων.
Σύμφωνα με την εισαγγελία, από τις παραπάνω διαδικασίες, η CRIC – CCCC απέκτησε έσοδα ύψους τουλάχιστον 18.759.287 δολαρίων, προκαλώντας οικονομική ζημία στο κρατικό ταμείο της Σερβίας ύψους 115.558.520,43 δολαρίων.
Οι αριθμοί αναδεικνύουν το μέγεθος του σκανδάλου, καθώς η διαφορά μεταξύ των συμφωνημένων υποχρεώσεων και της αρχικής εμπορικής συμφωνίας είναι τεράστια.
Ο δε Γκόραν Βέσιτς, ο οποίος διαδέχθηκε τον Μομιρόβιτς στο Υπουργείο Κατασκευών και ήταν επικεφαλής κατά την ημέρα της κατάρρευσης, συνελήφθη τον Νοέμβριο του 2024 αλλά αφέθηκε ελεύθερος μετά από λίγες μέρες.
Ωστόσο, στις 30 Δεκεμβρίου 2024, το Ανώτερο Εισαγγελικό Γραφείο του Νόβι Σαντ απήγγειλε κατηγορίες εις βάρος του ίδιου και άλλων 12 ατόμων. Παρότι η καταγγελία δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί επίσημα από το δικαστήριο, η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές αναταράξεις.
Η πιο ηχηρή πολιτική συνέπεια του σκανδάλου ήταν η παραίτηση του Πρωθυπουργού Μίλος Βούτσεβιτς τον Ιανουάριο του 2025. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να «αυξήσει περαιτέρω τις εντάσεις στην κοινωνία”, αναγνωρίζοντας εμμέσως τη σοβαρότητα της κρίσης που έχει ξεσπάσει στην κοινωνία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μομιρόβιτς είχε ήδη παραιτηθεί από τη θέση του Υπουργού Εμπορίου στις 20 Νοεμβρίου, λίγες εβδομάδες μετά την τραγωδία, ενώ υπό την εποπτεία του είχε εγκαινιαστεί ο ανακαινισμένος σταθμός κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2022.
Οι τοπικές αρχές είχαν δηλώσει ότι ο σταθμός πληρούσε «ευρωπαϊκά πρότυπα», ενώ το τοπικό ειδησεογραφικό δίκτυο 021 αποκάλυψε ότι η τεκμηρίωση της ανακαίνισης είχε χαρακτηριστεί ως «απόρρητη» – γεγονός που ανοίγει ερωτήματα για τη διαφάνεια των διαδικασιών.
Οι φοιτητές αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος στις διαμαρτυρίες που ξέσπασαν μετά την τραγωδία. Ήδη από τις πρώτες ημέρες, καταλήψεις πανεπιστημίων, μπλόκα και πορείες οργανώθηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Σερβίας.
Οι διαδηλώσεις εξελίχθηκαν στη μεγαλύτερη λαϊκή κινητοποίηση των τελευταίων 25 ετών, με χιλιάδες πολίτες να απαιτούν δικαιοσύνη για τα θύματα, διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις και τιμωρία των υπευθύνων.
Μεταξύ των αιτημάτων των φοιτητών περιλαμβάνεται η δημοσίευση όλων των εγγράφων που σχετίζονται με την αμφιλεγόμενη ανακαίνιση του σταθμού από την κινεζική κοινοπραξία, η δίωξη όλων όσων επιτέθηκαν σε φοιτητές και καθηγητές κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, καθώς και η παύση της δίωξης των φοιτητών που συνελήφθησαν στις πορείες.
Η κυβέρνηση, αντί να απαντήσει ουσιαστικά στα αιτήματα, επέλεξε μία σειρά από στρατηγικές καταστολής και εξαγοράς: οικονομικά επιδόματα, στήριξη βίαιων ομάδων που επιτέθηκαν στους διαδηλωτές, και ποινικές διώξεις εναντίον συμμετεχόντων. Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα υπήρξαν περιορισμένα, και η λαϊκή οργή συνεχίζει να βράζει.
