Μαργαρίτα Φράγκου
Τις τελευταίες εβδομάδες, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν μια ανησυχητική αλληλουχία περιστατικών που έχουν θέσει σε συναγερμό τις αρχές δημόσιας υγείας και τους καταναλωτές.
Οι μαζικές ανακλήσεις μολυσμένων προϊόντων και τα θανατηφόρα κρούσματα από Listeria, όλα κατά το διάστημα του φθινοπώρου του 2025, αποκαλύπτουν το μεγάλο πρόβλημα στο αμερικανικό σύστημα ελέγχου τροφίμων.
Τα περιστατικά δεν δείχνουν απλώς αστοχίες μεμονωμένων εταιρειών, αλλά δομικές αδυναμίες ενός συστήματος που, σύμφωνα με ειδικούς, έχει υπονομευθεί χρόνια από πολιτικές απορρύθμισης, όπως τονίζει το theconversation.
Ανακαλούνται προϊόντα το ένα μετά το άλλο
Τα παραδείγματα είναι πολλά και ενδεικτικά.
Η εταιρεία Hillshire Brands ανακάλεσε περίπου 26.000 τόνους corn dogs (τηγανητά λουκάνικα με ζύμη καλαμποκιού) μετά τον εντοπισμό κομματιών ξύλου στη ζύμη με τουλάχιστον πέντε περιστατικά γαστρικών τραυματισμών.
Το Υπηρεσία Επιθεώρησης και Ασφάλειας Τροφίμων (FSIS) εξέδωσε προειδοποίηση για κατεψυγμένα γεύματα μολυσμένα με Listeria monocytogenes, που έχουν συνδεθεί ήδη με τέσσερις θανάτους.
Παράλληλα, η εταιρεία Black Sheep Egg Company απέσυρε παρτίδες αυγών λόγω ανίχνευσης σαλμονέλας, ενώ ακολούθησαν προειδοποιήσεις για σνακ με μεταλλικά θραύσματα, καθώς και ανακλήσεις πεπονιών, σολομού και λαβρακιού λόγω πιθανού κινδύνου μόλυνσης.
Αν και κάθε ένα από αυτά τα περιστατικά θα μπορούσε να θεωρηθεί μεμονωμένο, η συσσώρευσή τους μέσα σε λίγες εβδομάδες αποκαλύπτει ένα ανησυχητικό μοτίβο: το σύστημα εποπτείας τροφίμων των ΗΠΑ δείχνει να χάνει την ικανότητά του να προστατεύει αποτελεσματικά τη δημόσια υγεία.
Πολιτικές απορρύθμισης του Τραμπ
Πίσω από την κρίση αυτή βρίσκονται, σύμφωνα με τον καθηγητή José Miguel Soriano del Castillo, πολιτικές αποδυνάμωσης των ρυθμιστικών μηχανισμών.
Η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ είχε εφαρμόσει μια ατζέντα απορρύθμισης και περικοπών, στο όνομα της μείωσης της γραφειοκρατίας και του κόστους.
Στην πράξη, όμως, αυτό σήμαινε περικοπές προσωπικού στην Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), που οδήγησαν ακόμη και στην αναστολή ελέγχων ποιότητας γάλακτος.
Το Υπουργείο Γεωργίας διέλυσε τους επιστημονικούς συμβουλευτικούς φορείς που καθοδηγούσαν την πολιτική ασφάλειας τροφίμων, αφαιρώντας ένα κρίσιμο τεχνικό αντίβαρο.
Παράλληλα, η FDA (η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ – Food and Drug Administration), ξεκίνησε διαδικασίες για να χαλαρώσει τις προϋποθέσεις έγκρισης περισσότερων από 50 ειδών τροφίμων μεταβάλλοντας, ουσιαστικά, τους κανόνες της επισήμανσης και του ποιο θεωρείται «ασφαλές προϊόν».
Η κατάργηση της Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα ποινικών διώξεων σε παραβάτες, ενώ η αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων προς τις πολιτείες δημιούργησε ανισότητες στην εφαρμογή των ελέγχων, καθώς ορισμένες τοπικές αρχές διαθέτουν ελάχιστους πόρους.
Οι υποστηρικτές αυτών των αλλαγών ισχυρίζονται ότι μειώνουν το κόστος και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα. Όμως, όπως επισημαίνουν οι επικριτές, στην πραγματικότητα πρόκειται για δομική αποδυνάμωση του ίδιου του συστήματος εποπτείας.
Παραιτήσεις και κρίση εμπιστοσύνης
Η εσωτερική κρίση έχει ήδη οδηγήσει σε παραιτήσεις υψηλόβαθμων στελεχών.
Ο Jim Jones, αναπληρωτής επίτροπος για τα τρόφιμα της FDA, αποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2025, καταγγέλλοντας ότι οι περικοπές είχαν αφήσει την υπηρεσία ανίκανη να εκτελέσει τις βασικές της λειτουργίες.
Λίγο αργότερα, ο Michael Rogers, επικεφαλής των επιθεωρήσεων, παραιτήθηκε μετά από 34 χρόνια υπηρεσίας, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια των επιθεωρητών που βλέπουν τις δυνατότητές ελέγχου τους να περιορίζονται.
Ταυτόχρονα, οργανώσεις καταναλωτών, γιατρών και δημόσιας υγείας ζήτησαν την παραίτηση του Robert F. Kennedy Jr., υπουργού Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών, τονίζοντας ότι δίνει προτεραιότητα στη χαλάρωση των κανονισμών και όχι στην προστασία της δημόσιας υγείας.
Οι αποχωρήσεις αυτές δεν είναι τυχαίες. Αντικατοπτρίζουν μια βαθιά ρήξη μέσα στους θεσμούς που είναι υπεύθυνοι για τη διασφάλιση της ποιότητας των τροφίμων, μια ρήξη ανάμεσα στους τεχνοκράτες που ζητούν αυστηρότερους ελέγχους και στις πολιτικές δυνάμεις που προωθούν την απορρύθμιση.
Η νέα πραγματικότητα: λιγότεροι έλεγχοι, μεγαλύτεροι κίνδυνοι
Οι ανακλήσεις τροφίμων, φυσικά, δεν είναι νέο φαινόμενο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυξάνονται σε συχνότητα και μέγεθος. Πολλά από τα πρόσφατα περιστατικά αφορούν προϊόντα μαζικής κατανάλωσης, γεγονός που πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο.
Με λιγότερους επιθεωρητές και λιγότερους πόρους, οι πιθανότητες να περάσουν απαρατήρητα επικίνδυνα προϊόντα είναι πλέον πολύ μεγαλύτερες.
Αν και τα τελικά στατιστικά στοιχεία για το 2025 δεν έχουν δημοσιευθεί, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν μια ανησυχητική αύξηση των περιστατικών και των δηλητηριάσεων.
Οι επίσημες δικαιολογίες και τα ανοιχτά ερωτήματα
Η κυβέρνηση και ορισμένοι εκπρόσωποι της βιομηχανίας υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές γίνονται για να απλοποιηθεί η γραφειοκρατία και να επιταχυνθεί η καινοτομία.
Η μεταφορά ευθυνών στις πολιτείες, λένε, επιτρέπει πιο ευέλικτες τοπικές λύσεις. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι έλεγχοι πρέπει να επικεντρώνονται στους σοβαρότερους κινδύνους, και όχι σε ελέγχους ρουτίνας.
Ωστόσο, αυτά τα επιχειρήματα καταρρέουν μπροστά στα πρόσφατα γεγονότα.
Όταν οι ειδήσεις για νεκρούς από Listeria και τραυματισμούς από μολυσμένα τρόφιμα διαδέχονται η μία την άλλη, η συζήτηση για «απελευθέρωση της αγοράς» παύει να έχει νόημα.
Η ασφάλεια τροφίμων είναι δημόσιο αγαθό, όχι πεδίο αυτορρύθμισης
Η Αμερική του 2025 αντιμετωπίζει μια κρίσιμη καμπή: τα πρόσφατα σκάνδαλα γύρω από τη διατροφή δεν είναι απλά «μεμονωμένα ατυχήματα», αλλά σύμπτωμα ενός συστήματος σε αποσύνθεση.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η κοινωνική και πολιτική πίεση θα καταφέρει να αντιστρέψει την πορεία πριν πολλαπλασιαστούν οι ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες.
