Ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση της εκκαθάρισης των φοιτητικών καταλόγων στα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, με τη διαγραφή των λεγόμενων «μη ενεργών φοιτητών», οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε τετραετή προγράμματα σπουδών πριν από το 2017 και δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για παράταση της διάρκειας φοίτησης.
Σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας, στις 31 Δεκεμβρίου 2025
διαγράφηκαν συνολικά 308.605 μη ενεργοί φοιτητές, στο πλαίσιο εφαρμογής του ν.
4957/2022, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5224/2025. Ο αριθμός αυτός αφορά
αποκλειστικά φοιτητές που δεν κάλυπταν τα προβλεπόμενα κριτήρια του νόμου.
Όπως ανέφερε η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, τις
επόμενες ημέρες θα ανακοινωθούν αναλυτικά τα στοιχεία για όσους αξιοποίησαν τη
«δεύτερη ευκαιρία» που θεσπίστηκε νομοθετικά το περασμένο καλοκαίρι.
«Η φοιτητική ιδιότητα δεν ισχύει εφ’ όρου ζωής σε κανένα
σύγχρονο ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο. Θέλουμε πτυχία με αξία, που αντανακλούν
προσπάθεια, ικανότητες και μεράκι», δήλωσε η κ. Ζαχαράκη.
Η υπουργός τόνισε ότι το καθεστώς των ανενεργών φοιτητών
«αδικούσε τους πάντες» επί δεκαετίες, σημειώνοντας ότι δημιουργούσε προβλήματα
τόσο στα Ιδρύματα, που δεν μπορούσαν να προγραμματίσουν, όσο και στους ενεργούς
φοιτητές, αλλά και στους ίδιους τους νέους, «που έμεναν εγκλωβισμένοι, χωρίς
ουσιαστική σύνδεση με τις σπουδές τους».
Σχετικά με το νέο νομοθετικό πλαίσιο, σημείωσε ότι «δεν
είναι άκαμπτο», καθώς προβλέπει εξαιρέσεις και ευελιξία για εργαζόμενους
φοιτητές, για όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, καθώς και για άτομα με
σοβαρές οικογενειακές ή κοινωνικές υποχρεώσεις.
«Δεν αντιμετωπίζουμε όλους το ίδιο, αλλά τον καθένα
δίκαια. Χιλιάδες φοιτητές μας αξιοποίησαν τη “δεύτερη ευκαιρία” που θεσπίσαμε,
κι αυτό λέει πολλά για το πόσο αναγκαία ήταν αυτή η παρέμβαση», κατέληξε.
Από την πλευρά του, ο υφυπουργός Παιδείας αρμόδιος για
την Ανώτατη Εκπαίδευση, Νίκος Παπαϊωάννου, χαρακτήρισε την εκκαθάριση των
φοιτητικών καταλόγων «αναγκαίο και ουσιαστικό βήμα εξορθολογισμού» του
ελληνικού ακαδημαϊκού συστήματος.
Όπως ανέφερε, με επικαιροποιημένους φοιτητικούς
καταλόγους τα πανεπιστήμια μπορούν να προγραμματίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια
τις ανάγκες τους σε ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές και πόρους. «Αυτός ο
σχεδιασμός αποτελεί προϋπόθεση για την αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών και
της καθημερινής ακαδημαϊκής λειτουργίας, καθώς και για τη βελτίωση των
ποιοτικών κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση των ελληνικών
πανεπιστημίων στις διεθνείς κατατάξεις», συμπλήρωσε.
