Κώστας Δουζίνας
Μετά την Γάζα δεν περιμέναμε να γίνει το 2026 έτος ειρήνης. Η μεγαλύτερη επιθυμία του Τραμπ «του μεγάλου ειρηνοποιού» ήταν να πάρει το Νόμπελ ειρήνης.
Αλλά οι πρώτες δηλώσεις του μετά την επίθεση στην Βενεζουέλα και την απαγωγή του Μαδούρο δείχνουν ότι ο ειρηνοποιός ήταν μάσκα πίσω από την οποία κρυβόταν ένας πολεμοχαρής γέρος που ήταν τόσο ενθουσιασμένος με την στρατιωτική επιχείρηση όσο ένα παιδί που μόλις άνοιξε τα πρωτοχρονιάτικα δώρα.
«Ήταν ένας εξαιρετικός σχεδιασμός και πολλοί εξαιρετικοί στρατιωτικοί και εξαιρετικοί άνθρωποι», δήλωσε ο Τραμπ στη NewYorkTimes. «Ήταν μια λαμπρή επιχείρηση».
Η νομική γλώσσα αφέθηκε σε άλλους – υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη – που εξήγησαν ότι ο Μαδούρο θα «παραπεμφθει στη δικαιοσύνη» για διαφθορά, διακίνηση ναρκωτικών και άλλα αδικήματα. Το πετρέλαιο και τα ορυκτά λάμπουν περισσότερο από το Νόμπελ
Όπως υποστήριξαν τα Ηνωμένα έθνη και πολλοί ηγέτες κρατών η επιδρομή του Τραμπ παραβίασε αρκετούς κανόνες του διεθνούς δικαίου, πρώτο και κύριο το άρθρο 2 (4) του Χάρτη του ΟΗΕ.
Ο Χάρτης επιτρέπει την χρήση βίας μόνο μετά εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ή για αυτοάμυνα.
Η Βενεζουέλα ούτε προετοίμαζε ούτε μπορούσε να επιτεθεί στις ΗΠΑ. Επομένως η εισβολή αποτελεί το «έγκλημα της επίθεσης και αυτό της χρήσης αδικαιολόγητης βίας» κατά άλλου κράτους.
Η παραβίαση του διεθνούς δικαίου με την επίθεση στην Βενεζουέλα δικαιολογεί την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, της Τουρκίας στην Κύπρο και θα χρησιμοποιηθεί ως προηγούμενο από την Κίνα όταν αποφασίσει να επιτεθεί στην Ταιβάν.
Έχουμε δηλαδή την «πουτινοποίηση» του Τραμπ. Ξεκίνησε με τους επαχθείς όρους που επέβαλε στην Ουκρανία στην συμφωνία για τερματισμό του πολέμου και συνεχίζεται με τις συνεχείς αναφορές του στον μεγάλο φίλο του και ηγέτη Πούτιν.
Η εισβολή στην Ουκρανία έχει καταδικαστεί από το διεθνές Δικαστήριο και το Διεθνές Ποινικό δικαστήριο έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης του Πούτιν όπως έχει κάνει και για τον Νετανιάχου. Εντούτοις και οι δύο είναι ελεύθεροι, ταξιδεύουν και συναντούν τους συμμάχους τους.
Ο Νετανιάχου πηγαινοέρχεται στις ΗΠΑ ενώ ο Μητσοτάκης τον συναντάει και θριαμβολογεί για την σχέση τους. Το προηγούμενο της Βενεζουέλας μπορεί να συνεχιστεί στην Γροιλανδία, στον Παναμά ή στην Κούβα.
Υπάρχει λοιπόν ένα διεθνές κράτος δικαίου που ρυθμίζει τις διεθνείς σχέσεις, όπως υποστηρίζουν οι φιλελεύθεροι και ορκίζονται οι διαδοχικές Ελληνικές κυβερνήσεις;
Έχουμε ένα σύστημα βασισμένο σε νομικούς κανόνες που μπαίνει πάνω από τους υπολογισμούς και τα συμφέροντα των κρατών;
Δυστυχώς για τα ασθενή κράτη – όπως και η Ελλάδα – που στηρίζονται στο δίκαιο, ο ισχυρισμός δεν ισχύει.Το διεθνές δίκαιο διαφέρει σε όλα τα κρίσιμα θέματα από το εθνικό.
Είναι ήπιο και η συμμόρφωση εξαρτάται από την καλή θέληση των κρατών. Δεν υπάρχει παγκόσμια κυβέρνηση και νομοθέτης, δεν συνοδεύεται από δικαστήρια για να το ερμηνεύουν ούτε από αστυνομικής δύναμης για την επιβολή του.
Το είδαμε πρόσφατα με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου που διέταξε τον τερματισμό της Ρωσικής επίθεσης. Αλλά η απόφαση πήγε στο καλάθι των αχρήστων του Πούτιν όπως και πολλές προηγούμενες.
Από ακαδημαϊκή σκοπιά, το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί ένα ολοκληρωμένο νομικό κλάδο. Μοιάζει με τις αμφισβητούμενες αναλύσεις των ειδικών στις διεθνείς σχέσεις, που συχνά δεν διαφέρουν από μια σοφιστικέ δημοσιογραφία. Όπως είπε ένας διάσημος διεθνολόγος, «ο νομικός του διεθνούς δικαίου θεωρείται αφελής φιλοσοφικά και ύποπτος πολιτικά.
Είναι είτε ουτοπιστής σοσιαλιστής είτε οπαδός του κοσμοπολιτισμού της ελεύθερης αγοράς» [1].
Τα θεμέλια και η λειτουργία του μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο του κινούνται μεταξύ ενός ρεαλιστικού πραγματισμού και του νομικιστικού φορμαλισμού.
Στην μία άκρη, ρόλος του διεθνούς δικαίου είναι να διευκολύνει την επίτευξη των στόχων της εξωτερικής πολιτικής. Το δίκαιο δεν είναι ένα σύνολο κανόνων ενσωματωμένων σε ένα «ιερό κείμενο».
Είναι ένα «επαγγελματικό λεξιλόγιο» που χρησιμοποιείται από κυβερνήσεις, διπλωμάτες και διεθνολόγους για τη διαχείριση διαφωνιώνΣημασία έχουν οι αιτίες και τα πιθανά αποτελέσματα της λειτουργίας του διεθνούς δικαίου και όχι αυτά που λένε τα νομικά βιβλία και οι διεθνείς συνθήκες.
Οι πιο ακραίοι υποστηρικτές αυτής της τάσης συγχώνευσαν το διεθνές δίκαιο με τις διεθνείς σχέσεις, δημιουργώντας μια «πραγματιστική» θεωρία του δικαίου, που μόνο κατ’ όνομα υπακούει στους νομικούς κανόνες και τη δικαστική λογική.
Από την άλλη μεριά, οι οπαδοί της νομικής ορθοδοξίας επιμένουν στην παραδοσιακή λειτουργία του δικαίου. Υποστηρίζουν ότι, παρά τις δυσκολίες και τις συνεχείς του αποτυχίες, έχει δημιουργηθεί μεταπολεμικά ένα διεθνές κράτος δικαίου.
Όπως και το εσωτερικό, το διεθνές δίκαιο διακρίνεται από την πολιτική και βάζει περιορισμούς στην εξουσία και τους ισχυρούς.
Το δίκαιο προσφέρει σαφείς κανόνες και κριτήρια για την επίλυση αντιδικιών, με σημαντικότερη ανάμεσά τους τη νομιμότητα της κήρυξης πολέμου. Η πρόδηλη περιφρόνηση για το «διεθνές κράτος δικαίου» που έχουν δείξει κατά καιρούς όλες οι μεγάλες δυνάμεις δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμιών του δικαίου, αλλά απρόβλεπτων πολιτικών παραγόντων που αντιμάχονται την υιοθέτησή του.
Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, για παράδειγμα, στη διεθνή σκηνή κυριαρχούσε ο αγώνας για την εθνική επιβίωση με υπέρτατη την εμπειρία της ζωής και του θανάτου.
Η κυριαρχία του εθνικού συμφέροντος και της «χομπσιανής» άποψης για τις διεθνείς σχέσεις που ακολουθούν τον συσχετισμό δυνάμεων και την ισχύ των μεγάλων. Η άποψη αντικατοπτρίζεται στο δικαίωμα βέτο των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Το βέτο χρησιμοποιείται για να εμποδιστεί η επιβολή κυρώσεων σε κράτη που παραβιάζουν τις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ αλλά είναι δορυφόροι ή σύμμαχοι των μεγάλων δυνάμεων, της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης παλιά σήμερα της Ρωσίας και της Κίνας.
Έτσι οι αντιδικίες ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και τους ακολούθους τους εξαιρούνται σε μεγάλο βαθμό από τη δικαιοδοσία του διεθνούς δικαίου. Τα κράτη και οι νομικοί τους ξεπερνάνε τη δυσκολία αγνοώντας το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Κυβερνήσεις και σχολιαστές χαιρέτισαν το τέλος του ψυχρού πολέμου και την αυγή μιας νέας εποχής.
Όπως είχε υποστηρίξει ο καθηγητής του HarvardDavidKennedy, «το τέλος του ψυχρού πολέμου και η ταυτόχρονη ολοκλήρωση και επέκταση της δυτικής αγοράς φαινόταν ότι σήμαιναν το θρίαμβο του ανθρωπισμού ως νέας γλώσσας για τις διεθνείς υποθέσεις» [2].
Οι νομικοί κανόνες θα έπρεπε τώρα να δίνουν απαντήσεις σε όλα τα νομικά ερωτήματα, ακόμα και στο πιο δύσκολο: πότε είναι σύννομο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο. Οι περισσότεροι πρόσφατοι πόλεμοι ήταν τυπικά παράνομοι: η επέμβαση στο Κόσοβο, στο Ιράκ, η συμμετοχή εξωτερικών δυνάμεων στον εμφύλιο της Συρίας με αποκορύφωμα τώρα την εισβολή στην Ουκρανία και την Βεβεζουέλα.
Το διεθνές δίκαιο έγινε ένα ακόμα όπλο στους πολιτικούς υπολογισμούς των μεγάλων δυνάμεων. Όπως η εξωτερική πολιτική, οι οικονομικοί υπολογισμοί και η στρατιωτική στρατηγική, το διεθνές δίκαιο αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνουν υπόψη οι κυβερνήσεις πριν αποφασίσουν πώς θα ενεργήσουν.
Το προτάσσουν όταν υποστηρίζει τα συμφέροντά τους και το ξεφορτώνονται εύκολα αν τους βάζει κάποιο πραγματικό ή φανταστικό εμπόδιο.
Η ιδέα ότι λίγο περισσότερο ή λίγο καλύτερο δίκαιο ή η πιο αυστηρή εφαρμογή του θα μας απάλλασσε από τα βάσανα, τους πολέμους και τις κτηνωδίες είναι δυστυχώς το «ευγενές ψέμα» των διεθνών σχέσεων. Inter armasilentleges λέει το κλασικό ρητό.
Όταν μιλάει η raisond’état το δίκαιο σιωπά· αν συνεχίσει να μιλάει, το αναγκάζουν να σωπάσει ή το καταργούν.
Διεθνές δίκαιο alacarte
Αυτή η ανικανότητα των παραδοσιακών αντιλήψεων είναι ακριβώς το κίνητρο πίσω από την κυρίαρχη αμερικανική προσέγγιση στο διεθνές δίκαιο.
Τα στοιχεία των τελευταίων τριάντα ετών δείχνουν ότι οι Αμερικάνικες κυβερνήσεις πρωτοστάτησαν στην «πραγματιστική» άποψη για το διεθνές δίκαιο.
Ο διάσημος συντηρητικός καθηγητής RobertKagan εξήγησε λεπτομερώς ότι η υποστήριξη ενός κράτους προς το διεθνές δίκαιο έχει άμεση σχέση με τη δύναμή του στο παγκόσμιο σύστημα.
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αδύναμες στηρίζονταν στους κανόνες για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους· τώρα που είναι ισχυρές έχουν υιοθετήσει τη μονομέρεια και έχουν εγκαταλείψει το διεθνές δίκαιο.
Τα ευρωπαϊκά κράτη, από την άλλη, έχοντας χάσει την παγκόσμια κυριαρχία, προσπαθούν να προωθήσουν ένα εξιδανικευμένο όραμα για τον κόσμο, κατά το οποίο όλες οι χώρες μοιράζονται τις ίδιες αξίες και ακολουθούν το διεθνές δίκαιο.
Ο σοφιστής Καλλικλής στην κλασική Αθήνα και ο Φρίντριχ Νίτσε στη νεωτερικότητα υποστήριζαν ότι η ηθική είναι ένα πονηρό κόλπο των κατώτερων και των αδύναμων για να περιορίσουν τους δυνατούς.
Το σχέδιο για τη δημιουργία ενός κοσμοπολιτισμού, με παγκόσμιο διεθνές δίκαιο, διεθνείς οργανισμούς στην θέση κυβέρνησης και υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, είναι η σύγχρονη «εκπολιτιστική αποστολή» της Ευρώπης ανάλογη με αυτά που έκανε στις αποικίες.
Στην πραγματικότητα, είναι μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια υγειονομική ζώνη γύρω από την αμερικανική ισχύ. Έχει γεννηθεί από την αδυναμία των Ευρωπαίων και την ανικανότητά τους να φροντίσουν για την ασφάλειά τους.
Αλλά οι κανόνες δεν περιορίζουν την εξουσία ούτε και παρέχουν ασφάλεια. Ο ευρωπαϊκός κοσμοπολιτισμός μπορεί «να ακμάσει μόνο υπό τη σκέπη της αμερικανικής εξουσίας, που θα ασκείται σύμφωνα με τους κανόνες της παλιάς χομπσιανής τάξης».
Στο ρόλο τους ως «παγκόσμιος σερίφης», οι Ηνωμένες Πολιτείες «επιβάλλουν μια σχετική ειρήνη και δικαιοσύνη σε έναν κόσμο που η Αμερική θεωρεί γεμάτο ανομία, όπου οι παράνομοι πρέπει να εμποδίζονται ή να εξοντώνονται, συχνά καταφεύγοντας στα όπλα».
Για να γίνει αυτό, καταλήγει ο Kagan, η Αμερική «πρέπει να αρνηθεί να ακολουθεί διεθνείς συμβάσεις που είναι πιθανό να περιορίσουν την ικανότητά της να μάχεται αποτελεσματικά στη ζούγκλα.
Πρέπει να υποστηρίζει τον έλεγχο των εξοπλισμών, αλλά όχι πάντα και για τον εαυτό της. Πρέπει να εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά» [5].
Έτσι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μέλος στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, στις συμφωνίες του Κυότο και του Παρισιού για το κλίμα, της σύμβασης για το δίκαιο της θάλασσας, για την βιολογική ποικιλότητα, της διεθνούς σύμβασης για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δικαιώματα, των διεθνών συμβάσεων για την προστασία των γυναικών και των παιδιών και άλλων που πολλαπλασιάστηκαν επί προεδρίας Τραμπ.
Ο Τραμπ ολοκληρώνει την διαδικασία εκμετάλλευσης των φτωχών από τους πλούσιους και ισχυρούς.
Δηλώνει ότι η Αμερική θα «διοικήσει» την Βενεζουέλα (άγνωστο πως), θα «αναμειχθεί» στην εκμετάλλευση του πετρελαίου της, με τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση του, ενώ η Αμερική θα αποζημιωθεί για όλα τα έξοδα της στην επιχείρηση απαγωγής του Μαδόυρο.
Δεν υπάρχει πιο καθαρή δήλωση επιστροφής του δόγματος Μονρόε, σύμφωνα με το οποίο η Αμερικανική ήπειρος αποτελεί την πίσω αυλή των ΗΠΑ που μπορούν να αποφασίζουν για το μέλλον της και τις κυβερνήσεις των κρατών.
Εδώ βρισκόμαστε. Υπάρχει η ευρέως διαδομένη άποψη για το διεθνές δίκαιο ως υπέρμαχο του δίκιου και της νομιμότητας και η τελείως διαφορετική πραγματικότητα.
Το δίκαιο και οι διεθνείς σχέσεις, όταν αφορούν τις μεγάλες δυνάμεις, κινούνται συχνά σε δύο παράλληλα επίπεδα που δύσκολα συναρθρώνονται.
Για τους μικρούς, το δίκαιο μπορεί να ισχύσει μόνο ανάμεσα σε ισοδύναμους αν το αποδεχτούν και οι δύο.
Όταν μπλέκουμε με τους μεγάλους, το δίκαιο δεν θα μας δώσει το δίκιο μας.
Αλλά αν η Ελλάδα αναγκαστικά στηρίζεται τόσο στο διεθνές δίκαιο δηλώσεις σαν του Μητσοτάκη που υποστήριξε πλήρως την πειρατεία του Τραμπ είναι και λάθος και αυτοκαταστροφικές.
*Κώστας Δουζίνας, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λονδίνου
http://www.douzinas.gr/
Επίσημη ιστοσελίδα για το ακαδημαϊκό και κοινοβουλευτικό έργο
