Σοφία Βιδάλη / Το παρελθόν μας διδάσκει;


Σοφία Βιδάλη

Όταν πολλοί από εμάς πηγαίναμε στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 (στο μάθημα της Ιστορίας και στις 28 Οκτωβρίου) μας έλεγαν για τους πατριώτες που στέκονταν περήφανα μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και εμείς αφήναμε την φαντασία μας να «καλπάζει», γιατί «έπρεπε» να καταλάβουμε τι ήταν αυτό, να βάλουμε ενδεχομένως τον εαυτό μας στη θέση τους και να αποκτήσουμε εθνικό φρόνημα.

 

Δεν μας έλεγαν βέβαια τι ήταν αυτοί που στέκονταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ούτε τι ήταν οι Γερμανοί που τους εκτελούσαν. Αυτό που αφηνόταν να εννοηθεί ήταν ότι οι πρώτοι ήταν Έλληνες πατριώτες και οι άλλοι Γερμανοί κατακτητές.

 

Στη μεταπολεμική Ελλάδα του Ψυχρού Πολέμου και σήμερα και του νέου κατασκοπευτικού καπιταλισμού η πολιτική, τα πολιτικά πιστεύω η ενασχόληση με τα κοινά ήταν εξορισμένα θέματα επειδή η πολιτική θεωρείται κάτι «κακό» και «βρώμικο» γενικότερα.

 

Και ξαφνικά ήρθαν στη δημοσιότητα εκείνες οι συγκλονιστικές φωτογραφίες (που είναι σχεδόν βέβαιο ότι αφορούν το συγκεκριμένο γεγονός), που όχι μόνον μας θύμισαν, αλλά μας επιβεβαιώνουν, ότι όντως έτσι γίνονταν τα πράγματα: δηλαδή, οι μελλοθάνατοι πήγαιναν περήφανοι στο εκτελεστικό απόσπασμα· και μας δίνουν να καταλάβουμε (αρκεί να το θέλουμε) τι θα πεί περηφάνεια, τι είναι η λεβεντιά μαζί με τη θλίψη, πως στέκεται ένας λεβέντης περήφανος άνθρωπος (και όχι ένας αλαζών) μπροστά το εκτελεστικό απόσπασμα.

 

Δύσκολα μπορεί να έρθει κάποιος στη θέση τους ειδικά ο σημερινός άνθρωπος. Η δύναμη της εικόνας όμως έρχεται να ζωντανέψει αυτές τις ανθρώπινες υπάρξεις και να τους βγάλει από τα ψυχρά ντουλάπια της ιστορίας, να τους φέρει στο παρόν και να αρχίσουν να «μιλούν» και να μας «διδάσκουν».

 

Τέτοιες συγκυρίες της ιστορίας δεν είναι σωστό να μένουν σε μικρόψυχους πολιτικαντισμούς. Είναι γνωστό βέβαια, ότι το πνευματικό και πολιτικό κατεστημένο στην Ελλάδα δεν τα έχει καλά με την ιστορία και τούτο φαίνεται, όχι μόνον από την αναθεώρηση της ιστορίας της δεκαετίας του 40 συνολικά, αλλά από τις επίσημες σιωπές για το τι ακολούθησε τον Εμφύλιο και πως μεταχειρίστηκαν τους ηττημένους του Εμφυλίου και την ελληνική νεολαία για πολλά χρόνια μετά και όπως φαίνεται και από το μέχρι που φτάνει η ύλη της Ιστορίας σήμερα.

 

Όμως πάντα μπορούν να γίνουν εξαιρέσεις ή να υπάρχουν «εκπλήξεις», μία που παρά τις σιωπές, τις αναθεωρήσεις και την προπαγάνδα, ούτε η Εθνική Αντίσταση διαγράφηκε, ούτε οι ωμότητες της Κατοχής και ότι ακολούθησε κατά τη διάρκεια και ιδίως μετά τον Εμφύλιο σβήστηκαν.

 

Έτσι αυτό λοιπόν που μπορούν να μας διδάσκουν τέτοιες φωτογραφίες, πέρα από το ίδιο το γεγονός της εκτέλεσης, είναι να θέτουμε ερωτήσεις, όχι για να αναζωπυρώσουμε πάθη και αντεκδίκηση, αλλά για να μην αναπαράγουμε τις κουλτούρες πολέμου και γενοκτονίας.

