Αμερικανικά ΜΜΕ για εισβολή στη Βενεζουέλα / «Παράλογη», «παράνομη» ή «πράξη εξυγίανσης»;


Η αιφνιδιαστική και ταχύτατη στρατιωτική επέμβαση που εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα, το Σάββατο 3 Ιανουαρίου, με στόχο τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και τη δίκη του στις Ηνωμένες Πολιτείες για διακίνηση ναρκωτικών, προκάλεσε πλήθος ερωτημάτων στον αμερικανικό Τύπο.

 

Πρώτο απ’ όλα αναδείχθηκε το ζήτημα της νομιμότητας μιας τέτοιας επιχείρησης στο έδαφος ξένης χώρας. «Γνωρίζουμε ότι η πολεμοχαρής πολιτική του κ. Τραμπ είναι παράνομη», δηλώνει εξαρχής οι New York Times, υπενθυμίζοντας, παρεμπιπτόντως, τα φονικά πλήγματα που πραγματοποιήθηκαν χωρίς νομικό έρεισμα στην Καραϊβική εναντίον σκαφών τα οποία κατηγορήθηκαν, χωρίς αποδείξεις, ότι συμμετείχαν στη διακίνηση ναρκωτικών, αναφέρει η LeMonde.

 

Ο Αμερικανός πρόεδρος «δεν έχει ακόμη προσφέρει μια συνεκτική εξήγηση για τις ενέργειές του στη Βενεζουέλα. Το Σύνταγμα του υποδεικνύει ξεκάθαρα τη διαδικασία: οφείλει να συμβουλευτεί το Κογκρέσο. Χωρίς την έγκρισή του, οι ενέργειές του παραβιάζουν το αμερικανικό δίκαιο», εξηγεί η εφημερίδα, η οποία χαρακτηρίζει την επέμβαση «απερίσκεπτη».

 

«Το ότι ο Νικολάς Μαδούρο είναι τέρας είναι προφανές, όπως και η έλλειψη νομιμοποίησης της κυβέρνησής του, που καταπάτησε τη συναίνεση των κυβερνωμένων», γράφει επίσης ο Τζορτζ Γουίλ στους Washington Post. «Όμως η ουσιαστική συζήτηση αρχίζει –και δεν τελειώνει– με αυτά τα δύο δεδομένα. Η νομιμότητα της επιχείρησης είναι πολύ λιγότερο προφανής από τις ηθικές και πρακτικές της δικαιολογίες. Η εξουσία κήρυξης πολέμου ανήκει στο Κογκρέσο, και ο πρόεδρος οφείλει να λάβει άδεια από τη νομοθετική εξουσία», προσθέτει η Ντέις Πότας στους USA Today.

 

Αίσθημα που συμμερίζονται και άλλοι αρθρογράφοι. «Η κυβέρνηση Τραμπ έλαβε αξιοσημείωτα λίγες προφυλάξεις ώστε να παράσχει συνεκτικές δικαιολογήσεις ή ένα νομικό πλαίσιο για αυτή την επίθεση», επισημαίνει ο Άαρον Μπλέικ στο CNN. «Αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο Τραμπ επιχειρεί για άλλη μια φορά να δοκιμάσει τα όρια της προεδρικής του εξουσίας – και την ανοχή των Αμερικανών σε αυτό. Μόνο που αυτή τη φορά το κάνει σε σκηνή πρωτοφανούς κλίμακας. Και η ιστορία των καταχρήσεων εξουσίας του απέχει πολύ από το να έχει τελειώσει», προσθέτει.

Τα ψέματα περί ναρκωτικών

 

Ένα άλλο σημείο που προκαλεί σκεπτικισμό στα αμερικανικά μέσα αφορά τις επίσημες αιτιολογίες που επικαλέστηκε ο Λευκός Οίκος για να δικαιολογήσει τη στοχευμένη επίθεση: τη δίκη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, οι οποίοι κατηγορούνται για «ναρκοτρομοκρατία» και εισαγωγή κοκαΐνης στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με νέο κατηγορητήριο που δημοσιοποιήθηκε το Σάββατο.

 

«Το επιχείρημα αυτό είναι ιδιαίτερα παράλογο στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι η Βενεζουέλα δεν παράγει σε σημαντικό βαθμό φαιντανύλη ούτε άλλες ουσίες που τροφοδότησαν την πρόσφατη επιδημία υπερβολικών δόσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η κοκαΐνη που παράγεται εκεί προορίζεται κυρίως για την Ευρώπη», εκτιμούν οι New York Times.

 

«Η κυβέρνηση αναγκάζεται να αυτοσχεδιάσει εκ των υστέρων δικαιολογίες για μια αναγκαστική αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα, δικαιολογίες συμβατές με την πρόσφατη προεδρική χάρη που απονεμήθηκε [από τον Ντόναλντ Τραμπ] στον Χουάν Ορλάντο Ερνάντες», γράφει ο Τζορτζ Γουίλ στους Washington Post, αναφερόμενος στον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας που είχε καταδικαστεί σε σαράντα πέντε χρόνια φυλάκισης από αμερικανικό δικαστήριο για εξαγωγή άνω των 400 τόνων κοκαΐνης, πριν αμνηστευθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ.

 

«Πρόσφατα, ο Τραμπ πρόβαλε ένα ακόμη πρόσχημα για να δικαιολογήσει την ενέργειά του. Έγραψε στα κοινωνικά δίκτυα ότι ήθελε η Βενεζουέλα να επιστρέψει “στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όλο το πετρέλαιο, τη γη και τα άλλα αγαθά που μας έκλεψαν”», προσθέτει ο Μαξ Μπουτ, επίσης στους Washington Post. «Αυτό είναι ψέμα: η Βενεζουέλα εθνικοποίησε τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα το 1976, αλλά το ίδιο έκαναν και πολλές άλλες χώρες, μεταξύ αυτών η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία», κρίνει. «Αυτό υποδηλώνει ότι ο στόχος του Τραμπ δεν είναι να φέρει την ελευθερία στη Βενεζουέλα, αλλά να αποκτήσει πρόσβαση στα πετρελαϊκά της αποθέματα, τα μεγαλύτερα στον κόσμο», καταλήγει.

 

Το μήνυμα προς το Πεκίνο και τη Μόσχα

 

«Η εισβολή του Τραμπ στη Βενεζουέλα είναι παράλογη. Κανείς δεν τη ζήτησε», γράφει στους USA Today ο Ρεξ Χάπκι, αναφερόμενος στην προεκλογική εκστρατεία του Ρεπουμπλικανού. «Αμφιβάλλω σοβαρά αν πολλοί Αμερικανοί –ή έστω και ένας– ψήφισαν τον Τραμπ επειδή ήθελαν αλλαγή καθεστώτος σε μια χώρα που θα δυσκολεύονταν να εντοπίσουν σε έναν χάρτη», προσθέτει. «Ο Ρεπουμπλικανός φαίνεται πλέον να έχει σύρει την Αμερική σε μια δαπανηρή κατοχή ξένης χώρας, υπονοώντας αόριστα ότι το πετρέλαιο της Βενεζουέλας θα συμβάλει στη χρηματοδότησή της», σημειώνει με αποδοκιμασία.

 

Αντίθετα, η Wall Street Journal χαιρετίζει μια «πράξη εξυγίανσης του νοτίου ημισφαιρίου απέναντι σε έναν δικτάτορα που έσπειρε το χάος σε ολόκληρη τη χώρα» και θεωρεί την αμερικανική επέμβαση δικαιολογημένη, «παρά τις κραυγές από την αριστερά που λένε ότι είναι παράνομη από διεθνή άποψη».

 

«Η καθαίρεση του Μαδούρο στέλνει ένα ευεργετικό μήνυμα στους αντιπάλους της Αμερικής. Το μόνο που απομένει στον Τραμπ είναι να μετατρέψει αυτή την κατοχή σε επιτυχία», γράφει το μέσο.

«Ποιο είναι λοιπόν το σχέδιο, αν υπάρχει;»

 

«Η Βενεζουέλα φαίνεται να έγινε το πρώτο θύμα αυτού του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, κάτι που συνιστά μια επικίνδυνη και παράνομη αντίληψη για τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο», κρίνουν οι New York Times.

