Για την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ, η ένταξη των μεταναστών αποτελεί στρατηγικό πυλώνα για την ανάπτυξη και τη δημογραφική ανανέωση της χώρας, όπως ανέδειξε ο Ισπανός πρωθυπουργός μιλώντας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια μία μέρα πριν από τις λεκτικές επιθέσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ κατά των χωρών που δεν υιοθετούν την δική του άποψη για το μεταναστευτικό.
Ο Τραμπ εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στους μετανάστες,
κατηγορώντας τους ότι «ρημάζουν» τις ευρωπαϊκές οικονομίες και «διαβρώνουν» την
πολιτιστική κληρονομιά.
«Οι χώρες σας θα καταρρεύσουν αν δεν σταματήσετε
ανθρώπους με τους οποίους δεν έχετε τίποτα κοινό», είπε χαρακτηριστικά στους
άλλους ηγέτες κρατών στην αίθουσα.
Σάντσεθ: «Κινητήρας απασχόλησης και ελπίδας»
Σε εντελώς διαφορετικό τόνο, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο
Σάντσεθ, περιέγραψε τη μετανάστευση ως «πηγή ελπίδας και ευκαιρίας».
Με 21,8 εκατ. εργαζόμενους – ιστορικό υψηλό – και την
ανεργία σε χαμηλό 10,6%, η κυβέρνηση Σάντσεθ προβάλλει τη μετανάστευση όχι ως
απειλή, αλλά ως βασικό εργαλείο ανάκαμψης.
Σε αντίθεση με το αφήγημα Τραμπ περί «αποσταθεροποίησης»,
η Ισπανία υποστηρίζει ότι οι μετανάστες ενισχύουν τη δημογραφία και προσφέρουν
διέξοδο σε κρίσιμους κλάδους μιας γηράσκουσας κοινωνίας.
Τα στοιχεία της πραγματικότητας
Τα επίσημα δεδομένα ενισχύουν την εικόνα που παρουσίασε η
Μαδρίτη:
Το 18,2% του
πληθυσμού της Ισπανίας (Ιαν. 2024) είναι γεννημένοι στο εξωτερικό
Οι κύριες
κοινότητες προέρχονται από Μαρόκο, Κολομβία, Βενεζουέλα, Ρουμανία και Περού
Το 2024
καταγράφηκαν 2,88 εκατ. ξένοι ασφαλισμένοι στην κοινωνική ασφάλιση,
αριθμός-ρεκόρ (+7,9% σε ετήσια βάση)
Ένας στους
τέσσερις νέες συμβάσεις εργασίας υπογράφεται από μετανάστες
Το ποσοστό ανεργίας των μεταναστών παραμένει υψηλότερο
(15,8% έναντι 10,6%), ωστόσο η συμβολή τους είναι κρίσιμη σε εστίαση,
κατασκευές, εμπόριο και γεωργία, όπου καλύπτουν μέχρι και το 80% των νέων
θέσεων.
Στήριγμα στην οικονομία
Η μετανάστευση εξηγεί το 84% της αύξησης του πληθυσμού
την τριετία 2022–2024, ενώ σχεδόν το 40% των νέων θέσεων εργασίας καλύφθηκε από
άτομα ξένης καταγωγής, σύμφωνα με το thinktank FUNCAS. Χωρίς αυτή τη συμβολή, η
αγορά εργασίας θα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στη ζήτηση.
