Διονύσης Ελευθεράτος
Μόνον αδαείς ή ανειλικρινείς θα αρνούνταν ότι τα οικονομικά σκάνδαλα και οι πελατειακές – ευνοιοκρατικές σχέσεις (κάθε είδους και επιπέδου) είναι φαινόμενα άρρηκτα δεμένα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Θα εθελοτυφλούσε όμως και εκείνος που θα αμφισβητούσε μια διαπίστωση: Σε αυτό το πολυποίκιλο πεδίο τα τελευταία χρόνια έχουμε «ανέβει πίστες», όχι «πίστα»!
Η έκταση και η ένταση των κρουσμάτων, τα οικονομικά
μεγέθη στα οποία αυτά αντιστοιχούν, τα μεγέθη της αναδυόμενης ξετσιπωσιάς, οι
υψηλόβαθμες πολιτικές ιδιότητες εμπλεκομένων σε τέτοιες υποθέσεις (με κραυγαλέο
το γιγάντιο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ) δεν αφήνουν περιθώρια για αμφιβολίες.
Διανύουμε πλέον ένα νέο «level» που τα… έχει όλα και σε τρομακτική
αφθονία: Από «αδιευκρίνιστα ποσά»,
νεποτισμό, «τριγωνικές σχέσεις» και άτυπη επαναφορά της εξίσωσης «νόμιμο ίσον
ηθικό» στις συμπεριφορές στελεχών του κυβερνώντος κόμματος (αναπόφευκτες ήταν
ορισμένες αποπομπές και παραιτήσεις, αφού οι αντίστοιχες… πονηριές «βγήκαν στη
φόρα»), έως τις απανωτές απ’ ευθείας αναθέσεις και τον μαζικό εκμαυλισμό μέσω
ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αλλά μήπως δεν έχουμε επαναπροσδιορισμούς στην ίδια την έννοια
της παρανομίας; Το 2019 εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα το ακαταδίωκτο των
τραπεζικών στελεχών για το αδίκημα της απιστίας. Κι αφού έτσι «τακτοποιήθηκαν»…
ήρεμα κάποια ζητήματα, πέντε χρόνια αργότερα υποτίθεται πως το ακαταδίωκτο
καταργήθηκε. Στην πραγματικότητα… όχι και τόσο, καθώς η σχετική ρύθμιση
μετέτρεψε σε κριτή τέτοιων υποθέσεων την
Τράπεζα της Ελλάδος. Είναι, περίπου, σαν να αναθέτεις στον πρόεδρο –
μεγαλομέτοχο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας να κρίνει αν δωροδόκησε ή αν υπέπεσε σε
άλλη «κουτσουκέλα» κάποιος παράγοντας – μέλος της διοίκησης του ίδιου συλλόγου…
Προτού δούμε τους λόγους και τους κινητήριους μοχλούς
αυτής της επιδείνωσης, ας κάνουμε μια μεθοδολογική παρατήρηση. Διαχρονικά στην
Ελλάδα – κι όχι μόνο – σε αδρές γραμμές τα οικονομικά σκάνδαλα χωρίζονται σε
δυο μεγάλες κατηγορίες. Στην πρώτη εντάσσονται εκείνα που, κατά την άποψη της
εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, δεν είναι καν σκάνδαλα. Συνιστούν απλώς πρακτικές
εφαρμογές μιας συγκεκριμένης αντίληψης για την οικονομική ανάπτυξη. Λχ, το 1960
για την κυβέρνηση της ΕΡΕ δεν ήταν σκανδαλώδης, ούτε αποικιοκρατική, η σύμβαση
του ελληνικού κράτους με τη γαλλική Pechiney. Το 1992, εάν ρωτούσες κάποιο
στέλεχος της κυβέρνησης του Κων. Μητσοτάκη για την πώληση της – κερδοφόρας,
τότε – «ΑΓΕΤ Ηρακλής» στην ιταλική
Calcestruzzi, θα σου απαντούσε πως δεν έβλεπε κάτι μεμπτό στην ιδιωτικοποίηση,
ούτε στους όρους της. Δεν γνωρίζουμε ασφαλώς τι θα έλεγε αργότερα για τα
αποτελέσματα της εκχώρησης, για την πραγματική οικονομική κατάσταση των
αγοραστών και φυσικά για τις σχέσεις στελεχών τους με τη σικελική Μαφία- αλλά
αυτό είναι ξεχωριστό θέμα.
Στην ίδια κατηγορία – ας την ονομάσουμε «Α»- εντάσσονται ξεπουλήματα και συμβάσεις, των
οποίων ο χαριστικός χαρακτήρας «βγάζει μάτι». Εντάσσονται και «καινοτομίες»,
όπως ήταν η ρίψη αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων στο χρηματιστηριακό τζόγο, αρχής γενομένης από το
νόμο 2076/1992. Στην ίδια κατηγορία
βρίσκουμε και τις αδιανόητες αμοιβές κάποιων goldenboys, στο όνομα μιας
ατεκμηρίωτης, ξεχωριστής «αριστείας». Εν κατακλείδι, η κατηγορία «Α» στεγάζει
όλα όσα η κοινωνία καλείται να θεωρήσει ότι εμπίπτουν στη σφαίρα του
«φυσιολογικού». Ή τουλάχιστον ότι εκεί ενέπιπταν, όταν θεσμοθετήθηκαν. Διότι,
τι να κάνουμε, εάν τα αποτελέσματα ορισμένων «νεωτερισμών» έφεραν πχ «δομημένα
ομόλογα» και γερές ζημιές στα ασφαλιστικά ταμεία, ας τα θεωρήσουμε ακούσιες
παρενέργειες και ας τελειώνουμε…
Στην κατηγορία «Β» στριμώχνονται όσα δεν μπορούν (εάν
φυσικά αποκαλυφθούν) να αποφύγουν τη «ρετσινιά» και να εξωραϊστούν. Μίζες,
δωροδοκίες, δωροληψίες, απάτες, καταχρήσεις, υπεξαιρέσεις, «ασυμβίβαστα» που πάνε περίπατο, κ.α.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε δυο παράλληλες διεργασίες
– εξελίξεις.
Πρώτη: Η κατηγορία «Α» γίνεται πιο τροφαντή, συν τοις
άλλοις επειδή πληθαίνουν εντός της τα φαινόμενα που εγείρουν το ερώτημα
μήπως αρχίζει να ενοποιείται με την «Β».
Με γνώμονα την (κοινά αποδεκτή) ηθική και τη λογική, ηχούν ανεπαρκέστατα τα
«επιχειρήματα» υπέρ λχ του ακαταδίωκτου των τραπεζιτών ή υπέρ των διαρκών απ’
ευθείας αναθέσεων. Τυπικά, παραμένουν στη σφαίρα του «έτσι αντιλαμβανόμαστε τον
οικονομικό εκμοντερνισμό». Ουσιαστικά, όμως, συνιστούν «εκμοντερνισμό» της
διαφθοράς.
Δεύτερη διεργασία- εξέλιξη: Πληθαίνουν τα σκάνδαλα
αμφοτέρων των κατηγοριών, η δε υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δείχνει να σηματοδοτεί μια…
αξιοπρόσεκτη «επιστροφή στις ρίζες».
Θα περίμενε ίσως κανείς ότι τα μεγάλα σκάνδαλα στην εποχή
μας θα σχετίζονταν μόνο με funds,
χρηματοπιστωτικά παιχνίδια, εκποιήσεις της εναπομείνασας δημόσιας
περιουσίας. Να όμως που ξεπροβάλλουν και βοσκοτόπια – φαντάσματα, «χασάπηδες»
και «φραπέδες». Το «επιτελικό» κράτος του νεοφιλελευθερισμού… μεγαλουργεί και
σε βουκολικά τοπία. Θα ήμασταν, όμως, άδικοι αν παραβλέπαμε τη συνενοχή της
ευρωπαϊκής Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, βάσει της οποίας οι επιδοτήσεις καθορίζονται
από δηλωμένες εκτάσεις και δηλωμένα ζώα, αποσυνδεόμενες από την πραγματική
παραγωγή. Για να τα λέμε όλα.
Το «επιχειρηματικό κράτος» και μια περιήγηση στο 1948 και
το 1999
Πού οφείλεται όλη αυτή η επιδείνωση που καταγράφεται
στους τωρινούς καιρούς του «επιτελικού κράτους», όπως το χαρακτηρίζουν – με
γερή δόση αυταρέσκειας – οι νυν κατέχοντες την πολιτική εξουσία; Κατά την άποψη
του γράφοντος, το «επιτελικό κράτος» είναι η επιθετική εξέλιξη – και
απολυτοποίηση – του «επιχειρηματικού κράτους», που άρχισε συστηματικά να
μορφοποιείται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Από τότε, με μικρά διαλείμματα και σποραδικές
επιβραδύνσεις, βιώνουμε την πρόταξη των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων, παντού.
Την «αυτοδίκαιη» αναγόρευση των μεγάλων «θέλω» της «αγοράς» και της οικονομικής
ελίτ σε προτεραιότητες της κρατικής πολιτικής. Δίχως τις αναστολές άλλων,
παλαιότερων εποχών. Χωρίς πολλά προσχήματα.
