Παναγιώτης Τζανετής
Ο Εγγονόπουλος (1907-1985) δεν έγραψε για τον Μπολιβάρ επηρεασμένος από τα της μπολιβαριανής δημοκρατίας της Βενεζουέλας. Δεν έγραψε για τον Μπολιβάρ ούτε καν για αυτό που σε μια πρώτη ανάγνωση δείχνουν οι στίχοι, δηλαδή για το 1821. Ο κορυφαίος ίσως εκπρόσωπος του σουρεαλισμού εν Ελλάδι, έγραψε το ποίημα στην Κατοχή κι ο συμβολισμός αφορούσε στην αντιφασιστική αντίσταση εκείνης της περιόδου.
Ο «Υδραίος» του ποιήματος του είναι ο Αντώνης Οικονόμου (1775-1821), ηγέτης της Επανάστασης στην νήσο Ύδρα. Η αλβανόφωνη Ύδρα είχε μερική αυτονομία και δικό της διοικητή, ιερατείο με έντονο ρόλο κι απολάβανε ατέλεια. Η οικονομική άνθιση σταδιακά έφερε ελληνόφωνους από την Πελοπόννησο Το ‘21 βρέθηκε μ’ ένα πολύ κλειστό σύστημα τοπικών προκρίτων, με αποτέλεσμα ο Οικονόμου να δολοφονηθεί από συντοπίτες του, σαν να ήτανε εχθρός!
Τώρα γιατί ο Εγγονόπουλος ονοματίζει αυτόν εμφατικά ως Υδραίο κι αντιθέτως επιλέγει την πόλη της Λάρισας ως τοπωνύμιο των δολοφόνων του; Κατά μια άποψη γιατί η Λάρισα ήταν η Νέα Πόλη των Οθωμανών (YeniSehir) ήδη πριν την Άλωση κι ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος την επιλέγει ως μια γνωστή τουρκόπολη, ήτοι πόλη των αντιπάλων. Αυτό ίσως ν’ αδικεί κάπως την Λάρισα …
Κι άλλη μια
Τι σχέση έχει τώρα ο παραπάνω στίχος με μια παιδίατρο, που συνεπεία τραγικών περιστάσεων του βίου της, αποφάσισε να εμπλακεί στην πολιτική; Και συναντήθηκε κάποιο πρωινό Δευτέρας στο OPEN με μια φιλοσοφική προσέγγιση σαν την Βιοηθική, η οποία συνήθως εμφανίζεται πρόθυμη να θέσει όρια και να τιθασεύσει την ορμή των νέων υπηρετών της παλαιάς πολιτικής τέχνης;
Μήπως η Καρυστιανού εμπλέκεται σε μια πολιτική που ολοένα και περισσότερο αναρωτιέται για το αν κάποιος/α δύναται, προτού καν αναρωτηθεί για το αν πρέπει; Γιατί άραγε ένα υπό κατασκευή κόμμα να επιδοθεί σε διαλόγους (διαβούλευση) περί αμβλώσεων;
Αν πρόκειται για κάποιο καθησυχαστικό κλείσιμο του ματιού του τύπου: «είμαστε συντηρητικοί κι όχι επαναστάτες, όπως λένε», τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στην πολιτική τοπογραφία όσο στο ευτελές τσαλαβούτημα σε ένα τέτοιο λεπτό θέμα, για λόγους εντυπώσεων.
Βεβαίως θα πουν οι πιο αισιόδοξοι ο πολιτικός και ο ηθικός τρόπος σκέψης μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο. Δεν θα διαφωνήσω κατ’ αρχήν, ωστόσο παραμένουν δύο ποιότητες εντελώς διακριτές μεταξύ τους κι η όποια αγνή αφετηρία δεν λειτουργεί ως απόλυτη εγγύηση για τα μελλούμενα.
Η ζωή τα φέρνει έτσι που Υδραίος γίνεται ο στρατηγός Οικονόμου κι οι Υδραίοι δολοφόνοι του γίνονται Λαρισαίοι, στο σουρεαλιστικό ποίημα του Εγγονόπουλου.
Τον σουρεαλισμό υπερβαίνει η σύγχρονη πραγματικότητα με την Καρυστιανού αρνούμενη την περαιτέρω προστασία της Ζωής, ν’ αναλαμβάνει η ίδια ως απροετοίμαστο θύμα του πελατειακού κράτους και της βαλκανικής κλεπτοκρατίας, να ηγηθεί αυτοπροσώπως της προσπάθειας κατάλυσης του.
Αυτό το ηρωικό εγχείρημα ωστόσο απειλεί με συνταξιοδότηση και πολλούς επαγγελματίες της Αντιπολίτευσης, που την καλοβλέπανε μεν για επικεφαλής του Επικρατείας τους αλλά όχι και για επικεφαλής κανονική. Ξεχνούν οι «απαραίτητοι» πως συνεχίζουν επί δεκαετία να βλέπουν την πλάτη του Μητσοτάκη, σ’ αντίθεση με την αδαή παιδίατρο.
Θέλει να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει
Απέναντι στο παράδοξο ενδεχόμενο μιας φλογισμένης Ζαν ντ’ Αρκ του 21ου αι., πολλοί σχολιάζουν χαιρέκακα ότι δεν έχει πείρα ιππέα ή ότι κρατάει το σπαθί με λάθος χέρι (το αριστερό ή το ακροδεξιό;). Ανατρίχιασαν γιατί τάχα θέλει να επανεξετάσει ένα νόμο, όσοι δεν άφησαν κανέναν νόμο μέχρι τώρα χωρίς να τον γελοιοποιήσουν.
Τον δε εύλογο προβληματισμό ενός ανθρώπου, παιδίατρου η μη, ότι αποφάσεις βαριές κι ασήκωτες όπως μιας έκτρωσης δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ελαφρά τη καρδία αλλά μετά από τον αρμόζοντα ηθικό στοχασμό του καθενός/μιας, τον διαστρέφουν σε αφόρητη βλασφημία και ζωτική απειλή προς τα δικαιώματα.
Τα οποία δικαιώματα παρεμπιπτόντως υπερασπίζονται αυτοί κι ο κυβερνητικός Μπόζο (Μαρινάκης).
Το δε δικαίωμα κάποιου/ας να είναι πιστός/η χωρίς να αντιμετωπίζει την Πολιτοφυλακή θρησκευτικών πεποιθήσεων, παρασιωπάται.
Όλα αυτά τέλος συμβαίνουν υπό τις ιαχές των ανεξαρτήτων δημοσιογράφων, τόσο των maximians που καλώς διαβασμένοι, επιχείρησαν να την καταστήσουν νέο Κατρούγκαλο όσο και των παρομοίου ήθους συναδέλφων τους της αειμνήστου Αριστεράς (από τα Εξάρχεια στον Εξάρχου). Η ομόθυμος αυτή συμμετοχή και των ΜΜΕ καθιστά την υπόθεση δύο φορές ύποπτη.
Όσοι διαβλέπουν στην κ Καρυστιανού την τελευταία ελπίδα του τόπου να γλυτώσει, εκτός από το σύμπτωμα Μητσοτάκη κι από την ευρύτατη υποκείμενη παθολογία, ακριβώς τόσο άπειρη κι άτσαλη την φανταζόνταν. Τόσο όσο και τους υπουργούς του Ανδρέα το 1981 ή του Τσίπρα το 2015, που κάτι καλύτερο ωστόσο αφήσανε από τους πολύξερους Αρίστους της κάθε πλευράς.
Ό,τι αμφιλεγόμενο κι αν πει η Καρυστιανού για τις αμβλώσεις, το να νοσταλγήσουμε τον Φάμελο και την παλιοπαρέα, χλωμό το βλέπω.
Ο δρόμος για την κόλαση
Οι καλές προθέσεις αποτελούν ειδοποιό διαφορά με τους «παλιούς πολιτικούς» Επί αυτών των προθέσεων θα πρέπει να οικοδομηθεί κι η συλλογικότητα, που θα προσθέσει στην Καρυστιανού όσα ευλόγως της λείπουν.
Μεταξύ πολλών άλλων αυτό θα την εμποδίζει να πηγαίνει εν πλήρη αφελεία σε ναρκοθετημένα πεδία. Άλλως ο δρόμος για την κόλαση θα είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις της.
Σε αυτό όμως ακόμη, δυστυχώς, δεν έχει δείξει σπουδαία πράγματα. Ούτε με την διαχείριση της κρίσης του συλλόγου συγγενών ούτε με τους διαφόρους που εμφανίζονται αυθαιρέτως ως προφήτες της, επι της γής, κι εκδίδουν ακόμη πιο αυθαίρετους φετφάδες.
Η επαγγελματική σχέση μαζί της δεν συνιστά πλαστό διαβατήριο για την πολιτική. Άλλως θα πρέπει να περιμένουμε την εμφάνιση κι άλλων ιδιοτήτων όπως της κομμώτριας , του κηπουρού ή της νοσηλευτριας της κ Καρυστιανού. Αυτό όμως δεν είναι επιτελείο για να ανατραπεί ο Μητσοτάκης. Αυτό δεν κάνει ούτε για παρέα σε ταβέρνα …
Είτε βιάστηκε είτε όχι, το σίγουρο είναι ότι διάβηκε πλέον τον Ρουβίκωνα κι οι απαιτήσεις αυξήθηκαν απότομα.
