Μάρκος Μπόλαρης / Των ψευδαισθήσεων ο μπούσουλας …




Των ψευδαισθήσεων ο μπούσουλας …

Το διατύπωσε ο ποιητής

ανεπανάληπτα,

ναυτικός αυτός, την έγνοια του

και την ποίησή του,

με όρους θαλασσινούς

θα διατυπώσει ,

όχι, η αγωνία του δεν είναι απλά και μόνον

ενός ποντοπόρου ναυτικού,

θαλασσοδαρμένου ενός  τω όντι ναύτη

και ταξιδευτή,

από το μερικό η τέχνη , όντες τέχνη είναι,

στο γενικό

ανάγεται,

από το τμήμα στο όλον με πείσμα

ανηφορίζει,

από το εθνικό κατορθώνει να αναρριχηθεί

στο πανανθρώπινο,

Νίκος Καββαδίας, μοναδικός κι ιδιότροπος,

της ναυτοσύνης ποιητής,

το ερώτημα θέτει,

«ο μπούσουλας είναι που στρέφει

ή το καράβι»,

ο μπούσουλας, τάχα, αδέρφια, μαγνητικό

ένα πόλο χρειάζεται ,

ο μπούσουλας, τάχατες,

τούτος άραγεςτρελλάθηκε,

τούτος έχασε τον πολικό,

είναι άραγες σωστό,

στρέφεται ωσάν τρελλός,

την αναφορά του , λές, να ‘χάσε,

απομαγνητίστηκε ο πόλος,

χάθηκε η αναφορά

στους άξονες,

που πάμε ,

μα μην θαρρείτε, πώς ο Καββαδίας,

σε συνταξιδευτές του

καπεταναίους

τά λέγε ,

κάθε  ποιητής, αδερφέ , κι ένας προφήτης,

από τα ναυτικά στα παγκόσμια,

από του καραβιού τ’ αδιέξοδα

στων ανθρώπων τα πάθια,

πολλών ανθρώπων άστεα,

και τούτος είδε,

θαλασσοπορία στους αιώνες,

θαρρείς και διάβαζε

τον παρόντα αιώνα,

θαρρείς και του χαρίστηκε,

θεία επινεύσει,

του παραπορευομένου αιώνος

του απατεώνος,

τα άδηλα και τα κρύφια να αποκρυπτογραφήσει

και σε εμάς , τους εν σκότει

και σκιά θανάτου,

σε εμάς να τα προλέξει εν εσόπτρω,

χωρίς μπούσουλα, πού στη νυχτιά,

πού στην καταιγίδα , πού, μάτια μου,

στην κακό ψόφο νά’ χει, ντραμουντάνα,

ανερμάτιστοι εμείς, χάθηκε στου αιώνα

τον ζόφο η πορεία,

ο μπούσουλας, άραγες, είναι που στρέφει

τούτος ίσως η αιτία,

ή μήπως το καράβι,

είναι άραγες τούτο μπορετό,

να στρέφει ολόκληρο καράβι μεσοπέλαγα,

ενώ αρμενίζει στου ωκεανού

τα πλάτη , να σβουρίζει καράβι

ολάκερο,

πώς μπορετό να είναι,

ρούφουλας να ‘ναι ,

αναρωτιέμαι,

οι ναύτες χαμένα όλωσδιόλου,

καταμεσής του πελάγου,

σε περιδίνηση καράβι,

ολάκερο,

το αιώνας κι αυτός , ξεπατωθήκαν

οι αναφορές, ιδέες και θεωρίες,

ο πόλος ο μαγνητικός

κι οι φάροι,

είναι περίεργα της Ίντιας  τα φανάρια,

και καθώς λένε δεν τα βλέπεις με το πρώτο,

περίεργα της ολάκερης

τα φανάρια,

ο μπούσουλας τάχα είναι που στρέφει

ή το καράβι,

νεροφούφουλας ωσάν της Σκύλλας,

καταβάραθρον ωσάν της Χάρυβδης,

ο πρώτος μας ναυτικός

ποιητής,

ο Χιώτης ο τυφλός τραγουδιστής,

εκεί που η καταιγίδα των καιρών

τα ξύλα και σκαρμούς

αποσυνθέτει,

καράβια συντρίβονται , ο Ποσειδώνας

οργισμένος κι ο μαύρος θερμαστής,

παρέα του,

από το Τζιμπούτι,

ο γέρο Όμηρος, των Ελλήνων γενάρχης,

εκεί που καραβοτσακίζονται

ιδεολογίες κι ιδεολογήματα,

τον Νίκο Καββαδία

συναντά για καφέ,

στη Σαλονίκη,

πώς τά’ φέρε η μοίρα και τα χρόνια,

ενώ καράβια χάνονται,

πολιτικοί και πολιτικές,

καραβοτσακίζονται,

βαρκούλες αρμενίζουν,

αρμενάκια εμείς,

αδέρφια,

κι ο μπούσουλας αμή και το καράβι,

στρέφουν και στροφιλίζονται,

περισπούδαστοι εμείς

της γεωπολιτικής

ειδήμονες,

καλά ήσουν στης Κίρκης , έτρωγες κι έπινες,

ωσάν χοίρος , μα έτρωγες, του δημοσίου,

παντέρμε επίορκε,

του Ήλιου , μωρέ τα βόδια, αθεόφοβοι ,

διαλύεται, διαλύθηκε συντετριμμένο

το καράβι,

σπάσαν οι αρμοί του καραβομαραγκού,

διαλύσαν οι κορμοί, περήφανων δεντρών,

παίγνιον της πικροκυματούσας,

μέλας ο πόντος,

τις αναφορές μας, αδέρφια, τις αναφορές μας,

τίποτε άλλο πιά δεν μας ‘πομένει,

 Α ! για την Ιθάκη , έτι και έτι,

πανιά σηκώστε,

έτσι που παλάβωσε ο κόσμος κι ο μπούσουλας,

καθώς ο ρούφουλας κατάπιε

της Χάρυβδης,

και πλοίο και ναύτες, συντρόφους όλους

του ‘Δυσσέα,

τι τραγωδία ανείπωτη,

πολεμιστές και νικητές αυτοί της Τροίας

και του Έκτορα,

έτσι που στρέφει καταμεσής τ’ ωκεανού

ωσάν σβούρα το καράβι

με τις δικές μας ψευδαισθήσεις φορτωμένο,

ενός αιώνα παραληρήματα,

πολέμων φονικών

και θηριωδιών,

καιρός ,

ωσάν στ’ ακρογιάλι των Φαιάκων,

τις δικές μας αναφορές,

τις δικές μας άγκυρες,

στ’ ακρογιάλι τ’ αμμουδερό

της Ναυσικάς ,

κι ο μπούσουλας είναι που παλάβωσε

αμή και το καράβι,

τ’ αστέρι του βοριά , πορεία στους αιώνες,

χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε,

σκορπίσαν σκαρμοί στ’ αρμυρό νερό

και σανίδια,

των ιδεολογιών μας το ντελίριο,

αθύρματα,

η έγνοια μας στην Ιθάκη,

γυμνοί κι εξουθενωμένοι

στων Φαιάκων το νησί,

σωθησόμεθα !

Αρμυρισμένοι, ηλιοκαμένοι , εξαντλημένοι,

της γής και της θάλασσας

αμφίβιοι,

του ‘Δυσσέα γενιά,

Συνεχίζουμε !

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη