Αποστόλης Πελεβάνης
Η βία αποτελεί ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα της εποχής μας. Τη συναντάμε όλο και συχνότερα στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην οικογένεια, στον δημόσιο λόγο, αλλά και σε συλλογικό και κρατικό επίπεδο: σε πολέμους, σε κατασταλτικές πολιτικές, στην κανονικοποίηση της σκληρότητας. Παρότι συχνά παρουσιάζεται ως ζήτημα «κακών ανθρώπων» ή «επικίνδυνων ομάδων», η ψυχολογία μας δείχνει ότι η βία είναι κάτι βαθύτερο: ένα σύμπτωμα.
Ο Sigmund Freud είχε ήδη επισημάνει ότι η επιθετικότητα
αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης και ότι ο ρόλος του πολιτισμού είναι να τη
συγκρατεί και να τη μετασχηματίζει. Όταν όμως οι κοινωνικοί και συναισθηματικοί
μηχανισμοί αποτυγχάνουν, όταν οι άνθρωποι νιώθουν ανασφάλεια, αδικία ή
αδυναμία, τότε η επιθετικότητα δεν βρίσκει δρόμο έκφρασης και μετατρέπεται σε
βία.
Ο Erich Fromm το διατύπωσε ξεκάθαρα: η βία είναι η ύστατη
λύση της ανικανότητας. Ο άνθρωπος γίνεται βίαιος όταν νιώθει ότι δεν έχει
έλεγχο στη ζωή του, όταν δεν ακούγεται, όταν δεν αναγνωρίζεται. Η βία τότε
λειτουργεί σαν ψευδαίσθηση δύναμης — για λίγο καλύπτει το αίσθημα αδυναμίας,
αλλά μακροπρόθεσμα το εντείνει.
Σε ατομικό επίπεδο, πολλοί άνθρωποι που εκδηλώνουν βίαιες
συμπεριφορές κουβαλούν συναισθήματα που δεν έμαθαν ποτέ να αναγνωρίζουν ή να
εκφράζουν. Ο Carl Jung έλεγε πως ό,τι δεν αντιμετωπίζουμε συνειδητά επιστρέφει
ως μοίρα. Ο θυμός, ο φόβος, η ντροπή και ο πόνος, όταν καταπιέζονται, δεν
εξαφανίζονται· επιστρέφουν μέσα από πράξεις.
Η Alice Miller έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο παιδικό τραύμα,
υποστηρίζοντας ότι η βία δεν γεννιέται από το κακό, αλλά από τον πόνο που δεν
ακούστηκε ποτέ. Πολλές βίαιες συμπεριφορές είναι συνέχεια μιας ιστορίας όπου τα
συναισθήματα αγνοήθηκαν ή τιμωρήθηκαν. Όταν δεν υπάρχει χώρος για τον πόνο,
αυτός μετατρέπεται σε οργή.
Ο Viktor Frankl πρόσθεσε μια ακόμη, ίσως την πιο σημαντική
διάσταση: όταν ο άνθρωπος χάνει το νόημα της ζωής του, εμφανίζεται είτε η
επιθετικότητα είτε η παραίτηση. Σε μια εποχή αβεβαιότητας, οικονομικών και
κοινωνικών ανισοτήτων και διαρκούς σύγκρισης, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να
βρουν νόημα και σκοπό. Η βία γίνεται τότε ένας τρόπος να νιώσουν «ζωντανοί».
Ο Irvin Yalom περιγράφει τη βία ως μια κραυγή ύπαρξης.
Πολλές φορές, πίσω από μια βίαιη πράξη βρίσκεται η ανάγκη να υπάρξω, να με
δουν, να με αναγνωρίσουν. Όταν αυτό δεν συμβαίνει μέσα από τη σχέση, επιχειρείται
μέσα από την επιβολή.
Η βία όμως δεν αφορά μόνο το άτομο. Μαθαίνεται και
αναπαράγεται κοινωνικά. Ο Albert Bandura έδειξε ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν τη
βία παρατηρώντας τη βία. Όταν η επιθετικότητα προβάλλεται συνεχώς από τα μέσα
ενημέρωσης, όταν ο δημόσιος λόγος γίνεται επιθετικός και διχαστικός, όταν η
ισχύς παρουσιάζεται ως αξία, τότε η βία παύει να σοκάρει και αρχίζει να
φαίνεται φυσιολογική.
Ο Philip Zimbardo μας υπενθυμίζει ότι η βία δεν
προέρχεται μόνο από «κακούς ανθρώπους», αλλά από συστήματα που επιτρέπουν σε
συνηθισμένους ανθρώπους να γίνουν βίαιοι. Σε αυτό το πλαίσιο, και το κράτος
λειτουργεί βίαια, νομιμοποιώντας τη σκληρότητα στο όνομα της ασφάλειας ή της
τάξης, της δικής του κερδοφόρας τάξης.
Ο Michel Foucault μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η κρατική
βία δεν εκδηλώνεται μόνο με πράξεις, αλλά χαράσσεται πρώτα στα σώματα: μέσω
φόβου, ελέγχου και επιτήρησης. Όταν οι άνθρωποι βιώνουν τον εαυτό τους ως
αναλώσιμο ή αόρατο, η βία γίνεται μέρος της καθημερινότητας.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ψυχοθεραπεία
προσφέρει έναν διαφορετικό δρόμο σε ατομικό επίπεδο. Δεν αρνείται την ύπαρξη
της επιθετικότητας, αλλά βοηθά στη μετατροπή της σε λόγο και κατανόηση. Στη
θεραπεία, ο άνθρωπος μαθαίνει να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να αντέχει τη
ματαίωση και να σχετίζεται χωρίς να καταστρέφει.
Η ψυχοθεραπεία δημιουργεί έναν ασφαλή χώρο όπου ο θυμός
μπορεί να ειπωθεί χωρίς να γίνει πράξη. Βοηθά το άτομο να βρει νόημα, να δει
τον εαυτό του και τον Άλλον με μεγαλύτερη κατανόηση. Και παρότι απευθύνεται στο
άτομο, τα αποτελέσματά της ξεπερνούν το ατομικό επίπεδο: επηρεάζουν τις
σχέσεις, την οικογένεια, την κοινότητα.
Ο Spinoza έγραφε ότι το μίσος αυξάνεται όταν απαντάται με
μίσος, ενώ μόνο η κατανόηση μπορεί να το μειώσει. Και ο Πλάτων μας υπενθύμιζε
ότι η βία και η αδικία γεννιούνται όταν χάνεται η εσωτερική και συλλογική
αρμονία.
Η έξαρση της βίας σήμερα δεν είναι ένδειξη δύναμης. Είναι
ένδειξη κρίσης: κρίσης νοήματος, σχέσης και εμπιστοσύνης. Η αντιμετώπισή της
δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην τιμωρία. Χρειάζεται κατανόηση, πρόληψη και
χώρους όπου ο άνθρωπος μπορεί να μιλήσει.
Σε κοινωνικό επίπεδο, αν και η ψυχοθεραπεία απευθύνεται
στο άτομο, τα αποτελέσματά της δεν σταματούν εκεί. Ένα άτομο που μαθαίνει να
αναγνωρίζει τον θυμό του, να αντέχει τη ματαίωση και να σχετίζεται χωρίς βία,
λειτουργεί διαφορετικά στην οικογένεια, στον χώρο εργασίας, στην κοινότητα. Με
αυτόν τον τρόπο, η ψυχοθεραπεία δρα έμμεσα αλλά ουσιαστικά και απέναντι στη
συλλογική βία.
Η ψυχοθεραπεία δεν αρνείται την ύπαρξη της επιθετικότητας.
Όπως θα έλεγε ο Freud, η επιθετικότητα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Εκείνο
που αλλάζει είναι ο τρόπος έκφρασής της. Η θεραπεία δεν ζητά την άρνηση του
θυμού, αλλά τον μετασχηματισμό του σε δύναμη ζωής, σε διεκδίκηση χωρίς
καταστροφή.
Η ψυχοθεραπεία, λοιπόν, δεν είναι πανάκεια. Είναι όμως
ένας από τους ελάχιστους χώρους όπου η βία μπορεί να σταματήσει να είναι πράξη
και να γίνει κατανόηση. Και αυτή η μετατόπιση, όσο αθόρυβη κι αν μοιάζει, είναι
βαθιά πολιτική και βαθιά ανθρώπινη. Γιατί η βία, τελικά, δεν είναι φωνή ισχύος.
Είναι μια σιωπηλή κραυγή που ζητά να ακουστεί.
*Αποστόλης Πελεβάνης, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας –
Ψυχοθεραπευτής (Συνθετική Συστημική Προσέγγιση), https://apostolispelevanis.gr
