Ιωάννα Λιούτα / Παράγουμε λίγα, εισάγουμε πολλά, πληρώνουμε ακριβά, δουλεύουμε πολύ, αμειβόμαστε με ελάχιστα


Ιωάννα Λιούτα

 

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η εικόνα αυτή, όταν απομονώνεται από τις κοινωνικές της συνέπειες, δημιουργεί μια ψευδαίσθηση επιτυχίας. Η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη παραμένει αδύναμη, σχεδόν προσχηματική. Χώρες όπως η Βουλγαρία έχουν αυξήσει την αγοραστική τους δύναμη κατά 11 μονάδες μέσα σε πέντε χρόνια, ενώ η Ελλάδα έχει βελτιωθεί μόλις κατά 3.

 

Το αποτέλεσμα είναι ένα χάσμα ευημερίας που όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά παγιώνεται. Το 2024 το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα μας υπολείπεται κατά 14.600 ευρώ του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό δεν συνιστά επιτυχία· αποτελεί ένδειξη βαθιάς δομικής αποτυχίας. Τι μοντέλο οικονομίας είναι αυτό που μας το σερβίρουν και ως επιτυχημένο!

 

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατεύθυνση των επενδύσεων. Η σύνθεσή τους αποκαλύπτει μια οικονομία που δεν χτίζει το μέλλον της. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνεται στην αγορά κατοικίας και στο realestate, προκαλώντας εκτίναξη τιμών και ενοικίων.

 

Αντίθετα, οι επενδύσεις σε τεχνολογία, εξοπλισμό και καινοτομία, οι μόνες που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και τους μισθούς, μειώνονται. Έτσι, η ελληνική οικονομία παραμένει καταναλωτική, με διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα. Παράγουμε λίγα, εισάγουμε πολλά και πληρώνουμε ακριβά. Ένα μοντέλο οικονομίας που δεν μπορεί να συνεχιστεί.

 

Η εικόνα στην αγορά εργασίας είναι ακόμη πιο σκληρή. Το ποσοστό απασχόλησης παραμένει χαμηλό σε σχέση με την Ευρώπη, ενώ οι μισθοί έχουν υποστεί ιστορική απομείωση. Ο μέσος ετήσιος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης κατέρρευσε από το 91,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2009 στο 59,1% το 2024. Το ελληνικό ωρομίσθιο είναι πλέον χαμηλό ακόμη και σε σύγκριση με τα Βαλκάνια: 11,3 μονάδες σε PPS, όταν στα Βαλκάνια είναι 18,1 και στην ευρωπαϊκή περιφέρεια 20,4.

 

Το αποτέλεσμα είναι η εκρηκτική άνοδος της εργασιακής φτώχειας. Ένας στους πέντε μισθωτούς ζει σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης. Δεν πρόκειται απλώς για φτώχεια· πρόκειται για φτώχεια παρά την εργασία, προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.

 

Το στεγαστικό πρόβλημα λειτουργεί ως καταλύτης κοινωνικών ανισοτήτων. Η Ελλάδα είναι η ακριβότερη χώρα της ΕΕ στη στέγαση Πάνω από το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατευθύνεται σε ενοίκια, δάνεια και λειτουργικά έξοδα. Για τα φτωχότερα νοικοκυριά, η επιβάρυνση αγγίζει το 88,6% , ένα ποσοστό που δεν αφήνει περιθώριο για αξιοπρεπή διαβίωση.

 

Οι ενοικιαστές βρίσκονται σε καθεστώς οικονομικής ασφυξίας, ενώ ακόμη και οι ιδιοκτήτες χωρίς δάνειο επιβαρύνονται με υψηλούς φόρους και ενεργειακό κόστος. Η στέγη, από θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, έχει μετατραπεί σε μηχανισμό αναδιανομής προς τα πάνω.

 

Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά δεν προοδεύει. Μεγαλώνει αριθμητικά, αλλά δεν βελτιώνει τη ζωή των ανθρώπων. Η ανάπτυξη χωρίς σύγκλιση, χωρίς παραγωγικότητα, χωρίς αξιοπρεπείς μισθούς και χωρίς προσιτή στέγη δεν είναι ανάπτυξη· είναι μια στατιστική ψευδαίσθηση. Αν δεν αλλάξει το αναπτυξιακό μοντέλο, η Ελλάδα θα συνεχίσει να κινείται με ταχύτητα, αλλά προς λάθος κατεύθυνση. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών.

 

*Ιωάννα Λιούτα, Πολιτική και οικονομική αναλύτρια

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη