Ιωάννα Λιούτα
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομία της ευρωζώνης συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά με μέτριους ρυθμούς και έχει υποστεί σημαντικές παράπλευρες επιπτώσεις λόγω ενεργειακής κρίσης, πληθωρισμού και αβεβαιότητας.
Η Ευρώπη δεν
βρίσκεται σε κατάρρευση. Βρίσκεται όμως σε μακροχρόνια στασιμότητα.
Η UBS δημοσίευσε εκτιμήσεις τον Ιανουάριο του 2025 που
δείχνουν πολύ μετριοπαθή ανάπτυξη στην ευρωζώνη για 2024-26. Προβλέπει περίπου
0,9% το 2025 και 1,1% το 2026 για την ευρωζώνη, με παράγοντες κινδύνου.
Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία δεν έχει καταρρεύσει ούτε
έχει σταματήσει, αλλά παραμένει σε χαμηλούς, όχι μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης,
πολύ κάτω από εκεί που θα ήταν χωρίς τον πόλεμο.
Σύμφωνα με το Bruegel, το συνολικό πρόσθετο οικονομικό
κόστος από τον πόλεμο για την ΕΕ θα μπορούσε να είναι κοντά στο 1,7% του ΑΕΠ
(περίπου €275 δισ.) συνολικά στην οικονομία .
Μια ανάλυση της EIB (European Investment Bank) εκτιμά ότι
η αύξηση τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου πιθανότατα μείωσε τη ζήτηση και την
κατανάλωση στην ΕΕ, επηρεάζοντας αρνητικά το ΑΕΠ.
Επίσης, έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δείχνει ότι η
οικονομική ανάπτυξη της ΕΕ είναι πιο αργή από ό,τι πριν τον πόλεμο.
Μία εκτίμηση της UBS τον Μάρτιο 2022 υπολόγιζε ότι ο
αντίκτυπος του πολέμου στην Ουκρανία αντιστοιχούσε περίπου στο 2% του ΑΕΠ της
Ευρωζώνης σε εκείνη τη φάση περίπου 1,5%
πτώση για το 2022 και 0,5% το 2023.
Αυτό δεν σημαίνει ότι «έχει εξαφανιστεί μονομιάς η
οικονομία», σημαίνει όμως ότι υπάρχει αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη,αύξηση
των ενεργειακών τιμών και μεταφορικών δαπανών και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στις
επενδύσεις.
Οι αμυντικές
δαπάνες αυξάνονται αλλά παραμένουν σχετικά μικρό ποσοστό του ΑΕΠ
Σε μέσο επίπεδο, τα κράτη-μέλη ξόδεψαν περίπου 1,9% του
ΑΕΠ για άμυνα το 2024 πολύ κάτω από το
9% που δαπανούσε η Ρωσία (στο σύνολο του εθνικού της προϊόντος).
Το σχέδιο «Readiness 2030» αναφέρει πιθανές προσθήκες
δαπανών έως +1,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2028, αλλά αυτό δεν είναι ακόμα
πραγματικότητα, απλώς ένα πλαίσιο πολιτικής πρότασης που συζητείται.
Γιατί η Ευρώπη δεν μιλάει σοβαρά με τον Πούτιν τώρα;
1) Η Ρωσία θέλει εδαφικές παραχωρήσεις πριν από
ειρηνευτικές συνομιλίες
2) Η ΕΕ (και το NATO) εξαρτώνται από την Αμερική για
στρατιωτική ισχύ
Η Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στηρίζεται στην
αμερικανική στρατιωτική ισχύ για αποτροπή. Με τη σημερινή εκλογική και πολιτική
κατάσταση στις ΗΠΑ, η θέση αυτή δοκιμάζεται, κάτι που αναλύουν διεθνείς
ειδησεογραφικοί και πολιτικοί κύκλοι.
3) Συνολική γεωπολιτική ισορροπία με αποχή από μονομερείς
διαπραγματεύσεις με Μόσχα
4) Υπάρχουν τεκμηριωμένα προβλήματα διαφθοράς στην
Ουκρανία, τα οποία η ίδια η ΕΕ αναγνωρίζει.
Επισήμως, η απάντηση είναι η εξής ότι η Ρωσία θέτει ως
προϋπόθεση για διαπραγματεύσεις εδαφικές παραχωρήσεις, κάτι που η ΕΕ θεωρεί
απαράδεκτο.
Ανεπισήμως, όμως, υπάρχει κάτι βαθύτερο.Η Ευρώπη δεν έχει
ενιαία φωνή, ούτε πραγματική στρατηγική αυτονομία. Εξαρτάται στρατιωτικά από
τις ΗΠΑ και πολιτικά από τη συνοχή της συμμαχίας.Έτσι, επιλέγει το ασφαλές
μονοπάτι που είναι χρηματοδότηση αντί πολιτικής πρωτοβουλίας.
Το ερώτημα,λοιπόν, που δεν απαντάται είναι αν η Ευρώπη
εφόσον δεν μπορεί να νικήσει στρατιωτικά,δεν θέλει να πολεμήσει η ίδια,
γνωρίζει ότι η οικονομία της δεν αντέχει έναν πόλεμο χωρίς τέλος,τότε γιατί δεν
ανοίγει τώρα έναν σοβαρό, ευρωπαϊκό διάλογο με τη Ρωσία;
Η οικονομία του πολέμου, ποιοι κερδίζουν στην Ευρώπη
Την ώρα που η Ευρώπη επικαλείται «υπαρξιακή απειλή», οι
αγορές έχουν ήδη αποφασίσει ποιος κερδίζει από τον πόλεμο. Η μετοχή της γερμανικής
Rheinmetall, του μεγαλύτερου αμυντικού ομίλου της χώρας, έχει αυξηθεί περίπου 8
φορές (+700% έως +900%) από την έναρξη του πολέμου το 2022, φτάνοντας σε
ιστορικά υψηλά, ενώ μόνο την τελευταία χρονιά κατέγραψε άνοδο άνω του +250%.
Στη Γαλλία, ο κολοσσός Thales σημείωσε επίσης ισχυρή
άνοδο, με αυξήσεις της τάξης του +50% έως +60% σε ετήσια βάση, ενώ αντίστοιχες
τάσεις καταγράφονται και σε άλλες ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες όπως η
Hensoldt και η Renk στη Γερμανία. Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός δείκτης αμυντικής
βιομηχανίας έχει εκτιναχθεί σε υψηλά πολλών ετών.
Οι χρηματαγορές δεν «φοβούνται» τον Πούτιν· προεξοφλούν
ένα μέλλον διαρκούς επανεξοπλισμού, κρατικών συμβολαίων και δημόσιου χρήματος
που ρέει άφθονο προς τις πολεμικές βιομηχανίες της Γερμανίας, της Γαλλίας και
μέσω ΝΑΤΟ–των ΗΠΑ. Ο πόλεμος μπορεί να παρουσιάζεται ως άμυνα της δημοκρατίας,
αλλά στο χρηματιστήριο αποτιμάται ξεκάθαρα ως επένδυση υψηλής απόδοσης.
Οι αμυντικές βιομηχανίες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ
επωφελούνται ξεκάθαρα από την κατάσταση.Δημιουργείται, επομένως,ένα ισχυρό
πλέγμα συμφερόντων γύρω από τη συνέχισή του.Την ίδια στιγμή, όμως, στο
εσωτερικό της Ευρώπης η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται.
ReArm Europe, τα 800 δισ. και οι «συνήθεις ύποπτοι»
Η εικόνα συμπληρώνεται με το σχέδιο ReArm Europe, το
οποίο με διάφορες λογιστικές ακροβασίες, εθνικούς προϋπολογισμούς, κοινό
δανεισμό και χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων φιλοδοξεί να κινητοποιήσει έως
και 800 δισ. ευρώ για στρατιωτικές δαπάνες τα επόμενα χρόνια. Το κρίσιμο
ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι το ύψος του ποσού αλλά ποιοι θα το απορροφήσουν.
Η ευρωπαϊκή αμυντική παραγωγή είναι εξαιρετικά
συγκεντρωμένη στη Γερμανία δεσπόζουν όμιλοι όπως η Rheinmetall, στη Γαλλία η
Thales και η Dassault, ενώ μεγάλο μέρος των κρίσιμων συστημάτων (πύραυλοι,
αντιαεροπορικά, λογισμικό, δορυφορικά και drones) προέρχεται απευθείας από
αμερικανικές εταιρείες, όπως η Lockheed Martin, η Raytheon και η
NorthropGrumman.
Με άλλα λόγια, μεγάλο κομμάτι των ευρωπαϊκών «αμυντικών»
δαπανών καταλήγει εκτός Ευρώπης ή σε έναν στενό πυρήνα βιομηχανιών, οι οποίες
ήδη καταγράφουν εκρηκτική άνοδο στα χρηματιστήρια. Έτσι, ο επανεξοπλισμός
παρουσιάζεται ως απάντηση σε μια υποτιθέμενη άμεση ρωσική απειλή, αλλά στην
πράξη λειτουργεί ως τεράστιο πρόγραμμα μεταφοράς δημόσιου χρήματος προς την
πολεμική βιομηχανία, χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο, χωρίς κοινή εξωτερική
πολιτική και κυρίως χωρίς σοβαρή διπλωματική προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Αν η Ρωσία αποτελούσε όντως άμεση υπαρξιακή απειλή, το
πρώτο βήμα θα ήταν η πολιτική και διπλωματική πρωτοβουλία· όχι ένας αγώνας
εξοπλισμών που μοιάζει περισσότερο με businessplan παρά με στρατηγική
ασφάλειας.
Ποιοι χάνουν
Αυτοί που σίγουρα θα χάσουν είναι οι Ευρωπαίοι πολίτες που θα πληρώσουν μέρος των
€800 δισ. μέσω φόρων, κρατικών δαπανών και
υψηλότερης τιμής ενέργειας που ήδη πληρώνουν. Χαμένες θα είναι οι χώρες,
χωρίς ισχυρή αμυντική βιομηχανία,όπως Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία (με μικρή
συμμετοχή), Βαλτικές χώρες, εξαρτημένες από εισαγωγές.
Θα χάσουν επίσης οι κοινωνικές ομάδες που πλήττονται από
κρατικές περικοπές σε κοινωνικά προγράμματα ή υποδομές για να χρηματοδοτηθεί ο
εξοπλισμός είναι οι ευάλωτες με χαμηλά εισοδήματα.
Πολιτική και
Οικονομική Αναλύτρια
