Γιάννης Μυλόπουλος
Κάθε καλοκαίρι τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε την ίδια ακριβώς τραγική ιστορία. Η Ελλάδα παραδίδεται ανοχύρωτη στα κατά τα άλλα αναμενόμενα ακραία φαινόμενα της ξηρασίας, του καύσωνα και των ισχυρών ανέμων, με αποτέλεσμα να καίγεται αβοήθητη.
Με τα 454.000 καμένα στρέμματα από την αρχή του 2025
μέχρι σήμερα, να μας τοποθετούν στην 5η χειρότερη θέση της 20ετίας στο σύνολο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και με τα 1,4 εκατομμύρια καμένα στρέμματα του 2023 να
μας κατατάσσουν πρώτους σε καμένες εκτάσεις ανάμεσα σε 20 μεσογειακά κράτη που
μοιράζονται μαζί μας τις ίδιες καιρικές συνθήκες, σύμφωνα με τα στοιχεία του
Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφόρησης για Δασικές Πυρκαγιές που επεξεργάστηκε η
Πυρομετεωρολογική Ομάδα FLAME της μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου
Αθηνών (ΕΑΑ).
Μόνο όπλο απέναντι στις καταστροφικές φωτιές το
αμφιλεγόμενο 112. Το οποίο προειδοποιεί μεν εγκαίρως τους κατοίκους να
εγκαταλείψουν τις φλεγόμενες περιοχές, ώστε να μην υπάρχουν θύματα.
Το γεγονός όμως ότι δεν υπάρχει άλλο μέτρο ή έργο
αντιπυρικής προστασίας να το συνοδεύει, κάνει το 112 να προφυλάσσει μεν τις
ανθρώπινες ζωές, αλλά συγχρόνως να γίνεται και αιτία να καταστρέφονται
μεγαλύτερες εκτάσεις και περισσότερες περιουσίες, σπίτια, ζώα, χωράφια κλπ, ως
αποτέλεσμα της εγκατάλειψης των πυρόπληκτων περιοχών από τους κατοίκους τους.
Από εκείνους δηλαδή που θα συνέβαλαν καθοριστικά στην έγκαιρη
κατάσβεση της φωτιάς.
Η απουσία προληπτικών αντιπυρικών μέτρων πριν φτάσει το
καλοκαίρι, όπως ο έγκαιρος καθαρισμός της καύσιμης ύλης και η διάνοιξη
αντιπυρικών ζωνών και δασικών οδών, συμβάλλει στη γρήγορη μετάδοση της φωτιάς
και στη μεγαλύτερη καταστροφή δασών και δασικών εκτάσεων.
Η απομάκρυνση της δασικής υπηρεσίας από την αντιπυρική
προστασία και ο σχεδόν μηδενισμός των δημόσιων επενδύσεων σε προληπτικά
αντιπυρικά έργα είναι οι κύριες αιτίες για την παράδοση μεγαλύτερων εκτάσεων
στο έλεος της φωτιάς και τις πολύ μεγαλύτερες, σε σχέση με τις γειτονικές μας
χώρες, καταστροφικές συνέπειες.
Η πενιχρή κατανομή, αλλά και η μηδαμινή απορρόφηση των
έτσι κι αλλιώς μικρών κονδυλίων για την αντιπυρική προστασία από τα ευρωπαϊκά
προγράμματα, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, δεν είναι παρά η απόδειξη
του ελάχιστου ενδιαφέροντος που δίνεται στις δημόσιες επενδύσεις και στα
δημόσια έργα, ως αποτελεσματικών μέσων για την ενίσχυση της αντιπυρικής
προστασίας.
Οι μεγάλες ελλείψεις της πυροσβεστικής υπηρεσίας σε
προσωπικό από την άλλη, με 3.500 κενά σε οργανικές θέσεις 7 χρόνια μετά την
έξοδο από τα μνημόνια, σε συνδυασμό με την απουσία σύγχρονων μέσων πυρόσβεσης,
κυρίως εναέριων, αποδυναμώνουν σε μεγάλο βαθμό και την πυροσβεστική ικανότητα
της χώρας.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Τα δάση που καίγονται δεν
αναδασώνονται. Ή τουλάχιστον δεν αναδασώνονται όλα.
