Της Πόπης Χαριτωνίδου-Γαρούφα
Αρχαιολόγου- Ιστορικού Τέχνης και Συγγραφέως
Η τοποθέτηση του ομοιώματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αμφίπολη δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική αστοχία. Αποτελεί μια κατάφωρη θεσμική εκτροπή και μια πράξη πολιτιστικής ανευθυνότητας. Όταν η τοπική αυτοδιοίκηση αποφασίζει να παρέμβει στον δημόσιο χώρο ενός παγκόσμιου αρχαιολογικού τοπόσημου, η άγνοια δεν αποτελεί ελαφρυντικό, αλλά μέρος της υπαιτιότητας.
Η καλλιτεχνική ανεπάρκεια και η προδοσία του προτύπου
Κάθε αναπαράσταση του Αλεξάνδρου οφείλει να αναμετράται με τη μακρά εικονιστική παράδοση που κληροδότησε ο Λύσιππος. Ο Αλέξανδρος δεν είναι ένα «τυχαίο πρόσωπο»• είναι ένας κωδικοποιημένος τύπος που χαρακτηρίζεται από την αναστολή της κόμης και το υγρόν των οφθαλμών, ένα βλέμμα που διαπερνά το ορατό και στοχεύει στο υπερβατικό.
Από τον Λύσιππο και εξής, ο Αλέξανδρος στην τέχνη ακολουθεί έναν σαφή τύπο: κεφαλή ανασηκωμένη, αυχένας σε σπειροειδή κίνηση, βλέμμα στραμμένο πέρα από το παρόν. Δεν είναι ένα βλέμμα αυτάρεσκο, αλλά «ὑγρό», φορτισμένο με ένταση και εσωτερική εγρήγορση.
Ο Αλέξανδρος που θα έπρεπε να στέκει στην Αμφίπολη δεν θα ήταν στατικός. Ακόμη και ακίνητος, θα υποδήλωνε κίνηση πνευματική. Το βλέμμα του δεν θα αναζητούσε τον θεατή, αλλά τον ορίζοντα, εκεί όπου τελειώνει το γνωστό και αρχίζει το άγνωστο.
Η κόμη του (η περίφημη αναστολή) δεν θα λειτουργούσε ως διακοσμητικό μοτίβο, αλλά ως δυναμική μάζα, φορέας ενέργειας. Το πρόσωπο δεν θα ήταν άτονο, αλλά πεδίο εσωτερικής έντασης, ισορροπώντας ανάμεσα στο ανθρώπινο και το υπερανθρώπινο.
Αντ’ αυτού, στην Αμφίπολη αντικρίζουμε μια μορφή στατική, άψυχη, εγκλωβισμένη σε έναν άγονο ρεαλισμό που στερείται πνευματικότητας. Το έργο αποτυγχάνει να συνομιλήσει με το ανάγλυφο της μακεδονικής γης. Δεν αναδύεται από την ιστορία του τόπου• επιβάλλεται σε αυτόν ως ένα ξένο σώμα, στερούμενο της εσωτερικής έντασης και της κίνησης που οφείλει να εκπέμπει η μνημειακή γλυπτική.
Η ονοματολογική απαξίωση: Από τον Μέγα Αλέξανδρο στον «Αλέξανδρο της Γειτονιάς»
Μια από τις πλέον εξόφθαλμες αποδείξεις της επιστημονικής ελαφρότητας με την οποία αντιμετώπισε ο Δήμος το έργο, είναι η ίδια η επιγραφή του ονόματος. Στην προτομή αναγράφεται λακωνικά και σχεδόν αγοραία: «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ».
Για την επιστήμη της Αρχαιολογίας και της Ιστορίας της Τέχνης, ο Αλέξανδρος δεν είναι ένας ανώνυμος «φίλος», ένας «γείτονας» ή ένας τυχαίος συγχωριανός για να προσφωνείται με το μικρό του όνομα. Είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, είναι ο Αλέξανδρος ο Μέγας. Η παράλειψη του εθνικού προσδιορισμού ή του ιστορικού τίτλου σε έναν τόπο όπως η Αμφίπολη, που αποτελεί το προπύργιο της μακεδονικής μνήμης, συνιστά προσβολή προς την ίδια την ιστορική οντότητα του προσώπου.
Είναι πράγματι ενδιαφέρον, γιατί αυτή η λεπτομέρεια αποκαλύπτει τη βαθύτερη ημιολογική αποτυχία του έργου. Στην αρχαιολογία, η επιγραφή δεν είναι συμπληρωματική• είναι το «κλειδί» που ξεκλειδώνει το νόημα του μνημείου.
Είναι τραγικά ειρωνικό το γεγονός ότι η δημοτική αρχή επέτρεψε μια τέτοια «οικειότητα» προς τον Μεγάλο Στρατηλάτη, την ίδια στιγμή που φρόντισε να αναγραφεί με κάθε επισημότητα και πλήρη στοιχεία το ονοματεπώνυμο του δωρητή στη βάση. Δημιουργείται έτσι μια αδιανόητη ιεραρχική στρέβλωση:
• Ο ιστορικός πρωταγωνιστής υποβιβάζεται σε μια γενική και αόριστη αναφορά («Αλέξανδρος»),
• Ενώ η ιδιωτική δωρεά αποκτά «πρόσωπο» και ονοματεπώνυμο.
Αυτή η προσέγγιση θυμίζει περισσότερο σήμανση σε αστικό πάρκο παρά απόδοση τιμής σε ένα παγκόσμιο σύμβολο. Ο Δήμαρχος όφειλε να γνωρίζει ότι στη μνημειακή γλυπτική, ο λόγος (η επιγραφή) είναι εξίσου σημαντικός με την εικόνα (το γλυπτό). Η επιλογή αυτής της αμήχανης και ελλιπούς ονομασίας προδίδει μια διοίκηση που στερείται ιστορικού βάθους και πολιτιστικού αναστήματος.
Όταν ένας Δήμος επιλέγει το σκέτο «Αλέξανδρος», ουσιαστικά προβαίνει σε μια ιστορική εκκοσμίκευση. Απογυμνώνει το πρόσωπο από το μεγαλείο του και το μετατρέπει σε ένα κοινό έκθεμα, στερημένο από τη σύνδεσή του με τη μακεδονική γη και την παγκόσμια κληρονομιά.
Το γραμματικό και συντακτικό ατόπημα: Η επιγραφή της ντροπής
Η αποτυχία κορυφώνεται στην επιγραφή της βάσης, η οποία αποτελεί μνημείο προχειρότητας. Η αναγραφή «ΔΩΡΕΑ Γ. ΤΣΟΥΛΙΔΗΣ» δεν είναι απλώς ένα γραμματικό σφάλμα• είναι η απόδειξη της πλήρους απουσίας επιβλέποντος αρχαιολόγου ή επιμελητή.
• Συντακτική βαρβαρότητα: Η χρήση της ονομαστικής («Τσουλίδης») αντί της επιβαλλόμενης γενικής («Τσουλίδη») μαρτυρά μια διοίκηση που αδυνατεί να συντάξει ακόμη και μια στοιχειώδη επιγραφή στην ελληνική γλώσσα.
• Υποβάθμιση του Μνημείου: Η επιγραφή αντιμετωπίζεται ως «ταμπέλα» καταστήματος και όχι ως μέρος του μνημειακού λόγου. Το όνομα του δωρητή προτάσσεται της ιστορικής οντότητας, μετατρέποντας το έργο από πράξη μνήμης σε πράξη αυτοπροβολής.
Η πολιτική ευθύνη του Δημάρχου
Ο Δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο φέρουν την πλήρη ευθύνη για την υποβάθμιση αυτή. Η τοποθέτηση ενός αγάλματος σε έναν τέτοιο χώρο δεν είναι «προσωπική υπόθεση» της δημοτικής αρχής, ούτε δέχεται κανείς «δώρα» χωρίς να ελέγξει την επιστημονική και αισθητική τους εγκυρότητα.
Η υπαιτιότητα της δημοτικής αρχής εντοπίζεται στα εξής:
1. Παράκαμψη των Θεσμικών Οργάνων: Δεν υπήρξε καμία ανοιχτή διαβούλευση, κανένας καλλιτεχνικός διαγωνισμός και καμία γνωμοδότηση από ειδική επιτροπή αρχαιολόγων και ιστορικών τέχνης.
2. Πολιτιστική Προχειρότητα: Η αποδοχή μιας δωρεάς με γραμματικά λάθη και αισθητική ανεπάρκεια δείχνει μια διοίκηση που αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό ως «διακοσμητικό στοιχείο» και όχι ως βαριά εθνική κληρονομιά.
3. Ιστορική Αστοχία: Η Αμφίπολη απαιτεί έργα που αντέχουν στον χρόνο. Η τωρινή παρέμβαση υποβαθμίζει το κύρος του τόπου και εκθέτει τη χώρα στους διεθνείς επισκέπτες και την επιστημονική κοινότητα.
Συμπέρασμα
Ο Αλέξανδρος στην Αμφίπολη δεν χρειάζεται επιβεβαίωση μέσω κακότεχνων προτομών. Είναι ήδη παρών στη σιωπή των τύμβων και στις πέτρες του Στρυμόνα.
Το έργο που στέκει σήμερα εκεί είναι μια κραυγαλέα απάντηση σε μια ερώτηση που δεν τέθηκε ποτέ σωστά.
Καλούμε τη Δημοτική Αρχή να αναλάβει την ευθύνη της, να αποσύρει την εν λόγω προτομή και να ξεκινήσει μια διαδικασία αντάξια της ιστορίας της Αμφίπολης. Η δημόσια γλυπτική είναι πράξη ευθύνης. Και στην Αμφίπολη, η ευθύνη αυτή καταπατήθηκε βάναυσα.
