Η πολιτική του Μαξίμου κρατάει όμηρο τη χώρα σε συνθήκες τρόικας. Αποκαρδιωτικά τα στοιχεία και του ΟΟΣΑ
«Η πολιτική είναι έργο και αποτέλεσμα, δεν είναι
ταμπέλες» απεφάνθη πριν από λίγες μέρες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος
Μαρινάκης
και σε αυτό κανείς δεν θα διαφωνήσει μαζί του.
Σήμερα το έργο της κυβέρνησής του καταγράφεται πια με
αριθμούς, σε όλους τους δείκτες της οικονομίας και της κοινωνίας.
Σε 6,5 χρόνια η νέα εποχή που υποσχέθηκε ο Μητσοτάκης
ήρθε, αλλά όχι με τον τρόπο που νόμιζαν πολλοί.
Τα στοιχεία και οι δείκτες της Eurostat και άλλων διεθνώς
αναγνωρισμένων οργανισμών και φορέων αποτυπώνουν το αποτέλεσμα των έργων
Μητσοτάκη, που αποτελεί μοναδικό κατόρθωμα του πώς να εμποδίσεις την ανάκαμψη
μιας οικονομίας και να ενταφιάσεις κάθε προοπτική βελτίωσης για τους πολίτες
της χώρας. Η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στους ευρωπαϊκούς δείκτες φτώχειας με ραγδαία
κατρακύλα.
Χαμηλότερο μέσο ετήσιο εισόδημα, χαμηλότερες κοινωνικές
παροχές και ραγδαία αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Η σημερινή κατάντια σε όλους τους τομείς, από τους
μισθούς μέχρι την εκτίναξη της μακροχρόνιας ανεργίας και του κοινωνικού
αποκλεισμού λόγω φτώχειας είναι το συνειδητό αποτέλεσμα της επταετίας μιας
κυβέρνησης. Η υπονόμευση κάθε σοβαρής προοπτικής για τη χώρα έχει τα
χαρακτηριστικά μιας καταστροφής που μετατράπηκε σε ευκαιρία για λίγους.
Δουλεύουμε σκληρότερα, για όλο και λιγότερα. Βασισμένη
πάνω στα στοιχεία της Eurostat, έρευνα του διεθνώς καταξιωμένου Levy Economics
Institute, του Bard College των ΗΠΑ, συμπέρανε πως όσο σκληρά κι αν εργάζονται
οι Έλληνες, η αγοραστική τους δύναμη δεν βελτιώνεται.
Οι αποδοχές στην Ελλάδα σε όρους κοινής αγοραστικής
δύναμης είναι στο χαμηλότερο επίπεδο στην Ε.Ε.
Το δε χάσμα μεταξύ του μέσου και του κατώτατου μισθού
στον ιδιωτικό τομέα έχει μειωθεί, με αυξανόμενη συγκέντρωση των εργαζομένων στο
κατώτερο άκρο της κατανομής των αποδοχών.
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 με τους μέσους
ετήσιους μισθούς πλήρους απασχόλησης στην Ε.Ε. καταγράφουν τους Έλληνες στη
χειρότερη θέση με τους χαμηλότερους μισθούς στο ευρωπαϊκό μπλοκ, παρέα με τους
Βούλγαρους.
Ο μέσος μισθός στην Ελλάδα είναι δύο φορές χαμηλότερος
από τον μέσο ευρωπαϊκό μισθό (39.800 ευρώ), 3,5 φορές χαμηλότερος από της
Ιρλανδίας (61.100 ευρώ) και 4,5 φορές χαμηλότερος από τον αντίστοιχο του
Λουξεμβούργου (83.000 ευρώ).
Εντυπωσιακό στοιχείο από την έκθεση της Eurostat είναι το
γεγονός ότι χώρες που τα προηγούμενα χρόνια βρίσκονταν στο ίδιο ή και σε
χειρότερο οικονομικό επίπεδο έχουν ξεπεράσει και μάλιστα κατά πολύ την Ελλάδα.
Μας άφησαν πίσω ακόμα και οι φτωχές χώρες του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ». Και
δεν είναι οι μοναδικοί τομείς που έχουμε τρυπήσει τον πάτο του βαρελιού.
🔹Το αυξημένο κόστος ζωής είναι το νούμερο ένα
πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά και απασχολεί όλα τα κράτη,
παραδέχτηκε την Παρασκευή στη Βουλή ο Μητσοτάκης, όχι ως πρωθυπουργός, αλλά ως
θεατής της ανεξέλεγκτης αισχροκέρδειας από το 2021 μέχρι σήμερα.
Είπε, μάλιστα, ότι γνωρίζει τις πραγματικές διαστάσεις
του προβλήματος, υποσχόμενος, τώρα που οι τιμές σε σούπερ μάρκετ, ενέργεια και
ενοίκια έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα όλων των εποχών, πως «θα το
αντιμετωπίσουμε», υπογραμμίζοντας την ανάγκη το συγκεκριμένο θέμα «να μένει
μακριά από fake news», όταν οι εξαγγελίες του είναι από μόνες τους fake news.
Η θηριώδης ακρίβεια προκάλεσε συνέπειες εξαθλίωσης.
Τα νοικοκυριά αλλά και ολόκληροι κλάδοι δεινοπαθούν. Στα
τέλη Αυγούστου ανακοίνωσε η ΕΛ.ΣΤΑΤ. πως για το β’ τρίμηνο του 2025 ο τζίρος
στις επιχειρήσεις εστίασης σημείωσε πτώση 2,6% σε σχέση με το ίδιο διάστημα
πέρυσι (και που είσαι ακόμα...). Και παρά τις μεγάλες αυξήσεις τιμών. Δλδ σε
ποσότητες η πτώση είναι πολύ μεγαλύτερη.
(Ο τζίρος διαμορφώθηκε στα 2,73 δισ. ευρώ, από 2,80 δισ.
ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024). Στη Σαντορίνη, η εστίαση κατέγραψε
βουτιά 21%, ενώ και τα καταλύματα παρουσίασαν πτώση 22,1%. Το νησί, που
αποτελεί βασικό πυλώνα του τουρισμού, δείχνει ξεκάθαρα τις πιέσεις που δέχεται
η αγορά. Συνολικά οι πιο μεγάλες απώλειες συγκεντρώνονται στις Κυκλάδες.
🔹Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη και με σοβαρές
δημογραφικές και εργασιακές προκλήσεις, που απειλούν την παραγωγικότητα και την
οικονομική ανάπτυξη της χώρας τις επόμενες δεκαετίες.
Ο επικεφαλής του κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη δυναμική
των πληθυσμών Άρης Αλεξόπουλος υπογράμμισε ότι ο παραγωγικός πληθυσμός της
χώρας, ηλικίας 15 έως 64 ετών, θα μειωθεί κατά περίπου 2.000.000 άτομα μέχρι το
2050. «Σήμερα είμαστε στα 6,6 εκατομμύρια. Το 2050 θα είμαστε 30% λιγότεροι».
Αυτό θα έχει άμεσο οικονομικό αντίκτυπο. Ο επικεφαλής του ΟΟΣΑ ανέδειξε και το
πρόβλημα της έλλειψης εργαζομένων στην ελληνική αγορά. «Οι επιχειρήσεις δεν
βρίσκουν προσωπικό σε ποσοστό 75%. Ενώ πριν από την πανδημία είχαμε έναν άνεργο
για μια κενή θέση, σήμερα έχουμε έναν άνεργο για δέκα κενές θέσεις». Πολλοί
άνεργοι είτε δεν θεωρούν ελκυστικές τις διαθέσιμες θέσεις είτε δεν διαθέτουν τα
απαιτούμενα προσόντα και δεξιότητες.
🔹ΑΑΔΕ: Έξι στις 10 επιχειρήσεις έχουν ζημιές ή
μηδενικά κέρδη σύμφωνα με την ΑΑΔΕ. Κέρδη εμφάνισαν μόνο οι τέσσερις στις δέκα
επιχειρήσεις στην Εφορία το 2024, με μόλις 3.975 εταιρίες να καταβάλλουν το
62,5% του συνολικού φόρου εισοδήματος των νομικών προσώπων. Την ίδια ώρα,
ζημιές ή μηδενικά κέρδη παρουσίασαν έξι στις δέκα εταιρίες.
Από το σύνολο των 356.601 νομικών προσώπων οι 133.020
κατέγραψαν ζημιές ύψους 37,5 δισ. ευρώ και οι 80.279 δήλωσαν μηδενικό
αποτέλεσμα. => 213.299 επιχειρήσεις δεν είχαν κέρδη
Η στατιστική επεξεργασία που πραγματοποίησε η ΑΑΔΕ στις
δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που υπέβαλαν πέρυσι 356.601 επιχειρήσεις
δείχνει τα εξής: Ο συνολικός τζίρος διαμορφώθηκε στα 420,65 δισ. ευρώ,
καταγράφοντας μείωση κατά 4,20 δισ. ευρώ σε σχέση με τις δηλώσεις του 2023.
Όμως, τα συνολικά φορολογητέα κέρδη ήταν αυξημένα σε σχέση με τις δηλώσεις του
2023 κατά 4,93 δισ. ευρώ, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται σε 30,10 δισ. ευρώ.
Η «ακτινογραφία» της ΑΑΔΕ έρχεται να «δέσει» απόλυτα με
όσα αποκάλυψε η τελευταία έρευνα της Eurostat στις αρχές Νοεμβρίου. Ο
Μητσοτάκης παριστάνει τον πρωθυπουργό που είναι κατά της φορολόγησης, όταν έχει
εξαπολύσει φορολαίλαπα επί 6,5 χρόνια. Πριν από δύο εβδομάδες η Eurostat
ανακοίνωσε πως η Ελλάδα είναι στο top 10 με τους περισσότερους φόρους σε όλη
την Ε.Ε. το 2024.
Η αναλογία φόρων προς ΑΕΠ -δηλαδή το άθροισμα των φόρων
και των καθαρών κοινωνικών εισφορών ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου
προϊόντος από 39,9% το 2023, πήγε το 2024 στο 41,7%, επίπεδο που την τοποθετεί
στην πρώτη δεκάδα των χωρών με τη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση στην ΕΕ.
Οι φόροι αυξήθηκαν και στα περισσότερα κράτη-μέλη της
Ε.Ε., ενισχύοντας τα δημόσια έσοδα αλλά και τις πιέσεις στα νοικοκυριά.
🔹Ελλάδα 2.0: Η «οικονομία του καφέ» και του …
«Φραπέ»
Από τη μία είναι η πρωτοφανής έκρηξη διαφθοράς επί
κυβέρνησης Μητσοτάκης με τους διάφορους «Φραπέδες» που κάνουν δουλειές τύπου
ΟΠΕΚΕΠΕ σε βάρος των φορολογουμένων. Και, από την άλλη, είναι η κανονική
οικονομία, η οποία στηρίζεται σε αδύναμες επιχειρήσεις, όπως του «καφέ», με τις
συνοικίες να έχουν γεμίσει από ορθάδικα μαγαζιά που ανοιγοκλείνουν κάθε
εξάμηνο.
Τέλη Οκτωβρίου είδε το φως μια νέα μελέτη του Ελληνικού
Παρατηρητηρίου της London School of Economics (LSE), με τίτλο «The Café
Economy», με μια σκληρή αλήθεια για τη "μεταμνημονιακή" Ελλάδα: η
χώρα έχει παγιδευτεί σε ένα οικονομικό μοντέλο με πήλινα πόδια. Οι ερευνητές
περιγράφουν την Ελλάδα ως μια «οικονομία των καφέ», όπου ο δυναμισμός των
εστιατορίων, των μπαρ, των ξενοδοχείων και των βραχυχρόνιων μισθώσεων
δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ανάπτυξης, αλλά στην πραγματικότητα αποδυναμώνει την
παραγωγική βάση της χώρας.
Η εργασιακή παραγωγικότητα στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 16%
μεταξύ 2009 και 2024, ενώ η απασχόληση στον τουρισμό και στην εστίαση αυξήθηκε
κατά 87% την περίοδο 2009-2023, αλλά οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, με άνθηση
της μερικής εργασίας. Η μελέτη του LSE αποτελεί ηχηρή προειδοποίηση: χωρίς μια
στρατηγική ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης και χωρίς πολιτικές που να
ενισχύουν την καινοτομία, την τεχνολογία και την εγχώρια παραγωγή, η Ελλάδα
κινδυνεύει να παγιωθεί σε μια οικονομία χαμηλών αποδόσεων και χαμηλών
προσδοκιών.
🔹«Χαστούκι» από ΟΟΣΑ: Φτωχός συγγενής το ΕΣΥ.
Tο ελληνικό κράτος δίνει ελάχιστα για την υγεία, σε
σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως αποκαλύφθηκε αυτές τις μέρες στην
έκθεση του ΟΟΣΑ για την υγεία το 2025. Αποδεικνύεται ότι το ΕΣΥ της Ελλάδας
συνεχίζει να είναι ακριβότερο, υποχρηματοδοτούμενο, λιγότερο προσβάσιμο και
ανορθολογικά οργανωμένο σχετικά με τη διανομή των δαπανών.
Tο ελληνικό κράτος διαθέτει μόλις το 10% των συνολικών
του δαπανών για την υγεία, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό σε σύγκριση με άλλες
ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτικά, σε κράτη όπως η Ιρλανδία και η Γερμανία η
αντίστοιχη δαπάνη αγγίζει το 19%.
Το 12,1% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν υποβλήθηκε σε
εξέταση ή ανέβαλε θεραπεία, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φτάνει μόλις το 3,4%. Ως
βασικός λόγος αναφέρεται το αυξημένο κόστος, ενώ ακολουθούν ο μεγάλος χρόνος
αναμονής και η γεωγραφική δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας. Η κατάσταση
μοιάζει απελπιστική, ενω ο υπουργός Υγείας έχει δημιουργήσει τη δική του πλαστή
πραγματικότητα, μιλώντας όλη μέρα στα ΜΜΕ.
🔴 Όμως, δεν είμαι μόνο αυτά. Στον δείκτη
ικανοποίησης, στη στέγαση του γενικού πληθυσμού, στην παιδική φτώχεια και στις
διακοπές η κατάσταση είναι καταθλιπτική.
Από τη Eurostat έχουμε μάθει μέσα στο 2025:
1. Η Ελλάδα έχει τη δεύτερη χαμηλότερη βαθμολογία στην
Ε.Ε. όσον αφορά τον δείκτη ικανοποίησης βάσει της οικονομικής κατάστασης.
2. Ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά στην Ε.Ε. καταγράφει η
Ελλάδα και ως προς τον κίνδυνο παιδικής φτώχειας, σύμφωνα με την πρόσφατη
έρευνα της Eurostat. Το 28% των παιδιών ηλικίας έως 18 ετών βρίσκεται
αντιμέτωπο με τον κίνδυνο φτώχειας στα έτη 2023-2024. Ο μέσος όρος στην Ε.Ε.
κυμαίνεται στο 24%, ενώ οι Σλοβενία (11,8%), Κύπρος (14,8%) και Τσεχία (15,4%)
έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά.
3. Για δεκαετίες όλοι ήξεραν πως τον Αύγουστο γίνονται τα
μπάνια του λαού. Επί Κυριάκου είναι του… μισού λαού. Η Eurostat έδειξε πως τo
46% των Ελλήνων δεν αντέχει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπές.
4. Το πρόβλημα στέγασης στην Ελλάδα αγγίζει το σύνολο της
κοινωνίας, σύμφωνα με τη Eurostat. Υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό υπερβολική
επιβάρυνση από το κόστος στέγασης, στο 27,6% του πληθυσμού στην Ελλάδα, που
είναι η πιο μεγάλη αναλογία στην Ε.Ε., έναντι 7,8% του μέσου όρου.