Με συνέπεια τα καμένα να παραδίδονται σε ιδιώτες και να
γίνονται ιδανικός τόπος επενδύσεων για ξενοδοχεία ή για εγκατάσταση
ανεμογεννητριών. Ούτε οι προστατευόμενες από τα ευρωπαϊκά πρωτόκολλα ως
ευαίσθητες οικολογικές περιοχές δεν εξαιρούνται από τη μανία της
ιδιωτικοποίησης.
Το καρτέλ της «πράσινης» ενέργειας, άλλωστε, έχει πολλούς
λόγους να προτιμά τις καμένες εκτάσεις.
Πρώτα γιατί σε αυτές οι ανεμογεννήτριες αποδίδουν
περισσότερο. Αφού τα δάση στη γύρω περιοχή εμποδίζουν τον άνεμο να φτάσει μέχρι
αυτές.
Και δεύτερον γιατί οι καμένες εκτάσεις κάνουν τις
προσβάσεις στον τόπο των επενδύσεων και ευκολότερες και πολύ χαμηλότερου
κόστους.
Ο πρωθυπουργός, άλλωστε, έδωσε το σύνθημα για επενδύσεις
στα καμένα με δυο δηλώσεις του σε ανύποπτο χρόνο.
Δυο δηλώσεις που έθεσαν ταφόπλακα σε κάθε σκέψη για την
ανάπτυξη δημόσιων πολιτικών και τον σχεδιασμό δημόσιων έργων για την προσαρμογή
στις συνθήκες της Κλιματικής Αλλαγής.
Η πρώτη:
«Τα δάση κάποτε θα καούν».
Άρα δεν αξίζει τον κόπο η επένδυση στη δασοπροστασία ή
στην αναδάσωση. Είναι χαμένα λεφτά.
Και η δεύτερη:
«Ο καλύτερος τρόπος προστασίας των δασών είναι η παράδοσή
τους σε ιδιώτες».
Το δημόσιο, σύμφωνα με τη Νεοφιλελεύθερη εκδοχή, είναι
αντιπαραγωγικό και αναποτελεσματικό να προστατέψει τη δημόσια περιουσία. Οπότε
καλύτερα η δημόσια περιουσία να πάψει να είναι δημόσια.
Η συνέχεια είναι επίσης γνωστή. Τα ξηρά και θερμά
καλοκαίρια διαδέχονται τα υγρά φθινόπωρα και οι βροχεροί χειμώνες.
Η εναλλαγή μεταξύ ξηρών και υγρών περιόδων, άλλωστε,
είναι ένα από τα κύρια συμπτώματα της Κλιματικής Αλλαγής στη δική μας περιοχή
της Μεσογείου.
Η Ελλάδα παραδίδεται ανοχύρωτη στις ισχυρές και ραγδαίες
βροχοπτώσεις, χωρίς την ευεργετική αντίσταση που προκαλούσαν στις πλημμυρικές
απορροές οι δασικές εκτάσεις και η βλάστηση.
Με αποτέλεσμα τα πλημμυρικά κύματα να μεταδίδονται
ανεμπόδιστα στις κατάντη κατοικημένες και αστικές περιοχές, προκαλώντας
καταστροφικές πλημμύρες.
Όπως είναι γνωστό η πλημμύρα αν δεν ανασχεθεί εγκαίρως
στις υψηλά ευρισκόμενες ανάντη περιοχές της υδρολογικής λεκάνης, οι συνέπειές
της στα κατάντη θα είναι καταστροφικές, ό,τι μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας
και αν υπάρχουν στα χαμηλά εδάφη. Πόσω μάλλον όταν δεν υπάρχουν…
Έτσι, η έλλειψη φυσικών εμποδίων στα ανάντη, λόγω των
καταστροφικών δασικών πυρκαγιών, ενισχυμένη από την απουσία έργων έγκαιρης
ανάσχεσης των πλημμυρικών απορροών, όπως μικρά φράγματα, καθιστά τις πλημμύρες
της υγρής περιόδου καταστροφικές.
Και εδώ η συνταγή είναι η ίδια με εκείνην της αντιπυρικής
προστασίας. Η καλύτερη αντιπλημμυρική θωράκιση έρχεται με την ανάθεση της
διαχείρισης του νερού σε ιδιώτες.
Το είδαμε στη Θεσσαλία, μετά τις καταστροφικές πλημμύρες
του Daniel, το 2023. Και το βλέπουμε και τώρα, με την πρόθεση συγχώνευσης των
ΔΕΥΑ σε μετρημένους στα δάχτυλα και έτοιμους να ιδιωτικοποιηθούν οργανισμούς
διαχείρισης του νερού.
Αντί, δηλαδή, να σχεδιαστεί μια δημόσια ολοκληρωμένη
πολιτική αντιπλημμυρικής προστασίας σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού, όπως
προτρέπουν οι διεθνείς οργανισμοί και η Ευρωπαϊκή Ένωση και αντί να σχεδιαστούν
δημόσια έργα αντιπλημμυρικής προστασίας ενιαία από τα ανάντη στα κατάντη, η
διαχείριση του νερού παραδίδεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Οι οποίες, προφανώς, προτάσσουν όχι το δημόσιο συμφέρον,
αλλά τα δικά τους κέρδη.
Τέλος, μετά τις καμένες εκτάσεις και την απουσία
αποτελεσματικής αντιπλημμυρικής θωράκισης, έρχεται και η πληγή της λειψυδρίας.
Εκτός των άλλων και γιατί η διάβρωση του εδάφους λόγω
δασικών πυρκαγιών και λόγω καταστροφικών πλημμυρών δεν ευνοεί τον εμπλουτισμό
και την ανανέωση των αποθεμάτων των φυσικών δεξαμενών του νερού, των υπόγειων
υδροφορέων. Με συνέπεια οι καμένες και στη συνέχεια και πλημμυρισμένες περιοχές
να μην ανανεώνουν τα αποθέματά τους και συνεπώς να πλήττονται και από τη
λειψυδρία.
Και εδώ η συνταγή είναι η ίδια. Το μαγικό χέρι της
ιδιωτικής πρωτοβουλίας, σε συνδυασμό με την αύξηση της τιμής του νερού, που
κατά τα άλλα διακηρύσσεται ότι είναι δημόσιο αγαθό, θεραπεύει «πάσαν νόσον…».
Το νόημα της θεώρησης των δασών, των οικοσυστημάτων και
του νερού ως δημόσιων, δηλαδή ως Κοινών Αγαθών στην υπόθεση της Αειφορίας,
είναι ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει η κληρονομιά της φύσης να
αντέχει τις πιέσεις και συνεπώς να υπάρχει.
Η ιδιωτικοποίηση των Κοινών Αγαθών και η κατάτμηση της
διαχείρισής τους μπορεί να εξυπηρετεί την κερδοφορία των ιδιωτικών συμφερόντων,
αλλά δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, το συμφέρον, δηλαδή, όλων.
Γιατί η ιδιωτικοποίηση των Κοινών Αγαθών με σκοπό την
κερδοσκοπική τους εκμετάλλευση από οικονομικά συμφέροντα είναι συνταγή για την
υποβάθμιση και την καταστροφή τους.
Έτσι, η απουσία δημόσιων πολιτικών και η έλλειψη δημόσιων
έργων κάνει την Ελλάδα, κάθε χρόνο, να γίνεται φτωχότερη.
Πλουτίζουν, δηλαδή, κάποιοι ημέτεροι και ευνοούμενοι,
στους οποίους παραδίδονται τα Κοινά Αγαθά, αλλά χάνει μακροπρόθεσμα η πατρίδα
τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της. Των οποίων τη βιωσιμότητα μπορούν να εγγυηθούν
μόνο οι δημόσιες πολιτικές και τα δημόσια έργα.
Και αυτό δεν είναι ούτε αναπτυξιακό, ούτε, όμως, και
πολύ… πατριωτικό.
Καθηγητής,
πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης «ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»