Δίχως χαλιναγωγήσεις από λογικές κεϋνσιανισμού που κάποτε πρυτάνευαν ή, έστω,
επιβίωναν στη ρότα κυβερνήσεων. Χωρίς πιέσεις από τον μεταπολιτευτικό λαϊκό
ριζοσπαστισμό που, προτού ξεθωριάσει, κατάφερνε να φέρνει τις κοινωνικές
ανάγκες στο προσκήνιο και ταυτόχρονα να ελέγχει, εφ’ όλης της ύλης, την
πολιτική εξουσία.
Είναι γνωστά όσα κόμισε η εξέλιξη αυτή στην αγορά
εργασίας, την οικονομία, την κοινωνία, από το 1990 και μετά. «Κοινωνικά
συμβόλαια» ακυρώθηκαν, ως «αγκυλώσεις του παρελθόντος». Θεμελιώδη εργασιακά
δικαιώματα σαρώθηκαν, ως «μη ανταποκρινόμενα στις νέες συνθήκες». Το κοινωνικό
κράτος αντιμετωπίστηκε σαν να είναι βαρίδι. Η ανάπτυξη εναποτέθηκε στις
σαρωτικές ιδιωτικοποιήσεις, ενώ ο ξορκισμός του «κρατισμού» συνοδεύτηκε από
διαρκείς ενισχύσεις της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας. Αλλά η εμπέδωση των
ηθών της «αγοράς» δεν έφερε μόνο τούτον τον «μεταρρυθμιστικό» οίστρο, ο οποίος
στις ημέρες μας προσλαμβάνει διαστάσεις αντικοινωνικής υστερίας (αρκεί να
σκεφτούμε τις 13 ώρες εργασίας). Κόμισε κι ένα χειρότερο, κυνικότερο μοντέλο στη
διαχείριση του χρήματος.
Όταν το κράτος υπηρετεί τυφλά την «αγορά», τότε οι
δημόσιοι λειτουργοί θεωρούν ευκολότερα ότι δικαιούνται τα πλεονεκτήματα που… εκ
παραδόσεως κατέχει η επιχειρηματική σφαίρα, στην Ελλάδα. Παρατυπούν ή παρανομούν ισχυροί επιχειρηματίες;
ΟΚ, αν «βρίσκουν και τα κάνουν» επόμενο είναι, αφού πρόκειται για τη φύση της
δουλειάς τους… Μπορεί να μην ομολογείται έτσι, ανοικτά, αλλά στην πράξη η
αντίληψη αυτή είναι βαθιά ριζωμένη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα από το παρελθόν: Τον Ιανουάριο
του 1948 αποκαλύφθηκε ότι 18 κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες (ανάμεσά τους και
μερικές πασίγνωστες) αισχροκερδούσαν με το βαμβάκι, το οποίο διέθετε τότε στην
Ελλάδα η UNRRA, δηλαδή ο Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης του ΟΗΕ.
Αρχικά, οι 18 εταιρείες αξιοποίησαν μια απόφαση, την οποία είχε λάβει τον
Απρίλιο του 1946 ο Δημ. Χέλμης, υπουργός Οικονομικών στην υπηρεσιακή κυβέρνηση
του Παν. Πουλίτσα. Ο Δ. Χέλμης όρισε πως τερματιζόταν η «βιομηχανοποίησις δια
λογαριασμόν του κράτους» του βαμβακιού της UNRRA, καθώς και ότι αυτό θα το
αγόραζαν απ’ ευθείας οι βιομήχανοι και μάλιστα σε τιμές προκαθορισμένες,
εξαιρετικά συμφέρουσες. Τούτο όμως δεν ήταν αρκετό για τις 18 βιομηχανίες, που
προσεταιρίστηκαν τρεις υπαλλήλους του υπουργείου Εφοδιασμού και «έστησαν κομπίνα».
Λάμβαναν βαμβάκι πρώτης ποιότητας, αλλά το πλήρωναν σε υποδεέστερη τιμή. Από τη
διαφορά κέρδιζαν οι ίδιες, αλλά «λαδώνονταν» και οι συνεργασθέντες υπάλληλοι.
Συνολικά, αγόρασαν έτσι πάνω από 4.500 τόνους, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη.
Οι υπάλληλοι βρέθηκαν αμέσως στη δικαστική «τσιμπίδα», ο
Δ. Χέλμης δέχθηκε κριτική από μερίδα του Τύπου, αλλά οι 18… εκλαμπρότατες
βιομηχανίες ήταν σαν να μην είχαν διαπράξει τίποτε το μεμπτό. Φάνταζε μάλλον
μοναχική η εφημερίδα «Ελευθερία» όταν (22/1/1948) αναρωτιόταν εάν οι άρπαγες
βιομήχανοι θα απέφευγαν την ποινική δίωξη και τη φυλάκιση. Την απάντηση τη
γνώριζε, ρητορικό ήταν το ερώτημά της.
Όχι μόνο επιβίωσε στο χρόνο, αλλά ισχυροποιήθηκε η
αντίληψη βάσει της οποίας τα επιχειρηματικά «παρατράγουδα» (ειδικά όταν αφορούν
φίλια συμφέροντα) είναι μέρος του ανεκτού… ρεπερτορίου. Μπορούμε να θεωρήσουμε
ως αντανάκλαση αυτής της ισχύος και την τρομακτική επιείκεια που χαρακτήρισε
δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις καθαρών «λεηλασιών». Όπως ήταν
πχ η υπόθεση της εταιρείας Energa, που καταχράστηκε 236 εκατ. ευρώ από το
Δημόσιο.
Μοιραία, λοιπόν, το κράτος των τόσο καλά αφομοιωμένων
επιχειρηματικών ηθών ωθεί τους λειτουργούς του, αλλά και τους πολιτικούς του
εκπροσώπους εν γένει, στην πεποίθηση ότι δικαιούνται αντίστοιχα «προνόμια».
Ακόμη και η ωμή εξαπάτηση κοινωνικών ομάδων εκ μέρους της πολιτικής εξουσίας
μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή, όπως έδειξε και η χρηματιστηριακή αρπαγή του 1999.
Ο Κ. Σημίτης, ο Γ. Παπαντωνίου και άλλα στελέχη του
«εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ» που ανερυθρίαστα διαλαλούσαν τις «επικείμενες»
επιδόσεις της Σοφοκλέους ( ο πρώτος μάλιστα κι από το βήμα της ΔΕΘ !),
καλλιεργώντας την προσμονή του γρήγορου κι εύκολου πλουτισμού «για όλους»,
βασίζονταν σε ένα «θεώρημα»: Ότι δεν είχαν καμία παραπάνω υποχρέωση και κανένα
λιγότερο δικαίωμα από τα κοινά «παπαγαλάκια». Δεν ήταν αμιγώς πολιτικοί, ήταν
και «κράχτες» του Χρηματιστηρίου.
Και πού ακριβώς φθάνουμε, όταν η νεοφιλελεύθερη αγριότητα
«γκαζώνει», υποβοηθούμενη από τη
σιγουριά – βάσιμη ή όχι, άλλο θέμα- ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν εγκυμονούν
τον κίνδυνο μιας άμεσης κυβερνητικής κατάρρευσης; Στα σημερινά «ρεκόρ» (και)
στον τομέα των σκανδάλων. Αλλά και στο μανιφέστο που διατύπωσε πρόσφατα ο Αδ.
Γεωργιάδης: Εμείς έχουμε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εμείς θ’ αποφασίσουμε
ποιοι παρανόμησαν και ποιοι όχι στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Και σ’ όποιον αρέσει…
Εν μέσω αυτής της διαρκούς κίνησης προς το χειρότερο,
κάποια στερεότυπα δείχνουν κολλημένα στα χείλη του πρωθυπουργού και άλλων
κυβερνητικών στελεχών, σε βαθμό που καταντά γκροτέσκος. Μα είναι δυνατόν να
αποδίδεται στο «βαθύ κράτος» ένα πλιάτσικο σαν αυτό στον ΟΠΕΚΕΠΕ; Εμπλέκονται
υπουργοί και στελέχη… του κομματικού «αφρού», αλλά ξανά φταίει αυτό το… αθέατο,
ύπουλο «βαθύ κράτος»; Νισάφι πια…
Ένα ανιστόρητο κλισέ και μερικά ιστορικά γεγονότα
Στον δημόσιο διάλογο ακούγονται και ανιστόρητα κλισέ για
τις «καταβολές» της κάθε είδους πολιτικής – οικονομικής διαφθοράς, στην Ελλάδα.
Ένα από τα πιο χονδροειδή αλλά και διαδεδομένα (ποιος είπε ότι το ένα αναιρεί
το άλλο;) στερεότυπα τοποθετεί ως έναρξη του κακού το… 1974 και τη
Μεταπολίτευση. Μέχρι τότε όλα ήταν αγνά, κατά την άποψη των υποστηρικτών του εν
λόγω κλισέ.
Συχνότερα η Μεταπολίτευση ενοχοποιείται για το
«πελατειακό κράτος», υπό την έννοια ότι «γέννησε» το ρουσφέτι. Το σκεπτικό απλό
και απλοϊκό: Αρχής γενομένης από το 1975- 1976 και τις εθνικοποιήσεις –
κρατικοποιήσεις της κυβέρνησης Καραμανλή άρχισε η διεύρυνση του δημόσιου τομέα
στην Ελλάδα, τότε λοιπόν ήρθαν και τα πολλά ρουσφέτια.
Τώρα, τι να πρωτοπούμε; Ότι, όπως έχει σημειώσει ο
πανεπιστημιακός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, το 1948 – 1949 οι δημόσιοι υπάλληλοι
στην Ελλάδα ήταν κατά 69% περισσότεροι απ’ ό,τι το 1938 – 1939; Ότι, όπως έχει
αναλύσει έτερος πανεπιστημιακός – ο Δημήτρης Χαραλάμπης- από το τέλος της δεκαετίας
του 1940 και για πολλά χρόνια «το κράτος ως εργοδότης, άσχετα προς κάθε
ορθολογισμό αναγκών, προσλάμβανε
χιλιάδες νέους υπαλλήλους, ώστε να λειτουργήσει ως οικονομική βάση
ενσωμάτωσης – σύνδεσης με το νέο καθεστώς»;
Αυτή η πραγματικότητα ήταν που ανέδειξε σε
αντιπροσωπευτική φιγούρα της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας τον κινηματογραφικό
«βουλευτή Καλοχαιρέτα», στην κωμωδία του 1959 «Στουρνάρα 288». Είναι δε ακόμη
πιο εξωφρενική η ιδέα πως χρειάστηκε να φθάσουμε στο 1974 για να εμφανιστούν,
πέρα από τους «Καλοχαιρέτες» και οι «Γκρούεζες». Δηλαδή οι φορείς της διαφθοράς
«βαρέων βαρών».
Συνοπτικά: Από την εποχή του Μεσοπολέμου μέχρι και το
1974 σπανίως συμπληρώνονταν λίγα χρόνια (ενίοτε, λίγοι μήνες) χωρίς να ξεσπάσει
κάποιο οικονομικό σκάνδαλο τόσο σοβαρό, ώστε να προκαλέσει μεγάλους πολιτικούς
διαξιφισμούς ή και κυβερνητικούς τριγμούς. Εξαιρούνται φυσικά οι περίοδοι
δικτατορικών διακυβερνήσεων, διότι τότε ακόμη και οι ατασθαλίες που μαθαίνονταν
ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να δρομολογήσουν καταστάσεις ανεπιθύμητες και
«ζόρικες», για τις αντίστοιχες «σιδερένιες» εξουσίες.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, παράλληλα με τα λεφτά του
σχεδίου Μάρσαλ και τις «παγωμένες πιστώσεις» που αναδείκνυαν τη νέα οικονομική
ολιγαρχία («προσημειώνοντας» και το ποιόν της, καθώς και τη λατρεία της στα
«θαλασσοδάνεια»), συνέβαιναν πολλά. Τον Απρίλιο του 1949 ανασχηματίστηκε η
κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Θ.
Σοφούλη, με έναν και μόνο σκοπό: Να εξοβελιστεί από το κυβερνητικό σχήμα
ο Σπ. Μαρκεζίνης, αρχηγός του «Νέου Κόμματος». Ο λόγος ήταν πως υπήρχαν ισχυρές
ενδείξεις για συμμετοχή του Μαρκεζίνη σε κύκλωμα λαθρεμπορίας. Το όνομά του
εντοπίστηκε σε σημειωματάριο του Ν. Νικολαϊδη, ενός ανθρώπου που είχε
αποδειχθεί οικονομικός «επιτελάρχης» της σπείρας των λαθρεμπόρων, αν και ήταν
αξιωματούχος του υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Ο Μαρκεζίνης πάντως δεν διώχθηκε
ποινικά, ούτε «χάθηκε» πολιτικά- κάθε άλλο.
Τον Οκτώβριο του 1950, οι αποκαλύψεις για την αρπαγή
μεγάλου ποσού από τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς διαδραμάτισαν νευραλγικό ρόλο
στην αναμόρφωση της ελληνικής Δεξιάς, οδηγώντας στο τέλος της εποχής Τσαλδάρη
και στην «ανατολή» της εποχής Παπάγου. Στις αρχές του 1951 συγκροτήθηκε Ειδικό
Δικαστήριο για δεύτερη φορά στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους (η πρώτη ήταν
το 1876), προκειμένου να δικάσει τον πρώην υπουργό Μεταφορών Π. Χατζηπάνο, με
την κατηγορία ότι έκανε μια απ’ ευθείας ανάθεση μεταφοράς καυσίμων, που ζημίωσε
το Δημόσιο. Τελικά ο Χατζηπάνος κρίθηκε ένοχος για απιστία κατά του Δημοσίου,
αλλά χωρίς ιδιοτέλεια. Καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή.
Τον Νοέμβριο του 1954 διασπάστηκε ο «Ελληνικός
Συναγερμός», καθώς ο Παπάγος κατηγόρησε τον Μαρκεζίνη πως, ένα χρόνο νωρίτερα,
στις συνομιλίες που είχε στη Βόννη ως αρμόδιος υπουργός, δέσμευσε τη χώρα
έναντι των γερμανικών εταιριών Siemens και Telenfunken. H υπόθεση της Siemens
ταλάνισε πολύ την ελληνική Δεξιά και κατά το επόμενο έτος.
«Ζουμάροντας» στη χαραυγή της μεταπολεμικής Ελλάδας
σταθήκαμε μόνον σε υποθέσεις που είχαν σοβαρό πολιτικό αντίκτυπο – αν τις «πιάναμε»
όλες τις… εξεζητημένες, θα χρειαζόμασταν αμέτρητο χώρο και χρόνο. Για την
οικονομία και των δυο σταματάμε εδώ, περιοριζόμενοι στο γενικό περίγραμμα: Έτσι
κινήθηκαν τα πράγματα και κατά τα επόμενα χρόνια. Με πληθώρα επίμαχων
υποθέσεων, με διαμάχες για ετεροβαρείς συμβάσεις, αλλά και με φλέγοντα
ερωτήματα για το κατά πόσο ο πολιτικός κόσμος ήταν θωρακισμένος απέναντι σε
πειρασμούς («μίζες», άλλες «ευκαιρίες», κλπ).
Για αυτόν ακριβώς το λόγο, το 1964 η κυβέρνηση του
Κέντρου θέσπισε την υποχρέωση της υποβολής «πόθεν έσχες» (ν. 4351/1964). Ήταν η
αναγνώριση μιας κατάστασης που έφθανε πλέον στο απροχώρητο. Ας σημειωθεί δε ότι
το «πόθεν έσχες» θεσπίστηκε 36 ολόκληρα χρόνια αφ’ ότου υποβλήθηκε για πρώτη
φορά, στη Βουλή, σχετική πρόταση (2/12/1927).
Κι όμως, υπάρχει κόσμος που πιστεύει πως η πολιτική –
οικονομική διαφθορά κατέφθασε με τον «κομματισμό» του 1974 και εντεύθεν…
Τελικά, τι έφερε επ’ αυτού η Μεταπολίτευση;
Η πραγματική ιδιότητα της πρώιμης Μεταπολίτευσης ήταν η
αντίθετη. Πέρασαν οκτώ χρόνια από την πτώση της χούντας, ώσπου ν’ αρχίσουν να
συζητούνται ατασθαλίες (υπερτιμολογήσεις σε εισαγόμενο καφέ, αγορά ξυλείας που
κρίθηκε ακατάλληλη, έναντι μεγάλου ποσού). Παρήλθαν δε 13 χρόνια και φθάσαμε
στο 1986 για να «σκάσει» ένα σκάνδαλο τόσο βαρύ, ώστε να αναχθεί σε μείζον
πολιτικό ζήτημα και να στείλει, τελικά, έναν υπουργό, τον Ν. Αθανασόπουλο,
πρώτα στο Ειδικό Δικαστήριο και κατόπιν στη φυλακή. Πρόκειται για την υπόθεση
του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού που «βαφτίστηκε» ελληνικό, ώστε να αντληθούν
κοινοτικές επιδοτήσεις.
Ακολούθησε η πασίγνωστη
και κατακλυσμιαία από πλευράς
πολιτικών συνεπειών, υπόθεση Κοσκωτά, ενώ, γενικά, στο δεύτερο μισό της
δεκαετίας του 1980 αναδυόταν εντονότερη «οσμή σκανδάλων» (εικαζόμενων ή
πραγματικών), σε σχέση με τα αμέσως προηγούμενα χρόνια.
Άρα, η πρώτη μεταπολιτευτική οκταετία, δεκαετία ή και
δωδεκαετία ήταν η λιγότερο βεβαρημένη από πλευράς οικονομικών ατασθαλιών και
οικονομικών σκανδάλων. Θα δυσκολευτούν πολύ οι ερευνητές να βρουν κάτι
αντίστοιχο, στις προγενέστερες εποχές κοινοβουλευτικού και πολιτικού βίου. Τι
σόι μήτρα βαριάς διαφθοράς ήταν η Μεταπολίτευση και έβγαζε… βρέφη οκτώ ή δέκα
ετών;
Διαφθορά, φυσικά, δεν είναι μόνον η «βαριά». Ανέκαθεν
υπήρχαν οι κορυφές των παγόβουνων που προεξείχαν, αλλά και τα κρυμμένα, χαμηλότερα
τμήματά τους. Μόνο που το μέγεθος των εκάστοτε ακάλυπτων κορυφών κάτι μας
ψιθυρίζει και για το εμβαδόν του αθέατου «από κάτω»…
Ας «εξομολογηθώ» κάτι: Συγκεντρώνοντας το υλικό – από
αρχεία, στατιστικές, δημοσιεύματα κλπ –
για το περί Μεταπολίτευσης βιβλίο μου, είδα στον Τύπο του 1976 – 1977
πόσο έντονα επέκριναν την κυβέρνηση του Κων. Καραμανλή κόμματα της
αντιπολίτευσης για το ύψος των αμοιβών (προκλητικά υψηλές τις χαρακτήριζαν) που
θα λάμβαναν διοικητικά στελέχη εταιρειών, οι οποίες είχαν κρατικοποιηθεί. Όταν
έκανα τους απαιτούμενους υπολογισμούς (σύγκριση με τους μέσους μισθούς της
εποχής) και τις αναγκαίες αναγωγές, άρχισα να γελώ. Σε σύγκριση με κατοπινούς
χρυσοκάνθαρους διοικητές και με τα goldenboys των τελευταίων ετών και
δεκαετιών, τα στελέχη εκείνα έδειχναν… κλοσάρ.
Πού οφείλεται αυτή η θετική ιδιαιτερότητα της πρώιμης
μεταπολιτευτικής περιόδου; Σε δυο
παραμέτρους. Η πρώτη: Συρρικνώθηκαν πολύ τα περιθώρια για διασπαθίσεις δημόσιου
χρήματος με σκάνδαλα της προαναφερθείσας κατηγορίας «Α», καθώς η πολιτική
συμβάσεων του Κων. Καραμανλή (πολύ διαφορετική από εκείνη των ετών 1955 – 1963)
επεδίωκε να θέσει κάποια όρια στην
απληστία, την οποία επεδείκνυε ο…
κακομαθημένος σκληρός πυρήνας του βιομηχανικού εφοπλιστικού κεφαλαίου. Ο
ίδιος πυρήνας που δεν σταμάτησε να κατηγορεί τον Καραμανλή για «σοσιαλμανία»,
ακόμη και όταν, όπως έδειξε μελέτη του Τάσου Γιαννίτση, το 1978 οι πάσης φύσεως
κρατικές επιδοτήσεις στον βιομηχανικό τομέα έφθασαν να αντιστοιχούν στο 75,3%
των καθαρών κερδών του!
Η δεύτερη παράμετρος αφορά τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό
της εποχής. Έναν ριζοσπαστισμό που τροφοδοτούσε, όχι μόνο το όραμα μιας
καλύτερης ζωής, όχι μόνο δυναμικές συλλογικές
διεκδικήσεις, αλλά την ισχυρή
τάση για διαρκή έλεγχο επί όλων όσα έπρατταν οι κυβερνώντες. Οι «πάνω» ένιωθαν
υποχρεωμένοι να είναι προσεκτικοί, σε όλα. Το ιδιαίτερα αισθητό από το 1985 και
μετά καταλάγιασμα του ριζοσπαστισμού εκείνου σήμανε και περισσότερη «άνεση
κινήσεων» των εκάστοτε κυβερνώντων, για όλα. Θεμιτά, «θεμιτά» και αθέμιτα…
Μήπως ο Γκρούεζας θα ήταν πιο διακριτικός;
Τα οικονομικά σκάνδαλα δεν είναι το μόνο «τερέν», στο
οποίο η Μεταπολίτευση κατηγορείται κατά τρόπο αβάσιμο και ανιστόρητο. Γενικώς η
Μεταπολίτευση «πρέπει» να κάθεται στο εδώλιο, για όλα. Το οξύμωρο είναι ότι
ανάμεσα στους κατήγορους, οι οποίοι μια φορά και έναν καιρό περιορίζονταν στις
τάξεις των ακροδεξιών, εδώ και πολλά χρόνια αφθονούν όσοι ανήκουν – ή ανήκαν
μέχρι πρότινος- στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή στα δυο κόμματα που «γεννήθηκαν» το
1974 και κυβέρνησαν σχεδόν αποκλειστικά καθ’ όλον τον μεταπολιτευτικό ιστορικό
κύκλο, ο οποίος, κατά την άποψή του γράφοντος ολοκληρώνεται στη χαραυγή της
δεκαετίας του 1990 (δεν είναι της παρούσης η εξήγηση αυτού του συμπεράσματος,
ούτε η παράθεση των διατυπωμένων εκδοχών για το πότε ακριβώς έληξε ουσιαστικά η
Μεταπολίτευση).
Οξύμωρο ναι, ανεξήγητο όχι: Οι μομφές εναντίον της
Μεταπολίτευσης και του «λαϊκισμού» της κατά κανόνα εκβάλλουν στον αφορισμό του
… τρισκατάρατου ριζοσπαστισμού, που τότε αναπτύχθηκε. Οι ίδιες μομφές, που
καταλήγουν σε ένα συνολικό «αρνητικό πρόσημο» για τη Μεταπολίτευση (όχι σε επί
μέρους αυστηρές κριτικές) υφαίνουν και
μια βολική κουρτίνα. Πίσω της, καλύπτονται τα… δέοντα. Τα αδιέξοδα του
μεταπολεμικού παραγωγικού μοντέλου της χώρας, η ανεπάρκεια της ελληνικής
βιομηχανικής ελίτ και οι στραβοτιμονιές της στα δύσκολα (πετρελαϊκές κρίσεις
1973 και 1979, κατάργηση προστατευτικών δασμών με την ένταξη στην ΕΟΚ), οι
πραγματικοί λόγοι της χρεοκοπίας του 2009 -10, κ.α.
Η διακυβέρνηση Κων. Μητσοτάκη εγκαινίασε το 1990 έναν
ιστορικό κύκλο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «αντι – μεταπολιτευτικός».
Ουσιαστικά, επί 35 έτη αυτόν τον κύκλο διανύουμε – έστω και με επί μέρους
«αστερίσκους». Κάποια στιγμή θα πρέπει να αντιπαραβάλουμε στις διακηρύξεις και
τις υποσχέσεις που τον συνοδεύουν την απτή πραγματικότητα. «Πήξαμε» στις
«μεταρρυθμίσεις», βομβαρδιστήκαμε με άρσεις των «παραγώγων» του
«μεταπολιτευτικού λαϊκισμού» και πού φθάσαμε; Να κοιτάμε κάθε τρεις και λίγο τα
στοιχεία της Eurostat και άλλων διεθνών οργανισμών, για δούμε αν η ελληνική
κοινωνία είναι πρώτη ή δεύτερη φτωχότερη στην ΕΕ των «27».
Υποτίθεται ότι ο κατακλυσμός των «εκσυγχρονιστικών»
μέτρων θα έκανε «ανταγωνιστικότερη» την ελληνική οικονομία – άλλο αν αυτό θα
σήμαινε κάτι για το βιοτικό μας επίπεδο. Όμως, επί συνόλου 133 χωρών το 1999 η
ελληνική οικονομία βρισκόταν στην 36η θέση στη «διεθνή κατάταξη
ανταγωνιστικότητας» και το 2009, δηλαδή λίγο προτού καταφθάσει ο όλεθρος των
μνημονίων, είχε προλάβει να πέσει στην 71η (πηγή: World Economic Forum). Και
πλάι σ’ όλα αυτά, «έχουμε» πλέον και αχαλίνωτα οικονομικά σκάνδαλα.
Αντί επιλόγου: Ακόμη και οι «φορτωμένες» με οικονομικά
σκάνδαλα δεκαετίες του 1950 και του 1960 διατηρούσαν ένα χαρακτηριστικό: Όπως φάνηκε και στα
παραδείγματα που αναφέραμε παραπάνω, τότε εγειρόταν πολιτικό σοβαρό ζήτημα, εάν
μια μεγάλη «δουλειά» του Δημοσίου δινόταν με απ’ ευθείας ανάθεση. Οι
κυβερνώντες έπρεπε να εξηγήσουν ποιο κυνήγι του χρόνου, ποιες καταστάσεις
«κατεπείγοντος» καθιστούσαν αναπόφευκτη μια απ’ ευθείας ανάθεση.
Τώρα; Στο πρώτο εννεάμηνο του 2024 οι απ’ ευθείας
αναθέσεις αντιστοιχούσαν στο 75% του συνόλου των δημοσίων συμβάσεων που
υπογράφηκαν στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι το
Ελεγκτικό Συνέδριο έχει περιγράψει με τα μελανότερα χρώματα τη συντελούμενη
μέσω απ’ ευθείας αναθέσεων διασπάθιση δημόσιου χρήματος.
Είπαμε, ορισμένες κινήσεις ακόμη και ο… Γκρούεζας του
1965 θα τις απέφευγε, σε δημόσια θέα. Τώρα όμως φαντάζουν περιττές τέτοιες
σχολαστικότητες…
O Διονύσης
Ελευθεράτος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταπολίτευση: Ένα
βολικό “τέρας”» (εκδ. ΤΟΠΟΣ)
