Μαργαρίτα Φράγκου
Η αυξανόμενη ζήτηση τροφίμων λόγω της πληθυσμιακής αύξησης και η ταυτόχρονη μείωση της καλλιεργήσιμης γης έχουν καταστήσει τα φυτοφάρμακα αναπόσπαστο εργαλείο της γεωργίας. Εξασφαλίζουν μεγαλύτερες αποδόσεις και βελτιώνουν την ποιότητα της παραγωγής, μειώνοντας τις απώλειες από ασθένειες και εχθρούς των καλλιεργειών κατά περίπου 30%. Ωστόσο, η εκτεταμένη χρήση τους έχει και σκοτεινή πλευρά, με σοβαρές περιβαλλοντικές και υγειονομικές συνέπειες.
Η μελέτη του Πανεπιστημίου της πόλης Βίγκο της Ισπανίας,
αποκαλύπτει πως τα φυτοφάρμακα έχουν μεν συμβάλει στην ασφάλεια τροφίμων, αλλά
το τίμημα για την υγεία και το περιβάλλον είναι βαρύ. Η Ευρώπη, με την αυστηρή
νομοθεσία της, δείχνει ότι υπάρχει δρόμος για πιο ασφαλή χρήση, χωρίς να
θυσιάζεται η παραγωγικότητα. Το ερώτημα είναι αν οι πολιτικές πρακτικές γύρω
από τη γεωργία, θα προσαρμοστούν εγκαίρως, ώστε το σιτάρι – βασικό στοιχείο της
διατροφής παγκοσμίως– να παραμένει θρεπτικό χωρίς να κρύβει αόρατους κινδύνους.
Η αύξηση της κατανάλωσης φυτοφαρμάκων και οι κίνδυνοι για
περιβάλλον και υγεία
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κατανάλωση φυτοφαρμάκων αυξήθηκε
από 2,8 εκατ. τόνους το 2010 σε 3,5 εκατ. τόνους το 2022, αύξηση 25% μέσα σε
μόλις δώδεκα χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) συμμετέχει σε αυτό αφού της αντιστοιχεί το 13% της παγκόσμιας
χρήσης.
Στην Ευρώπη, η κατανάλωση ανήλθε από 402.229 τόνους το
2010 σε 449.038 τόνους το 2022, δηλαδή αύξηση κατά 12%. Το ποσοστό είναι
χαμηλότερο σε σχέση με την παγκόσμια αύξηση, κυρίως λόγω αυστηρότερων
κανονισμών: το 2023, η ΕΕ είχε εγκρίνει 444 δραστικές ουσίες, ενώ 954 είχαν
απαγορευτεί και 43 βρίσκονταν υπό αξιολόγηση.
Μόλις το 15% των φυτοφαρμάκων ψεκασμού φτάνει τελικά στον
στόχο τους, δηλαδή το έντομο ή τον μύκητα που πρέπει να καταπολεμηθεί. Το
υπόλοιπο καταλήγει στο έδαφος, στο νερό και στον αέρα, μολύνοντας ολόκληρα
οικοσυστήματα. Αυτό οδηγεί σε απώλεια βιοποικιλότητας, δηλητηρίαση οργανισμών
που δεν αποτελούν στόχο και ανάπτυξη ανθεκτικότητας από τους ίδιους τους
«εχθρούς» των καλλιεργειών.
Για τον άνθρωπο, τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων στην τροφική
αλυσίδα συνδέονται με νευροεκφυλιστικές, καρδιαγγειακές, ενδοκρινικές,
αναπνευστικές, νεφρικές και αναπαραγωγικές διαταραχές, καθώς και με
καρκινογενέσεις.
Η μελέτη στα ευρωπαϊκά σιτάρια
Με αυτά τα δεδομένα, το ερευνητικό πρόγραμμα
SoildiverAgro, με επικεφαλής τον καθηγητή DavidFernándezCalviño του
Πανεπιστημίου της πόλης Βίγκο, ανέλυσε την παρουσία 614 φυτοφαρμάκων σε 188
αγρούς σιταριού σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες. Οι αγροί ήταν σχεδόν ισομερώς
μοιρασμένοι: 93 συμβατικής καλλιέργειας και 95 βιολογικής.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Journal
of Hazardous Materials, είναι αποκαλυπτικά:
99% των αγρών
συμβατικής καλλιέργειας περιείχαν τουλάχιστον ένα φυτοφάρμακο.
Συνολικά
εντοπίστηκαν 73 διαφορετικές ουσίες, με πιο συχνές το fenbutatinoxide
(εντομοκτόνο) και τον μεταβολίτη του glyphosate, AMPA, που βρέθηκαν στο 44% των
δειγμάτων.
Ακολούθησαν το
glyphosate και το μυκητοκτόνο epoxiconazole, σε ποσοστό 39%.
Άλλες συχνές
ουσίες ήταν οι boscalid, tebuconazole, bixafen, diflufenican και μεταβολίτες
του DDT.
Διαφορές ανά περιοχή και βιολογικά χωράφια με χημικά ίχνη
Η γεωγραφία αποδείχθηκε καθοριστικός παράγοντας. Η
κεντρική Ευρώπη (κυρίως Γερμανία) είχε τις υψηλότερες συγκεντρώσεις υπολειμμάτων,
με μέσο όρο 0,46 mg/kg και 13,5 διαφορετικά φυτοφάρμακα ανά αγρό. Ακολουθούσαν
Δανία και Βέλγιο. Αντίθετα, η Παννονική ζώνη (Ουγγαρία και Σερβία) κατέγραψε
τις χαμηλότερες τιμές, μόλις 0,02 mg/kg.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι ακόμη και τα βιολογικά
σιτάρια εμφάνισαν υπολείμματα. Βρέθηκαν 35 διαφορετικά φυτοφάρμακα, εκ των
οποίων μόνο το spinosad επιτρέπεται στη βιολογική γεωργία. Αυτό δείχνει δύο
πράγματα: πρώτον, ότι πολλές ουσίες παραμένουν στο περιβάλλον για δεκαετίες,
ακόμη και 40 χρόνια μετά την απαγόρευση τους· δεύτερον, ότι υπάρχει μεταφορά
υπολειμμάτων μεταξύ συμβατικών και βιολογικών αγρών, πιθανώς μέσω του αέρα ή
του νερού.
Οι πιο επικίνδυνες ουσίες και οι προτάσεις των
επιστημόνων
Η έρευνα αξιολόγησε και τον οικολογικό κίνδυνο κάθε ουσίας.
Οι πιο ανησυχητικές ήταν τα μυκητοκτόνα epoxiconazole, boscalid και
difenoconazole, καθώς και τα εντομοκτόνα imidacloprid και clothianidin.
Αντίθετα, το glyphosate και ο μεταβολίτης του AMPA – αν και πολύ διαδεδομένα –
εκτιμώνται ως χαμηλότερης οικολογικής επικινδυνότητας.
Τα ευρήματα αποδεικνύουν ότι τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων
είναι διάχυτα σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμη και σε περιοχές που καλλιεργούν
βιολογικά, αναφέρει το «The Conversation». Η αντιμετώπιση του προβλήματος
απαιτεί συνδυασμό αυστηρής ρύθμισης και βιώσιμων πρακτικών.
Οι ερευνητές προτείνουν:
Αντικατάσταση
των πιο επίμονων και τοξικών ουσιών με βιοεντομοκτόνα, φυτικά παράγωγα ή
ωφέλιμους μικροοργανισμούς.
Υιοθέτηση
πρακτικών που ενισχύουν τη φυσική ανθεκτικότητα του εδάφους, όπως αμειψισπορά,
μειωμένη κατεργασία, χρήση καλυπτικών καλλιεργειών και πιστοποιημένη βιολογική
γεωργία.
Ενίσχυση της
παρακολούθησης για να περιοριστεί η διάδοση υπολειμμάτων σε γειτονικούς αγρούς.
