Η πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Jama Oncology εξετάζει τη σχέση μεταξύ των φαρμάκων GLP-1 (όπως τα Ozempic και Wegovy), που χρησιμοποιούνται για την απώλεια βάρους, και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα. Αναλύθηκαν δεδομένα από πάνω από 86.000 ασθενείς με παχυσαρκία ή υπέρβαρο για περίοδο 10 ετών, συγκρίνοντας εκείνους που λάμβαναν τα φάρμακα με όσους δεν είχαν υποβληθεί σε τέτοια θεραπεία.
Τα αποτελέσματα, σύμφωνα με την EL PAIS έδειξαν σημαντικά
χαμηλότερο συνολικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στις ομάδες που λάμβαναν GLP-1,
με κίνδυνο 13,6 έναντι 16,4 στις μη θεραπευόμενες ομάδες, ειδικά για καρκίνο
ενδομητρίου, ωοθηκών και μηνιγγιώματα. Η μείωση αυτή θεωρείται λογική,
δεδομένου ότι τα φάρμακα αυτά μπορούν να περιορίσουν το βάρος έως και 20% σε 72
εβδομάδες, και η παχυσαρκία είναι γνωστός παράγων κινδύνου τουλάχιστον 13 τύπων
καρκίνου.
Ωστόσο, η μελέτη αναφέρει και κάποια αρνητικά σημεία,
όπως μια -αν και μη σημαντική- πιθανή αύξηση του κινδύνου για καρκίνο νεφρού,
που απαιτεί περαιτέρω παρακολούθηση και διερεύνηση. Επιπλέον, καταγράφει μια
μικρή μείωση σε καρκίνο του πνεύμονα, που ίσως σχετίζεται με το γεγονός ότι οι
χρήστες αυτών των φαρμάκων μειώνουν τόσο την υπερφαγία όσο και το κάπνισμα.
Η αξιοπιστία της μελέτης ενισχύεται από τον μεγάλο αριθμό
ασθενών και τη στατιστική σύγκριση ομοίων πληθυσμών. Ωστόσο, οι ερευνητές
επισημαίνουν ότι χρειάζονται περαιτέρω μελέτες για να κατανοηθούν πλήρως οι
μηχανισμοί δράσης των φαρμάκων και η μακροχρόνια επίδρασή τους στον καρκίνο.
Επιπλέον, σχετικές έρευνες δείχνουν ότι οι υποδοχείς
GLP-1, αρχικά σχεδιασμένοι για ρύθμιση της ινσουλίνης, παίζουν ρόλο και στην
αναστολή της όρεξης, τη μείωση φλεγμονής, την πρόληψη συσσώρευσης λίπους και
ίνωσης του ήπατος, και στον έλεγχο των εθισμών, που πιθανόν εξηγεί την αποτελεσματικότητα
τους και στη μείωση του κινδύνου καρκίνου σε παχύσαρκα άτομα.
Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν έναν υποσχόμενο τρόπο
μείωσης του κινδύνου καρκίνου μέσω της διαχείρισης της παχυσαρκίας με GLP-1
αγωνιστές, αλλά απαιτείται σύνεση και παρακολούθηση για πιθανές παρενέργειες
και μακροχρόνιες επιπτώσεις.
