Μαργαρίτα Φράγκου
Τα τελευταία χρόνια, η δυσλεξία και ο αυτισμός έχουν τραβήξει μεγάλο ενδιαφέρον από την κοινωνία και τα εκπαιδευτικά συστήματα. Πρόκειται για νευροαναπτυξιακές διαταραχές που επηρεάζουν σημαντικό αριθμό παιδιών, σε σημείο που οι όροι έχουν γίνει ευρέως γνωστοί σε οικογένειες και εκπαιδευτικούς. Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη διαταραχή εξίσου συχνή –ίσως και συχνότερη– που παραμένει σχεδόν άγνωστη: η Αναπτυξιακή Διαταραχή Λόγου (DevelopmentalLanguageDisorder, DLD).
Τι είναι η DLD;
Όπως επισημαίνει το theconversation, η DLD είναι μια
νευροαναπτυξιακή διαταραχή που εμποδίζει την εκμάθηση και τη χρήση της γλώσσας,
χωρίς να οφείλεται σε εμφανή αίτια όπως απώλεια ακοής, νοητική υστέρηση ή αυτισμός.
Μπορεί να επηρεάσει είτε την κατανόηση είτε την έκφραση, ή και τα δύο
ταυτόχρονα.
Υπολογίζεται ότι από 7% έως 10% των παιδιών σχολικής
ηλικίας εμφανίζουν DLD. Παρ’ όλα αυτά, η διαταραχή συχνά περνά απαρατήρητη ή
αποδίδεται σε «ανωριμότητα», «τεμπελιά» ή «προβλήματα συμπεριφοράς». Σε
αντίθεση με μια απλή καθυστέρηση ανάπτυξης που με τον καιρό διορθώνεται, η DLD
είναι επίμονη και μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τη σχολική επίδοση, τις κοινωνικές
σχέσεις και την αυτοεκτίμηση.
Μια «αόρατη» διαταραχή
Η DLD χαρακτηρίζεται ως «αόρατη» επειδή δεν έχει
εξωτερικά γνωρίσματα. Πολλά παιδιά με DLD καταφέρνουν να επικοινωνούν επαρκώς
στην καθημερινή συζήτηση, αλλά δυσκολεύονται όταν η γλώσσα γίνεται πιο σύνθετη,
για παράδειγμα, όταν πρέπει να κατανοήσουν ένα επιστημονικό κείμενο ή ένα
λογοπαίγνιο.
Στην πράξη, οι γονείς μπορεί να παρατηρήσουν ότι το παιδί
τους δεν ακολουθεί σύνθετες οδηγίες («βάλε το ποτήρι στο τραπέζι και μετά φέρε
μου το κουτάλι»), χρησιμοποιεί πολύ σύντομες φράσεις ή δυσκολεύεται να αφηγηθεί
τι έκανε στο σχολείο.
Στο παρελθόν, η DLD είχε διαφορετικές ονομασίες, όπως
«ειδική γλωσσική διαταραχή» (SLI) ή «μικτή διαταραχή κατανόησης-έκφρασης»,
γεγονός που δημιούργησε σύγχυση και περιόρισε την αναγνώρισή της. Σήμερα, η
διεθνής πρωτοβουλία CATALISE προωθεί τη χρήση του ενιαίου όρου DLD και
σαφέστερα κριτήρια διάγνωσης.
Σημάδια ανά ηλικία
Η διαταραχή εμφανίζεται με διαφορετικά προφίλ σε κάθε
παιδί, αλλά υπάρχουν κοινά προειδοποιητικά σημάδια:
Προσχολική
ηλικία: δυσκολία στην κατανόηση οδηγιών, πολύ σύντομες προτάσεις, αδυναμία να
μάθουν τραγούδια ή να περιγράψουν την ημέρα τους.
Σχολική ηλικία:
προβλήματα στην κατανόηση κειμένων, στη χρήση σύνθετων προτάσεων, στην εκμάθηση
νέου λεξιλογίου, συχνά γραμματικά και ορθογραφικά λάθη, δυσκολία στη συνεκτική
γραφή.
Διάκριση από άλλες διαταραχές
Η DLD συχνά συγχέεται με άλλες γνωστές διαταραχές, αλλά
διαφέρει σε κρίσιμα σημεία:
Γιατί δεν είναι
δυσλεξία: Στη δυσλεξία το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην ανάγνωση και τη
γραφή, ενώ το παιδί μπορεί να έχει πλούσιο προφορικό λόγο. Στην DLD, αντίθετα,
οι δυσκολίες εντοπίζονται στην κατανόηση και την προφορική έκφραση.
Γιατί δεν είναι
αυτισμός: Στην DLD οι κοινωνικές δεξιότητες και η πρόθεση για επικοινωνία
διατηρούνται. Τα παιδιά μπορεί να αργούν να ανταποκριθούν λεκτικά, αλλά
χρησιμοποιούν χειρονομίες και ανταποκρίνονται στη γλώσσα. Στον αυτισμό, τα
προβλήματα επικοινωνίας συνοδεύονται από δυσκολίες κοινωνικής αλληλεπίδρασης
και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές.
Δεν σχετίζεται
με τον μη λεκτικό δείκτη νοημοσύνης: Στο παρελθόν, η διάγνωση βασιζόταν στη
σύγκριση μεταξύ λεκτικής και μη λεκτικής ικανότητας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι
ακόμη και παιδιά με χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ νοημοσύνης μπορεί να έχουν
DLD χωρίς γενικευμένη μαθησιακή υστέρηση.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες
Η DLD δεν «εξαφανίζεται» με τον καιρό. Παρά τη βελτίωση
που φέρνει η θεραπεία, οι δυσκολίες συχνά συνεχίζουν στην εφηβεία και την
ενήλικη ζωή. Έρευνες δείχνουν ότι οι νέοι με DLD είναι πιο πιθανό να έχουν
προβλήματα ανάγνωσης και γραφής, να εγκαταλείψουν πρόωρα το σχολείο, να βρουν
εμπόδια στην εργασία και να αντιμετωπίσουν ζητήματα αυτοεκτίμησης ή ψυχικής
υγείας.
Ωστόσο, η πρόγνωση δεν είναι απαραίτητα αρνητική. Με
έγκαιρη διάγνωση και εξειδικευμένη υποστήριξη, πολλά παιδιά καταφέρνουν να
ενταχθούν με επιτυχία στο σχολείο και την καθημερινή ζωή.
Παρεμβάσεις και υποστήριξη
Η θεραπεία εστιάζει στην ενίσχυση του προφορικού και
γραπτού λόγου, με λογοθεραπευτικές ασκήσεις λεξιλογίου, γραμματικής και
αφήγησης. Στο σχολείο, βοηθούν οι οπτικές ενισχύσεις, οι σαφείς οδηγίες και ο
επιπλέον χρόνος στις εξετάσεις. Στο σπίτι, οι γονείς μπορούν να διαβάζουν μαζί
με τα παιδιά, να μοντελοποιούν σωστές προτάσεις και να τα ενθαρρύνουν να
αφηγούνται την ημέρα τους.
Η σημασία της έγκαιρης διάγνωσης
Η γλώσσα είναι το θεμέλιο της μάθησης. Όσο νωρίτερα
εντοπιστεί η DLD, τόσο καλύτερη πρόοδο μπορεί να σημειώσει το παιδί. Ένα παιδί
που λαμβάνει βοήθεια στα 4–5 χρόνια έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να
ξεπεράσει δυσκολίες, σε σχέση με ένα που διαγιγνώσκεται αργότερα, όταν έχει ήδη
βιώσει σχολική αποτυχία και απογοήτευση.
Η διάγνωση γίνεται από λογοθεραπευτές ή ειδικούς γλώσσας,
αλλά οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι αυτοί που πρώτοι αντιλαμβάνονται ότι
κάτι δεν πάει καλά. Εάν ένα παιδί δυσκολεύεται με τον λόγο, αποφεύγει τις
συζητήσεις ή απογοητεύεται από την ανάγνωση, η έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας είναι
καθοριστική.
Η DLD είναι συχνή, επίμονη αλλά παραμένει ελάχιστα
γνωστή. Η αναγνώριση των συμπτωμάτων και η διάκριση από άλλες διαταραχές είναι
το πρώτο βήμα για την αποτελεσματική υποστήριξη. Όπως τονίζουν οι ειδικοί του
CATALISE, η γλώσσα αποτελεί τη βάση κάθε μάθησης – και η έγκαιρη παρέμβαση
μπορεί να ανοίξει δρόμους για ένα καλύτερο μέλλον.