 

Εκτός από την αποτύπωση της περηφάνιας οι φωτογραφίες αυτές είτε το θέλουμε είτε όχι θέτουν ερωτήματα για το πως έφτασαν οι άνθρωποι αυτοί ως το Σκοπευτήριο και ποιοι ήταν: αναγκαστικά πρέπει λοιπόν να ξαναμιλήσουμε για το εάν ένα κράτος μπορεί να παραδίδει πολιτικούς κρατούμενους σε κατακτητές και γιατί έγινε αυτό: επειδή π.χ. ήταν κομμουνιστές ή επειδή το καθεστώς Μεταξά ήταν φασίστες;

 

Τίθενται όμως και άλλα ερωτήματα, όπως τι ήταν αυτοί που τους εκτελούσαν; Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση τα προηγούμενα χρόνια στην Ευρώπη για το προφίλ των καθημερινών ανθρώπων που συμμετείχαν σε ωμότητες, σε εκτελεστικά αποσπάσματα και έβγαζαν φωτογραφίες μετά από κάθε επιχείρηση – γενοκτονικό τουρισμό τον αποκάλεσαν-. Και γνωρίζουμε σήμερα από την ιστορική έρευνα, ότι τα εκτελεστικά αποσπάσματα στην Ελλάδα δεν ήταν μόνον Ναζί αλλά και ντόπιοι συνεργάτες τους, είτε άνδρες της Χωροφυλακής είτε των Ταγμάτων Ασφαλείας κλπ.

 

Το ερώτημα λοιπόν είναι πως έζησαν αυτοί οι άνθρωποι -ιδίως οι κουκουλοφόροι των αντιποίνων και οι εκτελεστές- στην μεταπολεμική Ελλάδα; Άραγε συναισθάνθηκαν ποτέ το βάρος της περιόδου εκείνης; Και αυτό έχει σημασία επειδή μπορεί να μας δείξει υπό ποιες συνθήκες οι άνθρωποι και συγκεκριμένα οι άνθρωποι που έζησαν αυτές τις καταστάσεις στην Ελλάδα τότε, μπορούν να δικαιολογούν τις πράξεις τους ή να μεταμελούνται και να δείξει επομένως και τρόπους υπέρβασης της ακραίας βίας.

 

Ένα άλλο ζήτημα που θέτουν οι φωτογραφίες είναι διαπιστώσεις για τη γενιά που χάθηκε:

 

Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας και των νέων ανθρώπων της εποχής αυτής εξαφανίστηκαν από τη χώρα επειδή πολέμησαν, εκτελέστηκαν, εξορίστηκαν έφυγαν στο εξωτερικό κυνηγημένοι ή μετανάστες: πολλοί από αυτούς δεν ήταν μόνο κομμουνιστές προφανώς και έρχονταν και από τη δεξιά. Όμως, συνολικά η γενιά του 40 και συγκεκριμένα όσοι έρχονταν από τα λαϊκά στρώματα ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να συμμετέχει ουσιαστικά στα κοινά: Ένα δείγμα αυτής της γενιάς βλέπουμε τι ήταν μέσα από αυτές τις φωτογραφίες και έχει σημασία επιπλέον, επειδή δεν είναι οι επιφανείς άνθρωποι που ξέρουμε αλλά είναι καθημερινοί άνθρωποι που η εποχή είχε διαμορφώσει.

 

Δεν είναι όμως μόνο οι μνήμες· η ιστορία δεν είναι ένα απολίθωμα του χθες, όπως μας δίδασκαν τελικά στα σχολεία του Ψυχρού Πολέμου, αλλά είναι μια «μεγάλη δασκάλα»: ένα στοιχείο που μας θυμίζουν αυτές οι φωτογραφίες (και έτσι γίνονται επίκαιρες) είναι μέχρι που μπορούν να φτάσουν άνθρωποι και συστήματα εξουσίας, όταν διαλύεται το κράτος δικαίου, που και εκείνη την εποχή είχε ήδη επινοηθεί από τη θεωρία. Επίσης, μας διδάσκουν την ανάγκη υπεράσπισης αυτού του τύπου κράτους και διακυβέρνησης, αν θέλουμε να κρατήσουμε έναν πολιτισμό βασισμένο στην ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική αλληλεγγύη.

 

Το γεγονός ότι σήμερα το κράτος δικαίου αμφισβητείται και κλονίζεται ή παραβιάζεται (όπως και επί Ναζισμού, καθώς και οι Ναζί είχαν κανόνες και «δίκαιο» -εξάλλου το περιεχόμενο πολλών κατοχικών νόμων ίσχυσε και μεταπολεμικά και στην Ελλάδα), το γεγονός λοιπόν ότι κλονίζεται το κράτος δικαίου, δεν μπορεί να θεωρείται «business as usual». Διότι αυτό αποτελεί προπομπό άλλων δεινών. Θα ήταν επομένως δικαίωση (έστω 82 χρόνια μετά) για αυτούς του ήρωες της Καισαριανής ένας ουσιαστικός αναστοχασμός για το κράτος δικαίου και θα ήταν επίσης χρήσιμο να σταματήσει η απαξίωση των θεσμών που εγγυόνται αυτή τη μορφή κράτους.

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη