Φωτεινή Λαμπρίδη / Όχι κ. Καρυστιανού, για τα σώματα μας δεν θα αποφασίσει η κοινωνία


Φωτεινή Λαμπρίδη

Κάθε φορά που ανοίγει ξανά η «συζήτηση» για τις αμβλώσεις, το πλαίσιο παρουσιάζεται ως ουδέτερο, δημοκρατικό και καλοπροαίρετο.

 

Μιλάνε για «διάλογο», «διαβούλευση», «ανταλλαγή απόψεων». Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια πολιτική πράξη βαθιάς αμφισβήτησης ενός κατοχυρωμένου δικαιώματος που τελευταία με την άνοδο της ακροδεξιάς, υπονομεύεται συστηματικά με τραγικές συνέπειες.

 

Όπως στεκόμαστε λοιπόν απέναντι σε κάθε ακροδεξιό που θεωρεί πως το θέμα της έκτρωσης είναι υπό διαπραγμάτευση, έτσι θα σταθούμε και απέναντι στην κ. Καρυστιανού. Μαζί της στη δικαίωση του αγώνα των θυμάτων, αλλά για τα σώματα μας δεν θα αποφασίσει «η κοινωνία» όπως λέει η ίδια, την ώρα μάλιστα, που αυτή η περιβόητη κοινωνία της οποίας τα αυτιά χαϊδεύουν νυχθημερόν όλοι, έχει συντηρητικοποιηθεί ακραία τα τελευταία χρόνια.

 

Είναι εύκολο να μάθει κανείς πως η  πρόσβαση σε ασφαλή και νόμιμη άμβλωση συνδέεται άμεσα με τη δημόσια υγεία, τη μείωση της μητρικής θνησιμότητας, την κοινωνική και την ισότητα. Η απαγόρευση δεν μειώνει τις αμβλώσεις, απλά αυξάνονται οι παράνομες και επικίνδυνες πρακτικές, πλήττονται δυσανάλογα οι φτωχότερες, οι μετανάστριες, οι ανήλικες, οι γυναίκες χωρίς πρόσβαση σε ιδιωτική περίθαλψη.

 

Ας ρωτήσει η κ. Καρυστιανού τι συμβαίνει στις πολιτείες των ΗΠΑ όπου έχουν ποινικοποιηθεί οι αμβλώσεις. Τι συμβαίνει εκεί που τα σώματα των γυναικών άρχισαν να γίνονται ξανά πεδίο βολής φθηνό, υπό την Τραμπική μπότα. Γυναίκες αναγκάζονται είτε να ταξιδέψουν σε άλλη πολιτεία -αν έχουν τα χρήματα να στηρίξουν την επιλογή- είτε να στραφούν σε κομπογιαννίτες γιατρούς διακινδυνεύοντας την υγεία τους και την ίδια τους τη ζωή.

 

Ας ακούσει το τρανσφεμινιστικό κίνημα που φωνάζει στους δρόμους «Ούτε μία λιγότερη». Γιατί οι γυναικοκτονίες είναι η ακραία μορφή έμφυλης βίας. Είναι ένα έγκλημα που είναι στρωμένο όμως με υποχωρήσεις σε πατριαρχικές επιταγές, με διαβουλεύσεις που έχουν σχέση με την αυτοδιάθεση μας όπως αυτές που προτείνει η κ. Καρυστιανού, με την ανοχή του συστήματος και την κατάλυση των δικαιωμάτων μας.

 

Έγινε σαφές αρκετά νωρίς από τις δημόσιες τοποθετήσεις της κ. Καρυστιανού,  πως εκφράζεται μέσα από τον χώρο της Δεξιάς. Αυτό δεν εμπόδισε -και ορθά- πολίτες από το προοδευτικό φάσμα, να στηρίξουν τον αγώνα των οικογενειών των Τεμπών για Δικαιοσύνη και λογοδοσία. Πολλές και πολλοί από εμάς δεν βγήκαμε να διαφοροποιηθούμε όταν τη συζήτηση μονοπωλούσε η αυστηροποίηση των ποινών για παράδειγμα,  όχι μόνο γιατί ο αγώνας της είναι ιερός και μας αφορά όλες και όλους αλλά και γιατί η κ. Καρυστιανού είχε απέναντι της ένα παντοδύναμο και φαιδρό σύστημα που τη λοιδορούσε και την «χτυπούσε» συστηματικά.

 

Σήμερα που διεκδικεί ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας – κάτι που είναι αναφαίρετο δικαίωμα της – δεν μπορούμε να σιωπήσουμε όταν σε μια της φράση, ζητά στην πραγματικότητα να καταλυθούν γυναικεία δικαιώματα τα οποία κατακτήθηκαν μετά από αγώνες χρόνων.

 

Είναι κρίμα μια γυναίκα που έγινε σύμβολο μέσω ενός κινήματος, να επιχειρεί με τέτοιες σκοταδιστικές θέσεις να καταλύσει κεκτημένα ενός άλλου μεγάλου και ιστορικού κινήματος και να ανοίγει έτσι τη χαραμάδα να περάσει στη χώρα ένας επικίνδυνος Τραμπικός αέρας. Εκτός αν αυτή είναι η πολιτική της στόχευση, η δημοφιλής τραμπική ακροδεξιά, κάτι που θα ήταν εξαιρετικά δυσάρεστο και για το κίνημα και για τη χώρα αλλά πολύ ευχάριστο για την αμερικανική πρεσβεία.

 

Κλείνω με ένα ένα κείμενο ιστορικής αξίας που κυκλοφόρησε ξανά στα social media με αφορμή τη δήλωση Καρυστιανού. Είναι Ελένης Βαρίκα, της αγωνίστριας και θεωρητικού της κοινωνικής χειραφέτησης και των φεμινιστικών σπουδών, που μας άφησε στις 10 Γενάρη.

 

«Το 1983, μιας και η κυβέρνηση καθυστερούσε να συζητήσει στο κοινοβούλιο αυτό το αρκετά συντηρητικό νομοσχέδιο [σσ. για την αποποινικοποίηση των εκτρώσεων], η Αυτόνομη Κίνηση Γυναικών δημοσίευσε ένα κείμενο που είχε κυκλοφορήσει πλατιά και είχε υπογραφεί από 500 γυναίκες που βεβαίωναν πως είχαν κάνει έκτρωση. Στις αρχές του 1985, ένας εισαγγελέας άσκησε δίωξη σε επτά από τις γνωστές γυναίκες που είχαν υπογράψει το κείμενο. Η κινητοποίηση που οργανώθηκε από μερικές αυτόνομες  γυναικείες ομάδες είχε αμέσως τεράστια απήχηση.

 

Ο Τύπος κατήγγειλε τις διώξεις, οι μεγάλες οργανώσεις στάθηκαν αλληλέγγυες [σσ. ΕΓΕ και ΟΓΕ] με τις διωκόμενες γυναίκες και το αίτημα για αποποινικοποίηση της έκτρωσης κέρδισε, σε λίγες μέρες, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, ενώ ένα πλήθος γυναικών έσπευδαν στο γραφείο του εισαγγελέα για να δηλώσουν πως είχαν κάνει έκτρωση και να αυτοκαταγγελθούν».

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη