Γιάννης Δούμος
Η απάντηση της βουλεύτριας της κυβέρνησης στην ερώτηση δημοσιογράφου για το πως μπορεί να επιβιώσει ένας εκπαιδευτικός με τα χρήματα που παίρνει όταν χρειάζεται να πληρώνει ενοίκιο στο μέρος όπου διορίστηκε ήταν «το τζάμπα πέθανε».
Προτού προλάβει κανείς να συνέλθει από τον κυνισμό αυτής της φράσης προσέθεσε: «Εσείς τι υπονοείτε, ότι θα μπορούσε (σ.σ. η κυβέρνηση) να δώσει πέντε ενοίκια πίσω για να πάρει ζακετούλα που λέγατε πριν; Αυτό με τις ζακέτες παλιά και τα παιδάκια που λιποθυμούσανε μας έστειλε στο ΣΥΡΙΖΑ που μας έκλεισε τις τράπεζες. Αυτή η ρητορική».
Αν παρακολουθεί κανείς τον πολιτικό λόγο τα τελευταία χρόνια δεν πρέπει να εκπλήσσεται για το πρώτο μέρος της δήλωσης. Οι πολιτευτές της δεξιάς κατανοούν πως όσο πιο ακραίες είναι οι δηλώσεις τους, τόσο ωφέλιμες είναι, τοποθετώντας τους στο κέντρο της επικαιρότητας χωρίς να τους ζημιώνουν πολιτικά, παρότι κανείς θα περίμενε το αντίθετο.
Το δεύτερο μέρος της, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι συμπυκνώνει τον λόγο για αυτή την απουσία πολιτικού κόστους όταν εκφράζεται κάτι τόσο εμφανώς αντικοινωνικό. Παγκοσμίως η δεξιά αυτή τη στιγμή ετεροκαθορίζεται από τις ιδέες της αριστεράς. Στόχος δεν είναι κανείς να διατυπώσει μία συντηρητική ή νεοφιλελεύθερη θέση αλλά να πει κάτι αντι-αριστερό. Έτσι το ιδεολογικό κενό των σύγχρονων συντηρητικών γεμίζει από ένα αντιπεριεχόμενο, μια σαλάτα εννοιών που το μόνο που τις ενώνει είναι η αντίθεση στην αριστερά, όπως η συγκεκριμένη δήλωση.
Σύντομα ξεκινάει η συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος. Δυστυχώς αυτό που αναμένεται είναι ακριβώς αυτή η μπουφόνικη παράσταση να καθορίσει τον νέο καταστατικό χάρτη του νομικού μας συστήματος με κυβερνητικές προτάσεις που θα προσπαθούν να επιτεθούν σε ότι η κυβέρνηση θεωρεί «αριστερό».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στο σύνταγμα ως «το σύνταγμα του 1975» παρότι από τότε έχει αναθεωρηθεί όχι μία αλλά τέσσερις φορές. Το σημαινόμενο όμως είναι πως φιλοδοξεί να δώσει ένα φαντασιακό τέλος στην μεταπολίτευση που για την δεξιά θεωρείται η θριαμβευτική επιστροφή της αριστεράς, με ένα μεγάλο κομμάτι της δεξιάς να χάνει την δυνατότητα του -έως μέχρι πρότινος- να ασκεί απεριόριστη εξουσία.
Δεν αναμένεται μια σοβαρή συνταγματική συζήτηση. Η αριστερά σε κρίση ταυτότητας έχει και αυτή το μερίδιο της στον ετεροκαθορισμό. Ολισθαίνει σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης θέσεων που θα εκνευρίσουν και θα ενοχλήσουν τον αντίπαλο της, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι επιστρέφει στον ιδεολογικό της λόγο, τη βαθιά κοινωνική και οικονομική ανάλυση και την αυτοκριτική. Συμμετέχει έτσι σε μια συζήτηση με αγοραίους όρους την οποία όμως δεν μπορεί να κερδίσει διότι η ίδια της η υπόσταση είναι ενάντια στην αγοραία άσκηση της εξουσίας.
Χαρακτηριστική θα είναι η συζήτηση για το άρθρο 16 που αφορά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που αναμένεται να αναδειχθεί σε κεντρικό σημείο σύγκρουσης, όχι με όρους προστασίας η προαγωγής της παιδείας αλλά σαν πεδίο ψηφοθηρικής διαμάχης γύρω από ένα θέμα που έχει λάβει χαρακτήρα πολιτικού τοτέμ.
Τα βαρύτατα ζητήματα της παιδείας, όπως η στελέχωση των σχολείων με αναπληρωτές, μια εγκλωβιστική εργασιακά πρακτική που φτωχοποιεί τους εκπαιδευτικούς και ταυτόχρονα βλάπτει τους μαθητές με καθυστερημένους διορισμούς και διαρκές κλίμα αστάθειας και ασάφειας, μένουν ανέγγιχτα. Άλλωστε καμία κυβέρνηση από την κρίση και μετά δεν αντιστάθηκε στο οικονομικό όφελος της 8μηνης πρόσληψης και μετά απόλυσης δασκάλων και καθηγητών. Το σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο παραμένει απαρχαιωμένο, το σχολείο μετατρέπεται σε ένα διαρκές εξεταστικό κέντρο, το περιεχόμενο της εκπαίδευσης είναι σταθερά εθνικιστικό και παρωχημένο. Τα πανεπιστήμια υποφέρουν -ω εκ του θαύματος η κατάργηση του ασύλου δεν εκτόξευσε τις ακαδημαϊκές μας επιδόσεις όπως η εγκατάσταση των ΜΑΤ στην πλατεία Εξαρχείων δεν μείωσε καμία εγκληματικότητα. Έγινε όμως κάτι πιο σημαντικό. «Έχασαν» οι αριστεροί.
Οι δηλώσεις λοιπόν της βουλεύτριας -δε χρειάζεται να προσφέρεται δημοσιότητα στο όνομα κάποιου που την διεκδικεί με τόσο ποταπά μέσα- δεν είναι μια «ατυχής στιγμή». Είναι η επικοινωνιακή κήρυξη της έναρξης ενός πακτωλού ανοησίας μέσα στην οποία θα πνιγεί κάθε προσπάθεια για σοβαρή και βαθιά πολιτική ανάλυση σε αυτή την τόσο κρίσιμη αναθεώρηση του συντάγματος. Όπως είπε και ο Αριστοφάνης στον «Ιππή»: «συνέχισε την ίδια δουλειά: πάρε στα χέρια σου όλες τις υποθέσεις, δώσ᾽ τους κοπάνισμα κι ανακάτεμα· πάρε τον λαό με το μέρος σου γλυκαίνοντάς τον με λόγια που βγαίνουν από καλή κουζίνα. Κι έχεις όλα τ᾽ άλλα χαρίσματα του δημαγωγού: φωνή που φέρνει αναγούλα, σόι ξεφτιλισμένο, παιδί της πιάτσας. Δεν σου λείπει τίποτα απ᾽ ό,τι χρειάζεται για να κυβερνάς την πόλη.»
*Ο Γιάννης Δούμος είναι Ψυχίατρος, Επιστημονικός συνεργάτης Ά πανεπιστημιακής ψυχιατρικής κλινικής ΕΚΠΑ