 

Πολλές εφημερίδες επισημαίνουν επίσης τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια τέτοια επέμβαση στην παγκόσμια τάξη. «Δρώντας χωρίς την παραμικρή διεθνή νομιμοποίηση, χωρίς έγκυρη νομική εξουσία και χωρίς εσωτερική στήριξη, ο κ. Τραμπ κινδυνεύει να δικαιώσει τα αυταρχικά καθεστώτα της Κίνας, της Ρωσίας και αλλού που επιδιώκουν να κυριαρχήσουν στους γείτονές τους», εκτιμά η εφημερίδα της Νέας Υόρκης, άποψη που συμμερίζεται και ο Τζορτζ Γουίλ στους Washington Post: «Η κυβέρνηση Τραμπ οφείλει να δικαιολογήσει την επέμβασή της στη Βενεζουέλα χωρίς να καταφύγει σε κατηγορίες που θα επέτρεπαν στον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Σι Τζινπίνγκ να προσδώσουν επίφαση νομιμότητας στην ανατροπή, διά της βίας, γειτονικών καθεστώτων που τους δυσαρεστούν».

 

Τέλος, ο αμερικανικός Τύπος διερωτάται για τη συνέχεια στη Βενεζουέλα, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «διοικήσουν τη χώρα μέχρι να [μπορέσουν] να εξασφαλίσουν μια ασφαλή, κατάλληλη και συνετή μετάβαση».

 

«Ποιο είναι λοιπόν το σχέδιο, αν υπάρχει, για την εποχή μετά τον Μαδούρο;», ρωτά ο Μαξ Μπουτ στους Washington Post. «Να παραμείνει το καθεστώς Μαδούρο στη θέση του με έναν νέο, πιο υπάκουο ηγέτη; Αυτό σίγουρα δεν είναι αυτό που επιθυμούν οι Βενεζουελάνοι που ψήφισαν τον [Εδμούνδο] Γκονσάλες Ουρουτία», τον υποψήφιο της αντιπολίτευσης που ηττήθηκε από τον Νικολάς Μαδούρο σε εκλογές που αμφισβητήθηκαν ευρέως από τη διεθνή κοινότητα τον Ιούλιο του 2024.

 

«Στο Μαϊάμι, όπου τόσοι πολλοί γείτονες και φίλοι μας βρήκαν καταφύγιο από καταπιεστικές κυβερνήσεις, αυτή η στιγμή έχει τεράστια απήχηση», εξηγεί η Miami Herald, υπενθυμίζοντας ότι «ο Μαδούρο αποσταθεροποίησε τη Βενεζουέλα νοθεύοντας εκλογές, καταστρέφοντας την οικονομία της και εξαναγκάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους να μεταναστεύσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες».

 

«Δεν θρηνούμε τον Μαδούρο, αλλά ο δρόμος που ανοίγεται είναι γεμάτος παγίδες», προσθέτει η εφημερίδα της Φλόριντα. «Μια Βενεζουέλα χωρίς τον Μαδούρο δεν αποτελεί εγγύηση δημοκρατίας», προειδοποιεί.

 

«Αν υπάρχει ένα βασικό δίδαγμα από την αμερικανική εξωτερική πολιτική του τελευταίου αιώνα, είναι ότι η προσπάθεια ανατροπής ακόμη και του πιο αποτρόπαιου καθεστώτος μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση», σημειώνουν οι New York Times. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν είκοσι χρόνια προσπαθώντας, μάταια, να εγκαθιδρύσουν μια σταθερή κυβέρνηση στο Αφγανιστάν και αντικατέστησαν μια δικτατορία στη Λιβύη με ένα κατακερματισμένο κράτος».

 

«Όπως και ο Τζορτζ Ου. Μπους μετά την εισβολή στο Ιράκ, ο Τραμπ απόλαυσε τη στιγμή του θριάμβου του το Σάββατο. Όμως, αν υπάρχει ένα δίδαγμα από τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, είναι ότι είναι πολύ ευκολότερο να ανατρέπεις τυράννους παρά να οικοδομείς στη συνέχεια σταθερές και ασφαλείς κοινωνίες», καταλήγουν οι Washington Post.

 

Πηγή: LeMonde

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη