Δικαιοσύνη με το Σταγονόμετρο: Οκτώ Χρόνια καθυστέρηση για μια (Μη) Τελεσίδικη Απόφαση στις Σέρρες
Η πρόσφατη πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για την υπόθεση του καθηγητή του ΤΕΙ Σερρών και των ιδιοκτητών φροντιστηρίου, η οποία είδε το φως της δημοσιότητας τον Οκτώβριο του 2018, φέρνει στην επιφάνεια ένα μείζον ζήτημα: τη χρόνια καθυστέρηση της ελληνικής Δικαιοσύνης και την αίσθηση ότι η τιμωρία, ακόμη και όταν έρχεται, στερείται του πλήρους αποτρεπτικού της χαρακτήρα. Χρειάστηκαν οκτώ ολόκληρα χρόνια από την αποκάλυψη του σκανδάλου, που συντάραξε την ακαδημαϊκή κοινότητα και την τοπική κοινωνία των Σερρών, για να εκδοθεί μια απόφαση, η οποία, εν τέλει, δεν είναι τελεσίδικη.
Οκτώ Χρόνια: Μια Οδύσσεια
Καθυστέρησης
Η υπόθεση, που αφορούσε τον
καθηγητή ο οποίος φέρεται να “έκοβε” σκόπιμα σπουδαστές και τους παρέπεμπε σε
συγκεκριμένο φροντιστήριο έναντι χρηματικού ανταλλάγματος (250 ευρώ ανά μάθημα,
σύμφωνα με μια χαρακτηριστική κατάθεση), ήταν από τις πλέον κραυγαλέες
περιπτώσεις διαφθοράς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Καταγγελίες για δωροληψία
και εκβίαση, δεκάδες φοιτητές-μάρτυρες και η εικόνα ενός εκπαιδευτικού
ιδρύματος που δέχθηκε ένα βαρύ πλήγμα στην αξιοπιστία του.
Παρόλα αυτά, η δικαστική
διαδικασία κινήθηκε με ρυθμούς που θυμίζουν χελώνα. Οκτώ χρόνια είναι μια
ολόκληρη γενιά φοιτητών, μια μεγάλη περίοδος κατά την οποία η αβεβαιότητα
πλανάται πάνω από τους κατηγορουμένους, αλλά κυρίως πάνω από το κοινωνικό
αίσθημα δικαίου.
Η Πρωτόδικη Απόφαση: Ενοχή,
Ελαφρυντικά και… Ελευθερία
Το Τριμελές Εφετείο
Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης έκρινε ένοχους τον 67χρονο καθηγητή (για
κακουργήματα δωροληψίας και εκβίασης) και το ζευγάρι των ιδιοκτητών του
φροντιστηρίου.
Καθηγητής: Κάθειρξη 8 ετών και χρηματική
ποινή 30.000 ευρώ.
Ιδιοκτήτες Φροντιστηρίου: Κάθειρξη 5 ετών
και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ ο καθένας.
Ωστόσο, η αναγνώριση του
ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς στους καταδικασθέντες – μια
αναγνώριση που εν μέσω των βαρύτατων κατηγοριών γεννά ερωτήματα – σε συνδυασμό
με την ανασταλτική δύναμη της έφεσης, είχε ως αποτέλεσμα οι τρεις
καταδικασθέντες να αφεθούν ελεύθεροι.
Το μήνυμα που εκπέμπεται στην
κοινωνία είναι δυσερμήνευτο. Ενώ η Δικαιοσύνη επιβεβαιώνει την τέλεση σοβαρών
εγκλημάτων, η εκτέλεση της ποινής αναστέλλεται, αφήνοντας την υπόθεση να
αιωρείται ενόψει του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η δικαίωση για τους σπουδαστές
που βρήκαν το θάρρος να καταθέσουν καθυστερεί, ενώ η αίσθηση της άμεσης
τιμωρίας μηδενίζεται.
Ερωτήματα και Προκλήσεις
Η εξέλιξη της υπόθεσης θέτει
στο τραπέζι κρίσιμα ερωτήματα:
Η Ταχύτητα της Δικαιοσύνης: Πόσο ακόμα θα
περιμένει η ελληνική κοινωνία για να δει υποθέσεις μείζονος σημασίας να
εκδικάζονται σε εύλογο χρονικό διάστημα; Η καθυστέρηση δεν υπονομεύει μόνο την
αξιοπιστία του συστήματος, αλλά και την ίδια την έννοια της δικαίωσης.
Το Μήνυμα της Τιμωρίας: Όταν για
κακουργηματικές πράξεις διαφθοράς στην εκπαίδευση, με θύματα νέους ανθρώπους,
οι καταδικασθέντες παραμένουν ελεύθεροι, ποιο είναι το μήνυμα που στέλνεται σε
όσους σκέφτονται να ακολουθήσουν παρόμοιες πρακτικές;
Το Ελαφρυντικό: Η αναγνώριση ελαφρυντικών
σε τέτοιες υποθέσεις, όπου οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν μέχρι τέλους τις
κατηγορίες, αποτελεί ένα πεδίο έντονης συζήτησης και προβληματισμού.
Η αθώωση, τέλος, του τέταρτου
καθηγητή που ήταν κατηγορούμενος για την ίδια υπόθεση δείχνει ότι η Δικαιοσύνη
λειτούργησε, διαχωρίζοντας τις ευθύνες, μια κίνηση που είναι, βέβαια, θετική.
Ωστόσο, η ουσία παραμένει: Η
υπόθεση του «καθηγητή φακελάκη» των Σερρών είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα
μιας ελληνικής Δικαιοσύνης που, αν και αργά, κατάφερε να φτάσει σε μια κρίση
ενοχής, αλλά όχι ακόμα σε μια τελεσίδικη απόδοση ευθυνών και εκτέλεση της
ποινής. Η κοινωνία αναμένει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ελπίζοντας ότι η δικαίωση
αυτή τη φορά θα είναι ταχύτερη και, κυρίως, πλήρης.
Η φωτογραφία του τίτλου είναι από την τότε
(1/10/2018) σύλληψη του καθηγητη και την προσαγωγή του στα Δικαστήρια Σερρών.
